του Νικήτα Φεσσά

Το ότι υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της ελληνικής επαρχίας/κοινωνίας, και της ελληνικής οικογένειας, το έχουμε εμπεδώσει εδώ και κάποια χρόνια μέσω του σύγχρονου εγχώριου κινηματογράφου. Υπό αυτή την έννοια, η νέα ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα δεν επανεφευρίσκει τον τροχό: η ελληνική επαρχία και η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια ως τόποι τραύματος· η παθολογική σχέση (ένα ιδιότυπο σύνδρομο Στοκχόλμης) μεταξύ των ανθρώπων που προσπαθούν να ξεφύγουν από την ασφυκτική, συχνά αιμομικτική ελληνική οικογένεια, και της κουλτούρας που επικρατεί στην επαρχία. Ωστόσο, ο Τζουμέρκας, μαζί με τη Γιούλα Μπούνταλη στο σενάριο, πραγματεύεται τις θεματικές αυτές με έναν νέο, για το ελληνικό κινηματογραφικό περικείμενο, τρόπο, καδράροντάς τις ως ατμοσφαιρικό μετα-φεμινιστικό νεο-νουάρ, με πινελιές τρόμου και σκηνές πραγματικού σεξ. 

Ο Τζουμέρκας δεν είναι ξένος στις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας (βλ. την ταινία του Χώρα Προέλευσης). Και στο Θαύμα τον απασχολούν προβλήματα όπως η πατριαρχία και ο σεξισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία, η περιθωριοποίηση των ατόμων με αναπηρία, η κακοποίηση και η βία. Η συγκεκριμένη ταινία είναι περισσότερο μία σπουδή χαρακτήρων και ένα, όχι και τόσο καλυμμένο, κοινωνικό σχόλιο, και λιγότερο ένα κλασικό αστυνομικό μυστήριο.

Ο γυναικείος πρωταγωνιστικός χαρακτήρας της βασανισμένης, πλην badass και ενδυναμωμένης, αλκοολικής μπατσίνας παραπέμπει στον ρόλο της Έλεν Μίρεν στην κλασική,  πλέον, σειρά Βασικός Ύποπτος, όπως και σε αυτόν της Νικόλ Κίντμαν στο πρόσφατο Καταστροφέας. Η όλη ατμόσφαιρα της ταινίας του Τζουμέρκα θυμίζει σειρές όπως τα True Detective και Sinner, αλλά και λίγο παλιότερες ταινίες όπως το 8 Χιλιοστά.

Οι ερμηνείες που δίνει το βασικό καστ των ηθοποιών (η Αγγελική Παπούλια του Κυνόδοντα, η Γιούλα Μπούνταλη, και ο Χρήστος Πασσαλής που φυσιογνωμικά θυμίζει νεαρό Στάνκογλου, και του οποίου η παρουσία είναι έντονη σαν γυμνό καλώδιο) είναι εξαιρετικές. Στα χέρια τους, ρόλοι που θα μπορούσαν εύκολα να γλιστρήσουν στην παρωδία παραμένουν μετρημένοι, και ταυτόχρονα αξιομνημόνευτοι.

Η φωτογραφία/κινηματογράφηση είναι επίσης υψηλού επιπέδου και καλλιτεχνικής αξίας. Ειδικά η αρχική σκηνή της επέμβασης της αντιτρομοκρατικής, και η σκηνή του απαγχονισμού κοντά στο τέλος, είναι γυρισμένες με υποδειγματικό τρόπο από τεχνικής άποψης. Ο Τζουμέρκας και ο διευθυντής φωτογραφίας του, Petrus Sjövik, μετατρέπουν τα τοπία του Μεσολογγίου σε κάτι αποπνικτικό και ταυτόχρονα μυστηριακό, παραπέμποντας κάπως στους βαλτότοπους του αμερικανικού νότου.

Μπορεί κάποιος να «ψέξει» σε κάτι το τελικό αποτέλεσμα; Σαφώς: κάποιες σκηνές τραβάνε λίγο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε. Εκτός από το μοντάζ που θα μπορούσε να είναι λίγο πιο σφιχτό, η ταινία είναι υπερβολικά καταθλιπτική και δεν επιτρέπει ανάσα αισιοδοξίας παρά μόνο στα τελευταία πλάνα. Ο δε τύπος της αόριστα τυραννισμένης και αυτοκαταστροφικής αστυνομικού είναι πλέον μάλλον κλισέ. Οι δαιμονικοί επαρχιώτες προύχοντες που διοργανώνουν όργια, και είναι κάτι μεταξύ συμμορίας Μάνσον και των μπουρζουά σατανιστών στο Μωρό της Ρόζμαρι, είναι οριακά καρικατούρες. Η λύση της ταινίας μοιάζει εύκολη. Το θρησκευτικό στοιχείο (βλ. μεταξύ άλλων  τον τίτλο της ταινίας, και τον χαρακτήρα του παπά) φαίνεται επιτηδευμένο. Δεν είναι ότι η ουσία της ιστορίας είναι τραβηγμένη. Ίσως απλά φταίει ότι το είδος αυτό, μεταφερμένο στα ελληνικά πράγματα χωρίς κάποιες μετατροπές, ακόμα κάπως «κλοτσάει». 

Ομοίως, η γλώσσα των διαλόγων ενίοτε ξενίζει, με την πρωταγωνίστρια κι άλλους χαρακτήρες να επαναλαμβάνουν αρκετά συχνά τον χαιρετισμό «καλησπέρα», ο οποίος, σε εμένα τουλάχιστον, μοιάζει κάπως εκτός κλίματος και ρεαλιστικής απεικόνισης των συγκεκριμένων προσώπων και καταστάσεων. Το ίδιο συμβαίνει και κάθε φορά που η πρωταγωνίστρια βωμολοχεί: ακούγεται περισσότερο σαν απόφοιτος δραματικής σχολής που λέει «δε[ν] γαμιέσαι», και έτσι η ταινία δεν πετυχαίνει την (εξαντλητικά δουλεμένη) φυσικότητα των ταινιών του Οικονομίδη. Σαφώς και η πλοκή (δυστυχώς) δεν είναι απίθανη, αλλά δεν είναι και εντελώς πιστευτή σε όλες της τις λεπτομέρειες, και τις αισθητικές επιλογές του δημιουργού και των συντελεστών. 

Από την άλλη, αν η συζήτηση μείνει στα περί ρεαλισμού ή μη, χάνουμε άλλα σημαντικά. Επίσης: με τόσες πολλές και βαριές θεματικές, είναι αναπόφευκτο κάποια πράγματα να μείνουν υπο-αναπτυγμένα, ή εκκρεμή.  

Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά αναρωτιέται κανείς: πόσο προοδευτική είναι η αναπαράσταση της ελληνικής υπαίθρου ως υποανάπτυκτης, αν όχι πρωτόγονης, κόλασης όπου βασιλεύουν η διαφθορά, η διαπλοκή, και κάθε λογής διαστροφή; Πόσο ανατρεπτική είναι η απεικόνιση των ανθρώπων που ζουν σε αυτή ως άξεστων βαρβάρων, και ως αρπακτικών έτοιμων ανά πάσα στιγμή να βιάσουν, να λιντσάρουν, και να δολοφονήσουν;

Το μυθιστόρημα Η Πλατιά Θάλασσα των Σαργασσών της Τζιν Ρις αποτελεί “prequel’’ της ιστορίας της Τζέιν Έιρ, από την οπτική γωνία της «τρελής γυναίκας [που είναι κλειδωμένη] στη σοφίτα» (όρος που έχουν χρησιμοποιήσει και επανοικειοποιηθεί φεμινίστριες μελετήτριες)¹. Η Ρις φέρνει στο προσκήνιο το αποικιοκρατικό στοιχείο που αποσιωπάται στο διάσημο μυθιστόρημα της Σαρλότ Μπροντέ, και έτσι προσφέρει μια πιο πλήρη κριτική της πατριαρχίας. Επίσης, όπως και στην ταινία του Τζουμέρκα, η πρωταγωνίστρια της Ρις έχει υβριδική ταυτότητα: είναι κρεολή, και, όπως η Ελληνο-πολωνή πρωταγωνίστρια στο Θαύμα, είναι εγκλωβισμένη μεταξύ δύο κόσμων και, υπό μια έννοια, παρίας και στους δύο.²

Δεν γνωρίζω εάν ο τίτλος της ταινίας του Τζουμέρκα είναι αναφορά (και) στο βιβλίο της Ρις, ωστόσο η κριτική της ρατσιστικής πατριαρχίας είναι έντονα παρούσα στην ταινία του. Γι’ αυτό και, με όλα τους τα ελαττώματα, ταινίες όπως Το Θαύμα είναι σημαντικό να υπάρχουν ως κείμενα που προτάσσουν την γυναικεία αλληλεγγύη, αλλά και την εκδίκηση των γυναικών ενάντια στους καταπιεστές τους, προσφέροντας παράλληλα νέες, όσον αφορά το ελληνικό περικείμενο, απολαύσεις σε σχέση με το συγκεκριμένο είδος.

Και μιλώντας για γυναικεία δύναμη: ο σύντομος μονόλογος της βετεράνου ηθοποιού Κατερίνας Χέλμη στο τέλος της ταινίας είναι συνταρακτικός. Αναρωτιέται κανείς γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες δημιουργοί περίμεναν τόσα χρόνια για να ξαναχρησιμοποιήσουν αυτήν την πολύ καλή ηθοποιό. 

Συνοψίζοντας: μετά το Θαύμα, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναδείς το Μεσολόγγι και τις υδατοκαλλιέργειές του με το ίδιο μάτι.

Βαθμολογία 3,5/5

1.  Όλες οι πληροφορίες για το βιβλίο της Ρις που αναφέρονται εδώ, αντλήθηκαν από τη Βικιπαίδεια.

2. Βλ. το σχετικό λήμμα στη Βικιπαίδεια.  

 

Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Όταν βρίσκει χρόνο από τα ακαδημαϊκά, o Νικήτας γελάει με το Frasier, ταΐζει αδέσποτα, και κοκορεύεται που ο Ζίζεκ τον ανέφερε σε βιβλίο του πριν από 10 χρόνια.

Αφήστε ένα σχόλιο