Γιάννης Μπρούζος

Συμβολή στον προσυνεδριακό διάλογο για την ίδρυση νέας αριστερής συλλογικότητας

Τί μας “διδάσκει” η πανδημία;

Όπως ξέρουμε και νιώθουμε, αν κάτι κατακλύζει το ατομικό και συλλογικό βίωμα του “τώρα”, την ζωή όλων μας σήμερα, αυτό είναι η πανδημία και η διαχείρισή της σε όλα τα επίπεδα. Λένε πολλοί/ες ότι το συμβάν της πανδημίας οδήγησε -με τα μέτρα προστασίας, τα λοκντανουν, την υποχρεωτικότητα του εμβολισμού μεταξύ άλλων- στην ενίσχυση του κρατικού αυταρχισμού, στην καταπάτηση και περιστολή των ατομικών ελευθεριών, στην ισοπέδωση της ατομικότητάς μας, της ελευθερίας των απόψεων, του δικαιώματος έκφρασης της προσωπικής μας γνώμης (ενάντια στην “γνώμη” της επιστήμης ή της εξουσίας), του δικαιώματος να (μην)  κάνω ότι (δεν) θέλω στο σώμα μου. Και ορισμένοι/ες που τα λένε αυτά, προβαίνουν, ή/και μας καλούν να προβούμε όλοι, σε πράξεις ατομικής αντίστασης ή άρνησης γενικότερα, ενάντια σε κάθε κρατική ή θεσμική -ή εξουσιαστική θα έλεγαν- ενέργεια φτάνοντας ακόμα και στην ατομική άρνηση της απογραφής πληθυσμού.

Είναι όμως αυτό το “μάθημα” που πρέπει να πάρουμε από την πανδημία; Μήπως αυτό που έλειψε τελικά περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο -στο να αντιμετωπίσουμε ως κοινωνίες αυτή την ολέθρια απειλή- δεν είναι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου αλλά -αντίθετα- η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο, η φροντίδα του διπλανού, η προστασία της φύσης και του ανθρώπου πάνω σε όλο τον πλανήτη, η θεσμική και κρατική πρόνοια; Μήπως η “επίθεση” από το κράτος δεν είναι τόσο στις ατομικές μας ελευθερίες και δικαιώματα αλλά στις συλλογικές; Και πιο συγκεκριμένα δεν είναι η δικιά μας κυβέρνηση, όπως και πολλές άλλες παγκοσμίως, η οποία δηλώνει και είναι όντως -στα όρια του γελίου μάλιστα (βλ. ταξίδια πρωθυπουργού)- ενάντια στην κρατική παρέμβαση; Δεν αφήνει η κυβέρνησή μας τους πολίτες, το σύστημα υγείας και γενικά κάθε σύστημα πολιτικής προστασίας στο έλεος της θεσμικής και υλικής κατάρρευσης; Δεν είναι με λίγα λόγια η κυβέρνησή μας αυτή που έχει κάνει ευκαιρία την πανδημία, όχι για να επιτεθεί στο άτομο, αλλά για να διαλύσει τους δημόσιους και πολιτικούς θεσμούς, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις κοινωνικές, πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις και κινήματα; Και δεν είναι ακριβώς αυτοί οι “θεσμοί” το αποκούμπι των περισσότερων “ατόμων” για να καλυφθούν οι -ατομικές- ανάγκες και επιθυμίες για υγεία, μόρφωση, εργασία και άλλα κοινωνικά αγαθά; Και για να πάμε ένα βήμα παραπέρα, δεν είναι ακριβώς στο “άτομο” που ομνύει κάθε τρεις και λίγο η κυβέρνηση μιλώντας για ατομική ευθύνη, ατομική προστασία, ατομική υπευθυνότητα; Και όλα αυτά βέβαια γιατί σε συλλογικό επίπεδο, σε θεσμικό επίπεδο δεν -θέλει να- κάνει απολύτως τίποτα;

Αν μας δίνει λοιπόν ένα μάθημα η αντιμετώπιση της πανδημίας, δεν είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερη “ατομικότητα” -εξ’ άλλου από αυτήν έχουμε μπόλικη τόσες δεκαετίες που μας την ταίζει ο καπιταλισμός- αλλά περισσότερη “συλλογικότητα”. Και συγκεκριμένα χρειάζεται να ξανασκεφτούμε και να ξαναπράξουμε με συλλογικό τρόπο πάνω σε όλα τα ζητήματα που μας απασχολούν, πανω στα θέματα της σίτισης, της στέγασης, της υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας, του περιβάλλοντος, της παιδείας, της δημοκρατίας. Και χρειάζεται να το κάνουμε τώρα, περισσότερο από ποτέ, γιατί είναι ακριβώς τα καπιταλιστικά δίχτυα της ατομικής κατανάλωσης, της ατομικής ιδιοκτησίας, της φενάκης του “έχω άρα είμαι”, της ατομικής απόλαυσης -της υπεραπόλαυσης ανευ νοήματος που μόνο στην ανία και στον θάνατο οδηγεί-, της υπερπαραγωγής, της καταστροφής του περιβάλλοντος που πλέον με τόσο φανερό τρόπο μας έχουν φέρει ως ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού -αν δεν έχουμε πέσει ήδη.

Γιατί εμείς τώρα;

Για την γενιά μας που βρήκε πολλά έτοιμα -όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά και συλλογικές κατακτήσεις, ακόμα και συλλογικότητες ή κόμματα- αλλά σιγά σιγά της στέρησαν σχεδόν τα πάντα, ήρθε η ώρα να φτιάξει κάτι από την αρχή.  Και αυτό το “κάτι” είναι μια νέα συλλογικότητα, που θα διαφέρει από τα κόμματα που “γνωρίσαμε”, που “μας έλαχαν” ως γενιά “έτοιμα” από τους προηγούμενους. Μια συλλογικότητα που κληρονομεί μελετώντας ό,τι αξίζει από τα προηγούμενες προσπάθειες της ανθρωπότητας να αντιληφθεί -κυρίως μέσω του μαρξισμού αλλά και άλλων ρευμάτων σκέψης- αλλά και να απελευθερωθεί -μέσω των κοινωνικών αγώνων και επαναστάσεων- από τα δίχτυα του καπιταλιστικού συστήματος  όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο. Και ταυτόχρονα μια συλλογικότητα που έρχεται να μιλήσει με την φωνή μιας γενιάς που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην καπιταλιστική τρέλα της υπερκατανάλωσης, και που δεν αντέχει άλλο αυτή την απάνθρωπη και αντιπεριβαλλοντική μανία του καπιταλισμού να ισοπεδώνει τα πάντα στο βωμό του κέρδους. Γιατί έχουμε καταλάβει όλοι/ες πια, ότι η ζωή μας δεν αποκτά νόημα από την ασύδοτη ατομική ελευθερία, την κατανάλωση του ενός γκατζετ μετά το άλλο, της μιας “υπηρεσίας” μετά την άλλη, του αντικειμένου που πάντα υπόσχεται την ικανοποίηση και ποτέ δεν την δίνει, της αυτιστικής ατομικής απόλαυσης -χωρίς καν την παρουσία του Άλλου-, γιατί ο λόγος του καπιταλιστή, η υπόσχεση της ευτυχίας μέσω της κατανάλωσης, είναι ένας κενός λόγος. Γιατί όλοι/ες βλέπουμε πια, πως ο πλανήτης μας μπορεί να γίνει ένα εντελώς αφιλόξενο μέρος για την ανθρωπότητα, αν συνεχίσουμε να τον χαλάμε. Εξάλλου όχι μόνο τα έντονα φαινόμενα -πυρκαγιές και πλημμύρες- αλλά και ο κορονοϊός και οι μεταλλάξεις του έχουν την αιτία τους μεταξύ άλλων και στην περιβαλλοντική υποβάθμιση.[1] Γιατί μας “χαλάει” πλέον να βλέπουμε τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα και τους αρχηγούς τους να αδιαφορούν για τα πραγματικά προβλήματα μας και να ενεργούν μόνο επικοινωνιακά για να συντηρήσουν το “πολιτικό τους κεφάλαιο”.

Τί όμως θα ήταν καλό να κάνουμε αλλιώς;

Η γέννηση μιας νέας συλλογικότητας -όπως η γέννηση ενός παιδιού- αλλάζει για πάντα το πρόσωπο του κόσμου. Πρωταρχικά για τους “γονείς” της, δηλαδή όλες και όλους εμάς που συμμετέχουμε στην ίδρυσή της και εντασσόμαστε σε αυτήν, και εν συνεχεία -αν τα καταφέρουμε- και του περιβάλλοντος κόσμου, της κοινωνίας στην οποία ζούμε αλλά και ευρύτερα του πλανήτη μας. Δεν γεννιέται βέβαια -όπως και κανένα παιδί- εν κενώ, αλλά μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια και όρια μέσα στα οποία συνυπάρχει με άλλες όμορες συλλογικότητες και με αντίρροπες βέβαια δυνάμεις. Από τη μια λοιπόν βρίσκονται τα ταυτοτικά και φυσιογνωμικά της χαρακτηριστικά και από την άλλη ο Λόγος και η στάση της προς τα έξω, προς τους μη ενταγμένους σε αυτήν ανθρώπους και προς τις άλλες δυνάμεις. Θα προσπαθήσω παρακάτω να σκιαγραφήσω την γνώμη μου επ’ αυτών και πιο συγκεκριμένα στο που πρέπει να διαφέρουμε σε σχέση με τις προσπάθειες του παρελθόντος, την κληρονομιά μας.

Εν αρχή ην ο Λόγος -γνωστό αυτό-, και το πρώτο πράγμα που πρέπει να δούμε είναι πως θα αρθρώσουμε έναν Λόγο απέναντι στον Λόγο του καπιταλιστή, με μία γλώσσα που δεν θα ορθώνει εμπόδια και φράγματα στους/ες μη μυημένους/ες σε πολιτικές οργανώσεις (ιδιαίτερα της αριστεράς με την αντίστοιχη jargon-ιδιόλεκτο), δεν θα είναι Λόγος αποκλεισμού αλλά συμπερίληψης του έτερου, του διαφορετικού.

Χρειαζόμαστε έναν Λόγο που θα περιγράφει και θα εξηγεί με όσο το δυνατόν απλούστερη γλώσσα τον καπιταλισμό ως το (αντί)κοινωνικό-οικονομικό σύστημα που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και την κατασπατάληση φυσικών πόρων με επιδίωξη το ατομικό κέρδος. Ως το σύστημα που γεννά, αξιοποιεί και αναπαράγει τις ανισότητες μεταξύ φτωχών-πλούσιων, ανδρών-γυναικών, νέων-ηλικιωμένων, ατόμων διαφορετικών σεξουαλικών προτιμήσεων, ανάπηρων ή ασθενών και μη, ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής, γλωσσικής, μορφωτικής ή πολιτισμικής προέλευσης, κρατών λαών και εθνών οδηγώντας σε διαμάχες και πολέμους.

Ταυτόχρονα χρειαζόμαστε έναν Λόγο ταυτότητας που θα περιγράφει (νοηματοδοτώντας διαφορετικά την  ατομική και συλογική ύπαρξη ύπαρξη από τον λόγο του καπιταλιστή) τις δικές μας αξίες, την ζωή, την ειρήνη, την αλληλεγγύη, την δημιουργία, την συλλογικότητα, την αρμονική σχέση ανθρώπου-φύσης ενάντια στην καταστροφή του φυσικού αλλά και ανθρωπογενούς-πολιτισμικού περιβάλλοντος και ενάντια στον καταναλωτισμό. Υπερασπιζόμαστε και αγωνιζόμαστε για την διεύρυνση των δημόσιων και δωρεάν αγαθών και υπηρεσιών (σίτιση, στέγαση, ενέργεια, υγεία, παιδεία, αθλητισμός, πολιτισμός, ασφάλιση, πρόνοια) κόντρα στην ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Επίσης θα πρέπει να κάνουμε σαφές, τόσο μέσα από τον λόγο όσο και από τις πράξεις μας, ποιοί/ες είμαστε και με ποιους/ες είμαστε. Είμαστε με τους/τις “από κάτω”, με τους/τις καταπιεσμένους/ες του καπιταλιστικού συστήματος, με την ενότητα των εργαζομένων και των ανέργων κόντρα στην εργοδοσία, με τους/τις μετανάστες/τριες και την πολυπολιτισμικότητα κόντρα στον ρατσισμό και τον φασισμό, με το φεμινιστικό και ΛΟΑΤΚΙ[2] κίνημα κόντρα στην έμφυλη βία και την πατριαρχία.

Εν τέλει ο Λόγος μας και η πρακτική μας θα πρέπει να εξηγεί απλά και να δείχνει προς τον στρατηγικό μας στόχο, την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας,  την οριοθέτηση της κοινωνικής παραγωγής ώστε να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες χωρίς να καταστρέφει το περιβάλλον, την δημοκρατική οργάνωση της συλλογικής ζωής με βάση την αρχή “στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του, από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του”, τον Κομμουνισμό.

Όσον αφορά στην φυσιογνωμία μας πέρα από την αγωνιστικότητα δυο λέξεις κλειδιά νομίζω θα πρέπει να μπουν έντονα στο λεξιλόγιο και την πρακτική της συλλογικότητάς μας: “Συμπερίληψη” και “Φροντίδα” και ως προς το “μέσα”, το εσωτερικό μας, τα μέλη μας, και ως προς το “έξω”, τους άλλους ανθρώπους ή συλλογικότητες-κινήματα που προσεγγίζουμε ή μας προσεγγίζουν.

“Συμπερίληψη” ως προς το “μέσα” μας σημαίνει ότι η οργάνωση μας είναι ένα πορώδες συλλογικό σώμα, που χωράει και αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνικότητας, φύλου, επιπέδου μόρφωσης, γλωσσικής, πολιτιστικής και κοινωνικής προέλευσης και αναφοράς, σεξουαλικών προτιμήσεων, αναπηρίας, ασθένειας, ή άλλων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών. Ακόμα περισσότερο βλέπει όλες αυτές τις διαφορετικότητες και ως προς τις ταυτότητες και ως προς τις απόψεις-φωνές ως πραγματικό πλούτο, ως αυτό που δίνει ομορφιά και νόημα στην συλλογική ζωή και άρα όχι μόνο τις σέβεται αλλά τις επιδιώκει, τις αποζητά. “Συμπερίληψη” ως προς το “έξω” σημαίνει ότι η απεύθυνσή του λόγου και των δράσεών μας προσπαθεί να ενώσει όλες αυτές τις διαφορετικότητες, να “συνομιλήσει” μαζί τους και να “εντάξει” τους ανθρώπους που τις φέρουν (εξάλλου όλοι και όλες φέρουμε κάποια) στην συλλογικότητα μας, συνθέτοντας δημιουργικά με ανοιχτότητα και έμπνευση και όχι διαχωρίζοντας, στεγανοποιώντας και θέτοντας εμπόδια στο διαφορετικό είτε με τον λόγο είτε με τις πρακτικές μας. Συμπερίληψη σημαίνει και ενότητα για κοινούς σκοπούς με άλλες συλλογικότητες αναγνωρίζοντας το όριό μας, την αδυναμία μας δηλαδή να νικήσουμε μόνοι/ες μας.

“Φροντίδα” ως προς το “μέσα” σημαίνει ότι η οργάνωσή μας δίνει ένα ξεχωριστό νόημα στην έννοια του μέλους. Βλέπει το κάθε μέλος της σαν ένα μοναδικό άνθρωπο, με ξεχωριστά χαρακτηριστικά, ανάγκες και επιθυμίες και διατίθεται να παρέχει φροντίδα, νοιάξιμο, και να σταθεί αλληλέγγυα στα πλαίσια των δυνατοτήτων της για όποιο ζήτημα το απασχολεί ή όποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει στην εργασία, στην υγεία, στην μόρφωση, στην φροντίδα τέκνων και οικείων, στην πολιτική και κοινωνική του ζωή. Θα πρέπει να είναι ένα αποκούμπι για το μέλος της, ένας χώρος μόρφωσης, συλλογικής και πολιτικής παιδείας, ένας χώρος που θα βρίσκει κι αυτά που δεν αγοράζονται με χρήματα. Αντίστοιχα “φροντιστική” θέλουμε να είναι και η απεύθυνση προς τα “‘εξω” στον κάθε άνθρωπο που προσεγγίζουμε ή μας προσεγγίζει αλλά ιδιαίτερα προς κάθε άνθρωπο ή κοινωνική ομάδα που βιώνει έντονα κατά περιόδους την καπιταλιστική κρίση, καταστροφικότητα και καταστολή όπως για παράδειγμα πληγέντες από φυσικές καταστροφές, ασθενείς, διωκόμενους για την πολιτική δράση τους, απωθούμενους μετανάστες ή πρόσφυγες αιτούντες άσυλο, απολυμένους εργαζόμενους κ.α. Η “φροντίδα” είναι εμφανώς ένας εμπλουτισμός της έννοιας “αλληλεγγύη”, ένας εμπλουτισμός που θέλει -εμπεριέχοντας βεβαίως την ευρύτερη αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους κάθε είδους- να παρέχει επιπλέον την εξειδικευμένη και εξατομικευμένη μέριμνα και νοιάξιμο για την μοναδικότητα του κάθε ατόμου αλλά και κάθε κοινωνικής ομάδας και  των προβλημάτων που βιώνει, τις ιδιαίτερες ανάγκες και πλαίσια στα οποία λειτουργεί.

Με μια λέξη η συλλογικότητα που σήμερα έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, θα πρέπει να είναι γλυκιά όχι όμως γλυκανάλατη και μελό. Να γλυκαίνει τους καταπιεσμένους ανθρώπους μέσα σε στην σκληρή πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού. Γλυκιά, συντροφική, φροντιστική, δημιουργική, αλληλέγγυα, συμπεριληπτική χωρίς να χάνει την οριοθέτησή της, και την αγωνιστική και ασυμβίβαστη αντίθεσή της με το κυρίαρχο, το οποίο εξάλλου είναι στον αντίποδα όλων αυτών. Οι συλλογικότητες Συνάντηση και Αναμέτρηση μαζί με πολλές και πολλούς από εμάς ανένταχτες και ανένταχτους έχουμε ήδη πάρει την απόφαση να ιδρύσουμε μια τέτοια συλλογικότητα. Στην ιδρυτική συνδιάσκεψη -όποτε τελικά και να πραγματοποιηθεί- θα είμαστε εκεί, όλοι και όλες που την έχουμε ανάγκη. Θα είμαστε εκεί όταν αυτή η γέννηση θα αλλάζει την μορφή του κόσμου.

[1] Γιατί το “Don’t look up” δεν είναι πια science fiction, αλλά μιλάει -με πολλά προβλήματα είναι αλήθεια ως ταινία, με μια σχετική όμως περιγραφική επάρκεια- για το εδώ και τώρα

[2] (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφιλοι, Τρανς, Queer και Ίντερσεξ άτομα)

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο