Του Γιώργου Πάσχου*

Μια γρήγορη ανασκόπηση στην ιστορία του καπιταλισμού δύναται να φέρει στην επιφάνεια την εγγενή τάση του δυτικού «φιλελεύθερου» κράτους, κατά την ύπαρξη συνθηκών έντονης κρίσης, να αποσύρεται πάντοτε από το ρόλο του διαχειριστή της κρίσης αυτής, ενεργοποιώντας την ανάδειξη της ελεύθερης αγοράς ως κυρίαρχου παίκτη.

Αν αποδεχθούμε την αρχή της ύπαρξης ενός τέτοιου κράτους στην Ελλάδα, μπορούμε να δούμε πως η πολιτική διαχείριση της πανδημικής κρίσης των τελευταίων χρόνων λειτουργεί με γνώμονα την τεχνοκρατική κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς.  Πιο συγκεκριμένα, η έννοια της  τεχνοκρατικής προσέγγισης της πανδημίας συνεπάγεται την κατηγοριοποίηση της ιδίας ως ατομικού – ιδιωτικού – ιατρικού προβλήματος και όχι ως κρίσης δημόσιας υγείας.  Όταν η πανδημία του COVID-19 αντιμετωπίζεται ως ιατρικό πρόβλημα, τότε αυτομάτως η ευθύνη της προστασίας του συνόλου των πολιτών μετατίθεται από το κράτος στο ίδιο το σύνολο.  Με άλλα λόγια, η απουσία κρατικής μέριμνας μετατρέπεται σε βίαιη ατομική ευθύνη η οποία φορά τον μανδύα των θυτών στα ίδια τα θύματα.

Στον αντίποδα, η προσέγγιση και κατανόηση της πανδημίας ως ζητήματος δημόσιας υγείας θα οδηγούσε στην αναγνώριση της άμεσης ανάγκης ενίσχυσης του ΕΣΥ, οδηγώντας παράλληλα στην δημιουργία ισχυρών δομών πρωτοβάθμιας υγείας, επιστημονικώς ορθού συστήματος καταγραφής κρουσμάτων το οποίο θα λειτουργούσε με διαφάνεια, καθώς και κατάλληλων συνθηκών λειτουργίας χώρων εργασίας, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.

Η έντονη αυτή ειδοποιός διαφορά μεταξύ των πόλων «ατομικό ιατρικό πρόβλημα – κρίση δημόσιας υγείας» μπορεί να γίνει κατανοητή αφενός μέσω της εργαλειοποίησης της επιστημονικής και ιατρικής αυθεντίας από την κρατική εξουσία, και αφετέρου από την κυριαρχία της αγοράς που εμφανίζει μια εκλεκτική συγγένεια με το αφήγημα της ατομικής ευθύνης. Το παράδειγμα του κ. Τσιόδρα, ο οποίος, αψηφώντας την επιστημονική του κατάρτιση, ανακοίνωσε την οικονομική αδυναμία του κράτους να προμηθευτεί ενισχυμένο στόλο λεωφορείων, ή του κ. Μαγιορκίνη ο οποίος διέσπειρε συνειδητά ψευδό-επιστημονικές τοποθετήσεις περί ίσων μεγεθών διασποράς του ιού σε τάξεις των 10 και των 30 μαθητών,  αποδεικνύουν την νομιμοποίηση του κυρίαρχου κυβερνητικού αφηγήματος και του υπάρχοντος τρόπου κοινωνικής κατανομής των πόρων μέσω του επιστημονικού κύρους συγκεκριμένων και ειδικά επιλεγμένων ιατρών.  Την ίδια στιγμή, οι έντονες νουθεσίες ή – άλλοτε – διαταγές κυβερνητικών «επιστημόνων» περί μη συνωστισμού και ατομικής ευθύνης συνδέονται με την εγκατάλειψη των κυριαρχούμενων στην ανοσία της αγέλης, σε αυτή την ύστατη μορφή κοινωνικού δαρβινισμού που εναποθέτει τα σώματα των ανθρώπων στην «ελεύθερη», ολιγοπωλειακή αγορά.

Στην ζούγκλα, λοιπόν, της αγοράς, η προμήθεια μασκών – η τιμή των οποίων ρυθμίζεται βασιζόμενη στη σχέση αγοράς και ζήτησης – με μέριμνα του πολίτη μεταμορφώνεται από είδος βασικής ανάγκης σε είδος πολυτελείας. Παράλληλα, η πλήρης εμπορευματοποίηση της υγείας αφενός αποκλείει πρακτικά τους μη κυρίαρχους από το δικαίωμα στην ελεύθερη πρόσβαση σε διαγνωστικά τεστ, και αφετέρου στέλνει το ισχυρό μήνυμα της πλήρους κρατικής αδιαφορίας για την υγεία όσων δεν έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν εάν νοσούν ή όχι.  Συμπληρωματικά, η ανεμπόδιστη λειτουργία των παραγωγικών διαδικασιών που υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να συνωστίζονται στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και να συγκεντρώνονται υπό άθλιες συνθήκες σε μέρη υπερ-μετάδοσης, όπως π.χ. τα εργοστάσια, αποτελεί διαφορετικό σύμπτωμα της ίδιας αιμοβόρου ασθένειας: του τεχνοκρατικού καπιταλισμού.

Δυστυχώς, η επικινδυνότητα αυτής της ασθένειας αυξάνεται με την ίδια αριθμητική συνέπεια που εξαπλώνεται και η πραγματική ασθένεια του κορονοϊού.  Όσο γίνεται ισχυρότερη, τόσο περισσότερο φανερώνει την απάνθρωπη υφή της μεταμοντέρνας βιοπολιτικής, η οποία υπερτονίζει την κυριαρχία όσων ενεργητικά μπορούν να πάρουν αποφάσεις αναφορικά με την αξία της ζωής ενός ανθρώπου.  Πιο απλά, κυρίαρχος είναι εκείνος που έχει τη δύναμη να αποφασίζει ποιος είναι άξιος να ζήσει.

Τελικά όμως, αυτό που γίνεται εμφανές είναι ότι δεν ζούμε σε μια κατάσταση εξαίρεσης που επέβαλε αναπόφευκτα ένα είδος βιοπολιτικής στα σώματα των κοινωνικά αδύναμων μέσω των lockdowns και των διαφόρων μορφών πανοπτισμού. Αυτό που ζούμε είναι πιθανότατα η μεταστροφή αυτή της κατάστασης σε μια νομιμοποιημένη, από τους κυβερνητικούς ιατρούς και τα ΜΜΕ, θανατοπολιτική η οποία αναδύεται πάνω στην βάση τριών μορφών βίας: τη συμβολική, την φυσική και την οικονομική.

*Ο Γιώργος Πάσχος είναι υποψήφιος διδάκτορας κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γιόρκ, Αγγλία

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο