Δεν υπάρχουν ποιήματα για τον Δεκέμβρη εκείνον.

  • Του Άρη Κεραμάρη

Κι όμως υπήρξε μια χρονική στιγμή, που η αστική τάξη υποδέχθηκε, μετά Βαΐων και κλάδων, καραβιές ολόκληρες οπλισμένων Ινδών και Πακιστανών. Την 4η Ινδική μεραρχία. Στον Πειραιά. Πίσω, στον Δεκέμβρη του 44.

Λίγο μετά, από όταν ο διορισμένος κομμουνιστοφάγος πρωθυπουργός ύψωνε στην Ακρόπολη την σημαία, που είχε ξεχάσει φεύγοντας, για να παίξει με το σινάφι του την κυβέρνηση κάπου στην μέση ανατολή.

Δεν διαβάζονται όλες οι σελίδες της ιστορίας.

Υπήρξαν νεκροί; Ναι. Από τον ανθό της ελληνικής νεολαίας.

Ο αντίκτυπος; Στις πλάτες μας.

Κάθε φορά που το κράτος δολοφονεί, ένοχος δεν βρίσκεται. Κάθε φορά που το παρακράτος δολοφονεί, ένοχος δεν βρίσκεται. Κατάσταση. Κληρονομική. Συνήθως, υπάρχουν μόνο αόριστες κραυγές για τις ευθύνες και ένα βουβό κατηγορώ. Συνήθως μόνο το συλλογικό θυμικό, η λαϊκή συνείδηση καταδικάζει και πέφτει σαν ανάθεμα. Στα σωστά κεφάλια, τις περισσότερες φορές.

Επίσημα κανένας δεν κατηγορήθηκε κι αυτό ήταν το δώρο για το δώρο. Να μην αναμειχθούν στην μάχη της Αθήνας οι 100.000 εμπειροπόλεμοι άντρες του ΕΛΑΣ. Κι ας λένε πως στα δώρα, δεν γίνονται δώρα.

Για την αστική τάξη, ούτε λόγος βέβαια. Η μεγαλύτερη εφεύρεση για αυτήν, είναι η κολυμπήθρα του Σιλωάμ.

Χρόνια ξεπλένεται από το αίμα εκεί και τα τέκνα της βγαίνουν από μέσα με καινούργια ονόματα “γέρος της Δημοκρατίας”, ” εθνάρχης”, “αλλαγή”, “εκσυγχρονιστής”, “παιδί της αλλαγής “, “κυνηγός νταβατζήδων”, “πρώτη φορά αριστερά”.

Τα πάντα γίνονται με έναν λαό με μνήμη χρυσόψαρου. Με έναν λαό που έμαθε την ιστορία του, από ταινίες του Τζέιμς Πάρις και σήριαλ του Φώσκολου, όπου αντίσταση σήμαινε μυστηριώδεις σαμποτέρ, σταλμένοι πάντα από το Κάιρο και γοητευτικές κατάσκοποι με μακιγιάζ ακόμα και στα βασανιστήρια.

Δεν υπάρχουν ποιήματα για τον Δεκέμβρη εκείνον.

Φθαρμένες φωτογραφίες μόνο και ξεθωριασμένα πρωτοσέλιδα για το ξεδιάντροπο… μπροστά στο γλυκό χαμόγελο, για το υπολογισμένο άδειασμα μέχρι τέλους.

Οι στρατευμένοι ποιητές διάβαζαν τότε και δεν είχαν καταλάβει τίποτα και αν κάποια στιγμή άκουσαν κάτι, δεν έδωσαν σημασία και έλεγαν πως θα ξανάρθει ο ήλιος. Κουραφέξαλα.

Καμιά θυσία συνειδητή, δεν γίνεται αποδεκτή για αυτούς.

Ποιήματα σαν εκείνο που έγραψε ο λόχος λόρδου Βύρωνα της νεολαίας της ΕΠΟΝ… στην πρώτη πρώτη κατάληψη του Πολυτεχνείου.

Ποιήματα σαν το πανό της δεύτερης μέρας, στην κηδεία των νεκρών της πρώτης. Γραμμένο με αίμα.

Ποιήματα που αδυνατούν να γράψουν οι ποιητές… οι στρατευμένοι.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται σαν φάρσα.

Σαν παντομίμα επαναλαμβάνεται κι όποιος την καταλάβει.

Ο Δεκέμβρης του 44 είναι η εσχατιά της κοροϊδίας του λαού, από τα πολιτικά τίποτα, που βρέθηκαν να ορίζουν εκείνη την στιγμή το μεγαλύτερο επαναστατικό κίνημα, από πάντα, σε ετούτα τα χώματα, αριθμούμενο από 1000000 εγγεγραμμένους.

Μιας υπόθεσης, που ξεκίνησε από τον Λίβανο, συνεχίστηκε στην Καζέρτα και τελείωσε στην Βάρκιζα με αντάλλαγμα 7 υπουργεία.

33 ματωμένες μέρες μάχης ανάμεσα στον εφεδρικό ΕΛΑΣ Αθηνών, της νεολαίας της ΕΠΟΝ και του πανίσχυρου αποικιακού βρετανικού στρατού (ο οποίος βομβάρδιζε από αέρος κάθε μέρα την πόλη και που ξεπερνώντας κάθε ίχνος θρασυδειλίας, εγκατέστησε πολυβολία και όλμους στην Ακρόπολη), των μέχρι τα δόντια οπλισμένων κατσαπλιάδων, ταγματασφαλιτών και χιτών, των σωμάτων ασφαλείας, αποτελούμενα από κάθε είδους υποκείμενα μιας κατεύθυνσης (κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ).

Εκείνος ο Δεκέμβρης ήταν μελέτη πάνω στην συμπεριφορά, μιας ελεεινής ράτσας νικητών- υποταγμένων και στο πως η ελευθερία, συνθέτει τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε ανθρώπους και ποντίκια, αν και στην προκειμένη περίπτωση τα ποντίκια δεν είχαν καν επιβιβαστεί στο πλοίο.

Ήταν στο τέλος η αρχή ενός πολέμου, που με χίλιους τρόπους βαστά ως τις μέρες μας.

“Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας τότε διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ”

Έτσι έγραφε το ματωμένο πανό της κηδείας και αυτό είναι μνήμη, άρα κληρονομιά, δυστυχώς πολύ βαριά για μας τους κομψούς απογόνους.

Μη διαχειρίσιμη.

Το γιατί, όλοι το ξέρουμε βαθιά μέσα μας και αν όχι, τότε αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα ζητούμενα της κάθε εποχής.

Δεν έχει ρέστα ετούτο το ταμείο.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο