Του Γιάννη Δημογιάννη

Αν και παράδοξο – σίγουρα ο ίδιος θα το διακωμωδούσε ή ίσως και να το σάρκαζε – φαντασιώνομαι συχνά τι θα μπορούσε να γράψει και κυρίως να σχολιάσει ο Γιώργος Ιωάννου, ιδίως σε ό,τι αφορά τα στεκούμενα νερά της ομορφότερης χώρας στον κόσμο… Αναθρεμμένος, βλέπεις, σε μία συντηρητική μεσοαστική οικογένεια και γαλουχημένος επί σειρά ετών με τα στερεότυπα των χριστιανικών οργανώσεων της Θεσσαλονίκης, προφανώς θα ταίριαζε ιδανικά για να ψηλαφίσει με την πλάγια ματιά του, τα σημάδια των σύγχρονων καρφιών. Να φιλτράρει δηλαδή εκείνες τις συμπεριφορές, που εξακολουθούν πεισματικά να κατατρώγουν τα σωθικά της σύγχρονης, υποτίθεται, κοινωνίας μας. Και όχι μονάχα, σε όσα αφορούν το γνώριμο σκηνικό της συντήρησης και της θρησκευτικής οπισθοδρόμησης, που στιγματίζουν τη μοίρα τόσων γενιών, αλλά και ευρύτερα, σχετικά μ’ όλα εκείνα τα εγχώρια «κείμενα», που δεν παύουν να είναι και κακά. Στην κοινωνία, την πολιτική, τον πολιτισμό, τις πεποιθήσεις.

Παρά, όμως, το πέρασμα του χρόνου, ο λόγος του Γ. Ιωάννου παραμένει επίκαιρος, αναθερμαίνοντας τη νοσταλγία, για όσους τον αγάπησαν. Νοσταλγία, ακόμη και γι’ αυτή την «φθινοπωρινή» ατμόσφαιρα, που τόσο ταίριαζε στη μελαγχολική του φύση. Μία φθινοπωρινή αφήγηση, που παραπέμπει άμεσα στην περίσκεψη και τον Καβαφικό σκεπτικισμό. Ένας λόγος ευθύβολος και ανατέμνων. Σκληρός – ενίοτε μέχρι και δηκτικός – αλλά συνάμα, τόσο τρυφερός. Σαρκαστικός, αλλά ταυτόχρονα συμπονετικός. Δοκιμιακός κι όμως περιπαικτικός. Με άλλα λόγια, μοναδικός, για όσα έβλεπε, αλλά πρωτίστως, για όσα μαρτυρούσε με τα πεζογραφήματα του.

Αν πάραυτα είχα την πολυτέλεια να επιλέξω αυτό το στοιχείο, που για εμένα ξεχωρίζει σε τούτη τη φαντασιακή επιστροφή – αφού μονάχα μία ανατρεπτική ματιά σαν και τη δική του θα μπορούσε ν’ ανταποκριθεί λυτρωτικά – είναι οι πολλαπλές λειτουργίες της ειρωνείας. Εξάλλου, ο Ιωάννου γνώριζε πολύ καλά πόσες σπονδυλικές μπορεί να «τσακίσει» ο μοναδικός ανθρώπινος μυς, που δεν έχει καν κόκαλα: η γλώσσα. Τον είχε προηγουμένως μελετήσει βαθιά στην παρακαταθήκη του Καβάφη και του Καρυωτάκη, μιας και αυτοί τον είχαν μυήσει στην τέχνη του φενακισμού, της απόκρυψης και συνακόλουθα της αποκαθήλωσης των καθημερινών συμβάσεων. Γιατί πώς αλλιώς δύνασαι ν’ αποκαλύψεις τις γενεσιουργές αιτίες των φαινομένων, αν δεν μπορείς να τραβήξεις το χαλί των λέξεων, όπως ανελλιπώς έκανε ο Ιωάννου. Ν’ αντισταθείς δηλαδή στην πανταχού παρούσα, υποκριτική συμπεριφορά του σύγχρονου αλλοτριωμένου ανθρώπου – αυτή που θρέφει και ανανεώνει κάθε μορφής φαρισαϊσμού και κοινωνικής περιχαράκωσης.

Πρωτ’ απ’ όλα, λοιπόν, η ειρωνεία. Γιατί είμαι σίγουρος πως ο Ιωάννου θα είχε πολλά να σούρει σε περιπτώσεις σαν και τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, που ήρθε σαν απόρροια ενός επώδυνου κύκλου στιγματισμού και ψυχικής εξόντωσης. Θα ήξερε σίγουρα με ποια ραπίσματα θα φιλοδωρούσε τον εσμό των νοικοκυραίων και των πάσης φύσεως εφησυχασμένων, που πάντοτε βρίσκουν αφορμές να διαιωνίζουν τη μιζέρια και τον κακοφορμισμό τους. Και πώς αλλιώς μπορείς να σταθείς αλληλέγγυος στην απόγνωση των κατατρεγμένων, ποια άλλη διαφυγή σού απομένει, παρά ο ανακουφιστική διέξοδος της τέχνης και εν προκειμένω, η καταφυγή της γλώσσας. Ο Ιωάννου, αυτό το κατείχε δίχως περιστροφές: ο κοινωνικός πόλεμος φαντάζει ανελέητος χωρίς αντιστάσεις, οπότε αναπόδραστα, η ειρωνική γλώσσα συνιστά, αν μη τι άλλο, την εκτόνωση και ταυτόχρονα το αναντικατάστατο όπλο.

Ιδίως μάλιστα σε όσες περιπτώσεις η επίθεση του Ιωάννου χρειάζεται να γίνει πιο διεκδικητική, ο σαρκαστικός σχολιασμός του λειτουργεί σαν ένα είδος αποτελεσματικής αντίστασης στην πολιορκία. Σαν και το ακόλουθο απόσπασμα, καλή ώρα. Εδώ, ο Ιωάννου στρέφει τα βέλη κατά των περιβόητων παρ-θρησκευτικών Χριστιανικών σωματείων της Θεσσαλονίκης, αυτό το ευγενές φυτώριο των εθνικιστικών στερεοτύπων, που ευθύνεται για τον πνευματικό ευνουχισμό αναρίθμητων εφήβων: «Με τη δύση του ηλίου γινόταν υποστολή της σημαίας, πράγμα που με ενοχλούσε πάρα πολύ, γιατί ήμουν τελείως αντιπολεμικός και αντιηρωικός. Μου φαινόταν πολύ προσκοπικά τα καμώματα αυτά, και για την πνευματική αδειοσύνη των προσκόπων εγώ ένιωθα αλλεργία. Οι απαισιότερες όμως ώρες για εμένα έρχονταν μετά την υποστολή. Ήταν οι ώρες που αποτελούσαν για εμένα την τρικέφαλη πλήξη, που λεγόταν αυτοσυγκέντρωση, αυτοκριτική και αυτοσχέδια προσευχή». Φαντάσου, άρα, τι θα μπορούσε να κεντήσει με τη γραφίδα του, για τα καραγκιοζλίκια του Καμμένου ή για τον παιανισμό, κάθε λίγο και λιγάκι, του εθνικού ύμνου ενώπιον του τεθλιμμένου, ντε και καλά, Παυλόπουλου.

Όταν βέβαια η περίσταση το απαιτούσε, η στηλιτευτική του διάθεση μετατρεπόταν σε γλώσσα φαρμακερή. Μία δύναμη που ορθώνεται καταγγελτική απέναντι σε διαβρωτικές συμπεριφορές. Η επόμενη σκηνή αφορά και πάλι το ζοφερό σκηνικό της Χριστιανικής κατήχησης: «Αλησμόνητη θα μου μείνει η λειτουργία ενός παπά, που μόλις είχε γυρίσει απ’ τα στρατόπεδα της Γερμανίας. Δεν τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί, είχε πάει εθελοντικά ακολουθώντας μία ομάδα δικών του ανθρώπων, που τους είχαν πιάσει οι Γερμανοί. Δεν ξέρω αν προσεχτεί σήμερα αυτό το «εθελοντικά και να λάβει το βάρος που έχει… θυμούμαι έναν ανόητο, που έγινε κι αυτός μετά παπάς, που το μόνο που βρήκε να σχολιάσει μετά τη λειτουργία ήταν ότι ο εκ των στρατοπέδων ιερεύς είπε μιλώντας για το νησί του τη Λήμνο, τη φράση «ένα μικρό νησάκι», ενώ αυτό αποτελεί ταυτολογία. Ή «ένα μικρό νησί» ή «ένα νησάκι», έλεγε εκείνη η μαρίκα και κουνιότανε. Φαντάσου τι της είχε κάνει εντύπωση.»

Αυτή την εκεχειρία διασφαλίζει ο ειρωνικός λόγος, σε όλες τις παραλλαγές και τις διακυμάνσεις του. Αποκαλύπτει την σκόπιμα αθέατη πλευρά των πραγμάτων. Ιχνηλατεί το χάσμα ανάμεσα στη αλήθεια και την αληθοφάνεια. Υποσκάπτει όσες συμπεριφορές αλλοτριώνουν, συνθλίβοντας την ιδιαιτερότητα των ανθρώπων. Ξεγυμνώνει τα κατά συνθήκη ψεύδη. Τον φενακισμό και την απόκρυψη. Απογυμνώνει, δίχως να ωραιοποιεί και να υποκρίνεται. Γιατί ενδόμυχη πρόθεσή του Ιωάννου ήταν να συνταχθεί στο πλευρό των κοινωνικά απόκληρων, των περιθωριοποιημένων, των στιγματισμένων. Ο υφέρπων συνεκτικός δεσμός μαζί τους, προβάλλει εύλογος: και ο ίδιος είχε βιώσει την προκατάληψη, το “κουτσομπολιό”, ίσως και το στίγμα για πολλές δικές του επιλογές, όπως φερ’ ειπείν, η λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του.

Το θέμα όμως είναι πως, τώρα – καθώς προστρέχω σε τούτη τη φαντασιακή αναδρομή – διαπιστώνω εμφαντικά, την εμμονή του Ιωάννου να επιστρέφει γύρω από το ίδιο κοινωνικό περίγυρο, κάθε φορά που καταφεύγει στην ειρωνεία. Και αυτό το σκηνικό, στο οποίο εστιάζει και επικεντρώνει την υποδόρια κριτική του, είναι πρωτίστως ο χώρος της θρησκείας, ξεχωρίζοντάς τον σαν εκείνο το μηχανισμό που πρωταγωνιστεί στην κοινωνική οπισθοδρόμηση και χειραγώγηση. Επιλογή, διόλου τυχαία, αν αναλογιστούμε τη συνάφεια Ελληνικής κοινωνίας και θρησκείας.

 

Επικαλούμαι επομένως, και πάλι, την ειρωνική διαφυγή του, αυτή τη φορά μ’ ένα επεισόδιο, που καταφεύγει στο μαύρο χιούμορ, το μακάβριο σαρκασμό, και τον υπαινιγμό: «Και εικάζω αυτό από κάτι παρόμοιο που υπάρχει στη Θεσσαλονίκη, όπου δίπλα, σύρριζα, στο Στρατόπεδο Αρμάτων «Νταλίπη» κείται το νεκροταφείο της Καλαμαριάς κι άκουσα κάποτε μια έξυπνη και χιουμορίστρια, λαϊκή όμως, αδελφή, να διακηρύσσει – πομπωδώς, όπως συνήθως – πως μεγάλη της ήταν να θάψουν το κορμί, το σώμα της – «κηδεύσατέ» μου το σώμα – όχι απλά στο νεκροταφείο της Καλαμαριάς, αλλά δίπλα, σύρριζα, όπως είπαμε, στο στρατόπεδο «Νταλίπη», ώστε η ψυχή της να βρίσκεται πάντοτε δίπλα στα «παιδιά», που ως γνωστόν κάνουν διάφορα πράγματα, όταν είναι στις σκοπιές τους».

Καθώς φαίνεται και από τους υπαινιγμούς του παραπάνω αποσπάσματος, χρειάζεται σε τούτο τον τόπο να γίνουν πολλά, ώστε οι άνθρωποι να ορίζουν τελικά τις ζωές τους και να αυτοπροσδιορίζονται αβίαστα, και προφανώς, όχι μονάχα στα πλαίσια μίας λογοτεχνικής συνθήκης. Όσο κι αν αυτή λειτουργεί σαν καταφύγιο ή σαν εκτονωτική διαφυγή. Και ο Γ. Ιωάννου αποδείχθηκε μέγας αριστοτέχνης στην υπογράμμιση αυτής της παραδοχής. Η τέχνη μπορεί μεν να δρα σαν στιγμιαίο παυσίπονο, αλλά από μόνη της δεν αρκεί.

epimithio.blogspot.com

Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

N.

Αφήστε ένα σχόλιο