του Νικήτα Φεσσά

Το σωτήριον έτος είναι το, όχι πολύ μακρινό, 1895. Το παρισινό πρωινό συννεφιασμένο.  Σε ένα επιβλητικό, όσο και ατιμωτικό τελετουργικό με παρούσα σύμπασα τη στρατιωτική ηγεσία, ένας λοχαγός του γαλλικού στρατού «ξηλώνεται» από τα γαλόνια και τα κουμπιά της στολής του. Ένας άλλος αξιωματικός που παρακολουθεί τη διαδικασία, σχολιάζει ότι ο εν λόγω λοχαγός μοιάζει με «Εβραίο ράφτη που του παίρνουν το χρυσάφι». Οι συνάδελφοι που βρίσκονται δίπλα του γελούν. Λεπτομέρεια: ο πρώην λοχαγός που υποβιβάζεται σε απλό στρατιώτη, και καταδικάζεται να εκτίσει την ποινή των ισοβίων εξόριστος στο απομακρυσμένο νησί ‘‘του Διαβόλου’’, είναι Εβραίος.

Είναι ο Ντρέιφους, από τη διάσημη, αληθινή υπόθεση κατασκοπίας και αντισημιτισμού στο στράτευμα που συγκλόνισε τη Γαλλία της εποχής. Την υπόθεση στην οποία αναμίχθηκε, γράφοντας το διάσημο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Aurore με τίτλο «Κατηγορώ!» (‘J’ accuse’), o ήδη τότε καταξιωμένος, ηλικιωμένος «σταρ» συγγραφέας Εμίλ Ζολά. Ο Ζολά πήρε ανοιχτά το μέρος του Ντρέιφους, και ήταν λάβρος εναντίον της ηγεσίας του στρατεύματος, την οποία κατακεραύνωσε παίζοντας τη φήμη και την υστεροφημία του κορώνα-γράμματα, για ένα σκοπό που πίστευε ακράδαντα ότι είναι δίκαιος.

Ο θρυλικός, όσο και αμφιλεγόμενος (βλ. την υπόθεση βιασμού ανήλικου κοριτσιού που τον ακολουθεί ως βαριά σκιά εδώ και δεκαετίες) σκηνοθέτης Ρομάν Πολάνσκι επιστρέφει με τη δική του εκδοχή της θυελλώδους ιστορίας. Παρεμπιπτόντως, τα ίδια γεγονότα πραγματεύεται η καλοφτιαγμένη ελληνική ταινία – βασισμένη στο θεατρικό έργο του Μανώλη Σκουλούδη, το οποίο, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Φίνος Φιλμ, με τη σειρά του στηρίχτηκε στην αμερικανική βιογραφική ταινία του 1937, Η Ζωή του Εμίλ Ζολά – του 1960, με τίτλο Είμαι Αθώος, σε σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη, με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα και Αλέκο Αλεξανδράκη σε κεντρικούς ρόλους, και τον Δημήτρη Μυράτ ως Ντρέιφους.

Ο Πολάνσκι επικεντρώνεται στον αξιωματικό που έκανε το αντισημιτικό σχόλιο στην αρχή της ταινίας, ονόματι Πικάρ (αρκετά καλός στον ρόλο ο Ζαν Ντιζαρντέν), ο οποίος σύντομα παίρνει προαγωγή αναλαμβάνοντας το Γραφείο Πληροφοριών του στρατού, καθώς ο προκάτοχός του είναι άρρωστος (ετοιμοθάνατος) με σύφιλη.

Από το νέο του πόστο, ο αντισυνταγματάρχης Πικάρ θα αρχίσει σιγά-σιγά να αλλάζει γνώμη για τον Ντρέιφους, και να ανακαλύπτει άσχημες αλήθειες για τους ανωτέρους του, καθώς ξετυλίγει τον ιστό μιας σκοτεινής σκευωρίας εναντίον του πρώην λοχαγού. Ο τελευταίος, μαζί με άλλους Εβραίους αξιωματικούς στο γαλλικό στράτευμα, θεωρείται αυτομάτως προδότης από τη ρατσιστική, ανίκανη, αρτηριοσκληρωτική, και διεφθαρμένη ηγεσία του στρατού. Η ιστορία του Ντρέιφους ουσιαστικά αφορά στο πώς, παρά τις προσπάθειες για συγκάλυψη προκειμένου να μην τρωθεί το κύρος του, τελικά σύσσωμος ο θεσμός που θεωρείται σύμβολο του πατριωτισμού αναγκάζεται να συρθεί στις αίθουσες των δικαστηρίων, και τελικά να παραδεχτεί, έστω έμμεσα και πολύ αργά, ένα μίγμα τραγικών σφαλμάτων, αβλεψιών που βασίζονται σε προκαταλήψεις, και καθαρής σκευωρίας, και έτσι να εκτεθεί ανεπανόρθωτα όσον αφορά τον συστημικό ρατσισμό στις τάξεις του.

Ο Πολάνσκι έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με τη σκοτεινότερη σελίδα του αντισημιτισμού, το Ολοκαύτωμα, στον αριστουργηματικό Πιανίστα. Μέλη της οικογένειας του μετέπειτα σκηνοθέτη κατέληξαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ ο ίδιος ως παιδάκι κατάφερε να γλιτώσει τυχαία, με νύχια και με δόντια, από τους Ναζί. Οπότε αναπόφευκτα όλες αυτές οι ιστορίες θα πρέπει να έχουν ιδιαίτερη σημασία για εκείνον.

Παράλληλα, τουλάχιστον τρεις σκηνές στην ταινία, η μία με τον ρατσιστή προκάτοχο του Πικάρ να ‘‘φτύνει’’ μίσος ενώ σαπίζει κυριολεκτικά, μια δεύτερη με έναν όχλο στους δρόμους του Παρισιού να καίει αντίτυπα της εφημερίδας με το άρθρο του Ζολά, και τέλος μια όπου όχλος βάφει με μεγάλα γράμματα το γνωστό «ΕΒΡΑΙΟΣ» σε βιτρίνες, μαζί με το άστρο του Δαβίδ, περιλαμβάνουν εικόνες και ρητορική οι οποίες δυστυχώς ηχούν ιδιαίτερα επίκαιρες σήμερα, με την ακροδεξιά να κερδίζει σταθερά έδαφος στην Ευρώπη, και στην Αμερική του Τραμπ.

Το Κατηγορώ…! φαίνεται κάπως απλό, και μπορεί να μην κατατάσσεται στα αριστουργήματα ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Ωστόσο, οι γνωστές θεματικές που οι μελετητές του Πολάνσκι έχουν σημειώσει ότι διατρέχουν το έργο του (καχυποψία, παράνοια, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ο παρίας/ξένος, οι θεσμοί που αποπειρώνται να συνθλίψουν το άτομο) είναι όλες εκεί.

H ταινία επίσης βλέπεται και ως ιδιότυπη αστυνομική ιστορία, με τον Πικάρ ως ‘‘ντετέκτιβ’’ να θυμίζει κάτι από τον ήρωα που υποδύθηκε ο Τζόνι Ντεπ στην Ένατη Πύλη, του ιδίου σκηνοθέτη, εδώ χωρίς το μεταφυσικό στοιχείο.

Χωρίς να κάνει επίδειξη της σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας του, ο Πολάνσκι εδώ αρκείται σε μια λιτή, αλλά αποτελεσματική ματιά. Τα στάνταρ παραγωγής είναι προφανώς υψηλά, και οι ηθοποιοί όλοι καλοί στους ρόλους τους, με πρόσωπα «βγαλμένα» από φωτογραφίες της εποχής.

Όμορφη και η φωτογραφία της ταινίας, με παγερές ψυχρές αποχρώσεις που τονίζουν το κόκκινο της στολής του Πικάρ, όταν αυτός θα γίνει αποδιοπομπαίος τράγος.

Τέλος, το γεγονός ότι για μεγάλα διαστήματα δεν υπάρχει καθόλου μουσική, υπογραμμίζει το δραματικό εφέ των υποβλητικών συνθέσεων του Αλεξάντρ Νεσπλά, στα σημεία όπου αυτές ‘‘μπαίνουν’’ ξαφνικά.

Εν τέλει το σύνολο είναι άρτιο, και το μήνυμα που περνάει η ταινία, κυρίως μέσα από το αρρενωπό πρόσωπο του αταλάντευτα ηθικού ήρωα και ιστορικού προσώπου που υποδύεται ο Ντιζαρντέν, μαζί με το στωικό εκείνο του Ντρέιφους (σχεδόν αγνώριστος στον ρόλο ο Λουί Γκαρέλ), ο οποίος παρά την αδικία και τον εξευτελισμό παραμένει αξιοθαύμαστα προσηλωμένος στον κώδικα τιμής του στρατού, καθαρό.

Βαθμολογία 4/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Όσκαρ για τη φιλοξενία

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο