Του Σίμου Ανδρονίδη

«Τόση πορεία μες στο μαύρο και πάντα του το κλέβει το στημόνι κι υφαίνει όρθρους φεγγερούς σ’ άφεγγα μέρη πιάνει στο δείκτη του στάχτη αγαπημένων που αθέατοι έκαψαν και καίνε το ορυκτό τους φως» (Αρετή Γκανίδου, ‘Άντρας 4ος (Επιούσιος’).

Η πολιτική της κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ όσον αφορά την ίδια διαχείριση της έλευσης όσο και της παραμονής μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, προσδιορίζεται ‘φορτισμένα’ και στις διαστάσεις της πολιτικής απέναντι στα τέκνα των μεταναστών που εισέρχονται στη χώρα.

Όπως διαβάζουμε: «Στο διάστημα μεταξύ 19ης Απριλίου και 31η Μαΐου, 1.995 ανήλικοι απομακρύνθηκαν από 1.940 ενήλικες που συνελήφθηκαν και παραμένουν υπό κράτηση από την μεθοριακή αστυνομία εν αναμονή της άσκησης διώξεων σε βάρος τους, επισήμανε ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης».[1]

Η συγκεκριμένη πολιτική διαχωρισμού (κατά παράβαση του  Διεθνούς Δικαίου) των τέκνων από τους γονείς τους, εντασσόμενη στο πλαίσιο της πολιτικής της ‘μηδενικής ανοχής’ απέναντι σε μετανάστες δύναται να αναδείξει τους όρους άσκησης (στα ίδια τα παιδιά) μίας συναισθηματικής όσο και ψυχολογικής βίας[2] η οποία δια-κρατεί τις σημάνσεις μίας εμπρόθετης ‘οικογενειο-κτονίας’ που συντελείται στο έδαφος  των ΗΠΑ, προσδιορίζοντας παράλληλα τις τάσεις συγκρότησης ενός ‘καθεστώτος’ οριακότητας που λαμβάνει χαρακτηριστικά μετατόπισης των κύρια ανήλικων τέκνων στα όρια της νομικής ασάφειας και για αυτόν τον λόγο πραγματικότητας ή αλλιώς πραγμοποίησης του νόμου, προσιδιάζοντας παράλληλα, με υπόρρητο αλλά και πληθυντικά βίαιο τρόπο τις κινήσεις απόδοσης μίας ιδιαίτερης ‘σωτηριολογικής’ τομής..

Εκεί όπου η βίαιη απομάκρυνση των παιδιών από τους γονείς τους, επιτελείται και με όρους μίας ιδιότυπης ‘σωτηρίας’ τους από την Ισπανόφωνη και Κεντροαμερικάνικη ΄ραθυμία’ που στην πολιτική ορολογία του προέδρου Τραμπ τείνει οργανικά προς το έγκλημα[3], ‘εδαφοποιώντας’ τα στην ‘ανεπτυγμένη’ και καθαυτό Αμερικάνικη ‘γενεαλογία της οικίας’, μακριά από τον ζόφο, από τους δεσμούς συναισθηματικής εγγύτητας, από αυτό που δύναται να προσδιοριστεί ως ‘μεταναστευτική εντροπία’.

Η συνάρθρωση ασάφειας και δυνητικής ‘σωτηρίας’ προσλαμβάνει τις εκφάνσεις μίας πολιτικής επιτελεστικότητας, της άσκησης πολιτικής επί των σωμάτων που ‘δομούνται ως ‘ετερογενές’ όσο και ‘ανέστιο’ πλήθος, πάνω στην οριακότητα του συνόρου, εκφράζοντας και διαμεσολαβώντας την Τραμπική αισθητική του έτερου και της ετερότητας δίχως προοπτικές ‘δυναμολογίας’,διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την κινητική διαμόρφωση ενός γεγονοτολογικού ρατσισμού της εκτόπισης αλλά και της διαλογής, της βίαιης αναπαραγωγής πλήθους στερεοτύπων, όπως επίσης και της ‘κατασκευής’ και της ‘ανακατασκευής’ νοητικών εικόνων της ‘απειλής’, με και χωρίς τέκνα..

Τέκνα τα οποίο υφίστανται την βία διά-ρρηξης του οικογενειακού και συναισθηματικού δεσμού που αναπαρήχθη και κατά την διάρκεια διάσχισης ‘καθεστώτων’ συνοριακότητας, την ίδια στιγμή ανάσυρσης του ‘κρατικο-κεντρικού φαλλού’ που φέρει την πολιτική ως έγκληση: σε αυτή την περίπτωση, το όριο καθίσταται η προσίδια διά-ρρηξη της μνήμης και του συμβολικού και μη νεανικού βιό-κοσμου, η αποκοπή και ο διαχωρισμός οικογενειών που ίσως αποτελέσει ένα σημαίνον βήμα σε μία διαδικασία επαναπροώθησης των κατά κύριο λόγο Ισπανόφωνων μεταναστών πίσω στις χώρες καταγωγής τους..

Η Judith Butler αναφέρει πως «αν το κράτος δύναται να δεσμεύει, έχει επίσης τη  δύναμη να αποδεσμεύει. Και αν το κράτος δεσμεύει στο όνομα του έθνους, επιβάλλοντας βίαια, αν όχι σθεναρά, μια ορισμένη εκδοχή του έθνους, τότε επίσης αποδεσμεύει, απαλλάσσει, αποβάλλει, εξορίζει. Στην τελευταία περίπτωση το κράτος δεν καταφεύγει πάντα σε μέσα απελευθέρωσης, λόγου χάρη «αφήνοντας τα άτομα να φύγουν» ή «ελευθερώνοντας τα».

Αποβάλλει κατά κυριολεξία μέσω της άσκησης εξουσίας, εξαρτώμενης από σύνορα και φυλακές και, συνεπώς, εν είδει εγκλεισμού».[4]

Oι κρατικές πολιτικές διαχείρισης και άσκησης επί των μεταναστευτικών ροών στις Ηνωμένες Πολιτείες, δύνανται να εγγράψουν τις εκφάνσεις της επάλληλης αλληλουχία της ‘εξορίας’ ενώπιον γονέων και τέκνων, ‘πρωταρχικοποιεί’ το σημαίνον που αναπαρίσταται ως ‘προσβολή’ και ‘επιβολή’ επί των συνόρων, «αποβάλλει κατά κυριολεξία μέσω της άσκησης εξουσίας» και δη βιο-πολιτικής εξουσίας που καθίσταται και αναπαράγεται ως εν-σώματη: λειτουργώντας στο πλαίσιο της παρουσίας των ‘παράνομων μεταναστών’-γονέων που φέρουν τα ‘σπέρματα’ της ‘διαχεόμενης εγκληματικότητας’ καθώς και στην ευρύτητα της παιδικής οντολογίας: από την εκφραζόμενη διά-ρρηξη από την ‘συν-θέαση’ με τους γονείς, από την δόμηση ‘φίλτρων’ νοητικής αντίληψης του γίγνεσθαι, αναδεικνύοντας τα στο ‘σημείο-μηδέν’ της Τραμπικής βιο-πολιτικής: στον ίδιο τον πυρήνα της μεταναστευτικής του πολιτικής..

Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ρύθμιση των εντάσεων διάσχισης, κυκλοφορίας και παρουσίας του προσφυγικού-μεταναστευτικού πλήθους σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης[5], αρθρώνει πολιτικές-ιδεολογικές λογοθετικότητες και μορφές διασάλευσης[6] της φιλελεύθερης, περί προσφυγικού υποκειμενισμού, (και μεταναστευτικής συμβολής) τάξης πραγμάτων στον Δυτικό κόσμο, αναπαράγοντας εκφάνσεις μίας κυβερνολογικής που ‘εγγίζει’ τάσεις και χαρακτηριστικά της μη-‘ρηγματοποίησης’ του κοινωνικού ‘μέσου όρου’ (του μικροαστισμού της συνήθειας), των θεμέλιων λίθων συγκρότησης μίας κοινωνίας, της φαντασιακότητας του εθνικού συνεχούς..

Ο διαχωρισμός των τέκνων από τους γονείς τους, σημαίνει εάν δεν παραγάγει μία ιστορικότητα αναγνώρισης και εγκλεισμού, αποδίδει τους συμβολισμούς του ‘φορτίου’ της ‘ενοχής’, διαχωρίζει το και τα υποκείμενα από το ‘δέον γενέσθαι’: ‘εσείς ευθύνεστε για την συγκεκριμένη κατάσταση-συνθήκη.’ Εντός των αξιώσεων της πορείας, της μεταναστευτικής πορείας η οποία διατηρεί αβέβαια έκβαση και συνιστά πορεία διακινδύνευσης, ο Θανάσης Γκιούρας προβαίνει στην εξής ανάλυση: «Πρόκειται για πορείες αναγκαστικές και αλλότριες, η χάραξη των οποίων περιλαμβάνει ως όρους επιτέλεσης τόσο την απειλή του αφανισμού στην αφετηρία όσο και τον θανατηφόρο ετεροκαθορισμό στο αναπάντεχο και τραγικό «τέλος»,  ενώ η πρόθεση που τις διατρέχει είναι η ελπίδα μιας σωτηρίας, ή τουλάχιστον της διαφυγής από τον πολεμικό ή τον οικονομικό αφανισμό».[7]

Επρόκειτο για πορείες εντός και μεταξύ ζωής και θανάτου, συμβολικού και φυσικού που λανθάνουν στο εγγύτερο και στο μακρύτερο βήμα, πορείες εντός ιστορικής δυναμικής, που, όσο «αναγκαστικές και αλλότριες» δύνανται να είναι, με βάση την αναλυτική του Θανάση Γκιούρα, άλλο τόσο καθίστανται δυναμικές εντός των κινδύνων που διαπερνούν και διατρέχουν, προσομοιάζοντας προς το πλέγμα μίας ‘ιριδίζουσας’ αλληλο-διαπλοκής με τις πτυχώσεις κρατικών πολιτικών, υπό το πρίσμα του ‘συμβάντος’ της συνάντησης στον ιστορικό χρόνο της βιο-ανθρωπινότητας..

Η διαχείριση λειτουργεί ενσώματα, ‘γεννά’ την απορία του τεχνολογικά ανθρώπινου, εκεί όπου η παραμονή εντός των συνόρων ενός κράτους, δεν συνεπάγεται και την απόδοση της ιδιότητας του πολίτη, για να παραπέμψουμε πάλι στην Judith Butler.[8] Oι πρόσφυγες και οι μετανάστες συν-διαλέγονται με την εκτατικότητα των συγκεκριμένων πολιτικών..

Η πορεία, ιστορική και μοναδικά οικεία, στην εμμένεια της φυγής, ‘ρηγματώνει’ τις ίδιες αφηγήσεις περί της ιστορικής τελεολογίας, ή περί του περιώνυμου ‘τέλους της ιστορίας’, ανοίγοντας τις παραστάσεις και τις μαρτυρίες της γλώσσας.. Η ‘οικονομία’ της πορείας εκφράζει την αντεστραμμένη λογική της «απάρνησης»[9] του Γκαίτε, ανοίγοντας την δυνατότητα πέραν του αξιολογικά ουδέτερου..

Προσδιορίζοντας εννοιολογικά και διαλεκτικά την ‘απ-αλλοτρίωση’ και τις συγχρονικές μορφές που λαμβάνει, η Αθηνά Αθανασίου τονίζει: «Η βίαιη λογική της απ-αλλοτρίωσης επιζητεί να κανονικοποιήσει τη χωρικότητα και την υποκειμενικότητα καθώς παράγει εκτοπισμένες και εκτοπίσιμες ενσώματες υποκειμενικότητες, και καθώς τις ωθεί να λάβουν τη θέση που τους πρέπει αντί να λάβουν χώρα».[10]

Η ‘απ-αλλοτρίωση’ συντελείται στο βάθος του εφικτού, της διαίρεσης οικογενειών και του εγκλεισμού παιδιών, καθώς και της αναδημιουργίας ενός χώρου δυνητικών ταυτίσεων..

Ήδη, κινήματα[11] και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ εκφράζουν, στο πεδίο του κοινωνικού, την διαμαρτυρία τους για τις πολιτικές μίας επιγενόμενης άρσης ανθρωπιστικών κινήτρων, για τις πολιτικές διαχωρισμού και ανάδυσης του παιδικού ‘Εφιάλτη’ εξόν του φυσικού γονέα, διεκδικώντας την ανάκληση της..

Η διαχείριση του μεταναστευτικού πλήθους στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, η πολιτική του ‘φρονηματισμού’ παιδιών δια της βίαιης απο-κοπής τους από τους γονείς και την γλώσσα των γονέων τους, αρθρώνει αυτό που η Mariella Pandolfi προσδιορίζει εννοιολογικά όσο και πολιτικά ως «μετακινούμενες κυριαρχίες» που «συνθέτουν ένα δίκτυο διακυβέρνησης που χαρακτηρίζεται από πολύπλοκες στρατηγικές απο- και ανα-εδαφοποίησης»[12], «κυριαρχίες» που συνθέτουν μοτίβα εν-σώματων πολιτικών και αναπαραστάσεων, ρατσιστικών στρατηγικών εκτόπισης και δυνητικής συγκρότησης του παιδικού ‘τραύματος’ εν καιρώ του Τραμπικού υποδείγματος της πολιτικά και κοινωνιο-πολιτισμικά ‘αυτάρκους’ Αμερικής..

 

Σημειώσεις:

[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ο Τραμπ χώρισε 2.000 παιδιά μεταναστών από τους γονείς τους’, ‘iefimerida’, 16/06/2017, https://www.iefimerida.gr/news/424206/o-tramp-horise-2000-paidia-metanaston-apo-toys-goneis-toys.

[2] Ευρύτερα ομιλώντας και παραπέμποντας στην Εγελιανή διαλεκτική, η βία και το βίαιο πράττειν ‘συλλαμβάνονται’ στη δυναμική τους πλαισίωση, προσδιορίζονται στις προϋποθέσεις μίας ‘εν εαυτώ’ παρουσίας, δηλώνοντας την συσσώρευση αντικειμενικοτήτων ως επενέργεια και ως δύναμη επί και ως: «Η βία είναι η εμφάνιση της δύναμης ή δύναμη ως Εξωτερικό». Η δι-εαυτώ ‘σύλληψη’ του γίγνεσθαι και των όψεων του.  Αναφέρεται στο: Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία. Με βασική αναφορά στις θέσεις Για την έννοια της ιστορίας του Walter Benjamin’, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2012, σελ. 109.

 

[3] Σε δηλώσεις του ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε: «Όμως θα τηρήσουμε τα σκληρά μέτρα στα σύνορα μας, αλλιώς η χώρα θα πνιγεί στο έγκλημα». Η συγκεκριμένη άρθρωση και εκφορά πολιτικού λόγου αναπαριστά τους μετανάστες υπό το πρίσμα της ‘ροπής’ τους προς το ‘έγκλημα’, σημαίνει τα χαρακτηριστικά της κοινωνιο-πολιτισμικής ‘αντιστικτικότητας’ τους προς τις ‘συμβατικές’ νόρμες αναγνώρισης, δομεί τα όρια του ‘μεταναστευτικά καταστρεπτικού’,  υιοθετώντας μορφές αυτού που θα  αποκαλούσαμε ως ‘ρατσισμού της διπλανής πόρτας’.

[4] Βλέπε σχετικά, Μπάτλερ Τζούντιθ  & Σπίβακ Τσακραβόρτι Γκαγιάτρι, ‘Τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Γλώσσα, πολιτική και το δικαίωμα του ανήκειν’, Επιμέλεια Μετάφρασης-Εισαγωγή: Καραβαντά Μ., Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2015, σελ. 36.

[5] Στις συνδηλώσεις της Ευρωπαϊκής και των Ευρωπαϊκών πολιτικών διαχείρισης και ρύθμισης πληθυσμιακών ροών που ‘συλλαμβάνονται’ ως υποκειμενικές ροές που φέρουν το ‘άγνωστο’, θεωρούμε πως είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική η ανάλυση στην οποία προβαίνει η Αθηνά Αθανασίου: «Ένας στοχασμός για τη νέα μοντέρνα ευρωπαϊκή βιοπολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει αυτούς τους μεθοριακούς τόπους που «φιλοξενούν» τους περιττούς κι επαχθείς της νέας ευρωπαϊκής τάξης. Στα διάκενα της επιτήρησης και της φιλοξενίας, της κράτησης και της προστασίας, αυτοί οι τόποι μαρτυρούν την ιδρυτική συνενοχή μεταξύ του πειθαρχικού εγκλεισμού, αφενός, και της τεχνοκρατικής-ανθρωπιστικής διαχείρισης της δημόσιας ασφάλειας, αφετέρου». «Τόποι» που φέρουν την μορφή στρατοπέδων (και στην Ελλάδα), στα όρια πόλεων και δημόσιων χώρων, στα όρια του συμβολικά μοντερνιστικού,  εκεί όπου συγκεντρώνεται η προσφυγική-μεταναστευτική ‘ανοικειότητα’, η πολιτική με όρους ‘φορτισμένης’ μορφικότητας: η προσωρινότητα καθίσταται το νέο πλαίσιο αναγνώρισης του υποκειμένου που εκ-φεύγει από μία επώδυνη κατάσταση. Η προσωρινότητα ως συμβολαιακή διάρκεια της ‘διαφοράς’ με τον γηγενή πληθυσμό. Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά, ‘Τεχνολογίες του ανθρώπινου, απορίες της βιοπολιτικής και το διαμελισμένο σώμα της ανθρωπότητας’, στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 2007, σελ. 71-72.

[6] Είναι χαρακτηριστική από αυτή την άποψη η πρακτική που υιοθέτησε η νέα Ιταλική κυβέρνηση που στηρίζεται στη συμμαχία του κόμματος των ‘Πέντε Αστέρων’ και της ‘Λέγκας του Βορρά’. Με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών και επικεφαλής της ακροδεξιάς ‘Λέγκας’ Ματέο Σαλβίνι, απαγορεύθηκε σε πλοίο που μετέφερε Αφρικανούς μετανάστες να δέσει σε Ιταλικό λιμάνι, εγγράφοντας όρους μίας ιδιαίτερης κυβερνολογικής του ‘αβεβήλωτου’ η οποία προσομοιάζει σε κινήσεις αναπαράστασης του μεταναστευτικού υποκειμένου ως υπόδειγμα ‘βεβήλωσης’ της κοινωνιο-πολιτισμικής ‘ομοιότητας’, εγγράφοντας παράλληλα συνδηλώσεις του ‘αναγκαίου’ (‘δεν είμαστε σε θέση να φιλοξενήσουμε άλλους μετανάστες’) και της πολιτικής ‘ασφαλειοποίησης’ και ‘συνοριοποίησης’ (ελεγκτικής-αυταρχικής χροιάς): σε αυτό το πλαίσιο η έννοια του χωρικού συνόρου δομείται έκκεντρα, και συνάμα ‘παντού’, με το πλοίο να περιφέρεται στη Μεσόγειο Θάλασσα περιφέροντας τα ‘ανέστια’ υποκείμενα της σύγχρονης εποχής που κινούνται στην οριακότητα συνάρθρωσης της αρνητικής τους απόρριψης και της ανάδυσης των φοβικών στερεοτύπων περί της παρουσίας τους..

[7] Βλέπε σχετικά, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία…ό.π., σελ. 14-15.

[8] Βλέπε σχετικά, Μπάτλερ Τζούντιθ…ό.π., σελ. 38.

[9] Για την έννοια της «απάρνησης» στο έργο του Γκαίτε, διάβαζε, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία…ό.π., σελ. 96-102. Η έννοια της «απάρνησης» δύναται να επι-φέρει το νεωτερικό πρόταγμα της απορίας, συγκροτώντας εκφάνσεις και δυνατότητες ζωής υπό το πρίσμα της ολιστικής επιτέλεσης-βίωσης της.

[10] Βλέπε σχετικά, Αθανασίου Αθηνά & Μπάτλερ Τζούντιθ, ‘Απ-αλλοτρίωση. Η επιτελεστικότητα στο πολιτικό’, Μετάφραση: Κιουπκιολής Αλέξανδρος, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα, 2016, σελ. 39-40.

[11] H άσκηση πίεσης κινημάτων και πολιτικών και από τα δύο πολιτικά κόμματα (Δημοκρατικό & Ρεπουμπλικανικό κόμμα), έχουν αρχίσει να αποδίδουν ‘καρπούς’, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να τροποποιεί βασικές πτυχές του νόμου.. Σε αυτό το πλαίσιο, έλαβε χώρα η συγκρότηση ενός ‘αστερισμού’ δράσης που έτεινε στη χρήση μορφών μίας κινηματικής αλλά και μίας θεσμικής δια-πάλης. Απαιτείται η συνέχεια της διεκδικητικής δράσης τον καιρό της ‘αυταρχικοποίησης’ της μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ. Βλέπε και: Μπαστέα Νατάσα, ‘Τα μαζεύει «τώρα» ο Ντόναλντ Τραμπ’, Εφημερίδα ‘Τα Νέα’, 21/06/2018, σελ. 39.

[12] Βλέπε σχετικά, Pandolfi Mariella, «Moral Entrepreneurs», ‘Κινούμενες Κυριαρχίες και Συρματοπλέγματα: Το βιοπολιτικό στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια’, Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, Τεύχος 82, Ιούνιος 2003, σελ. 19-32. Η έννοια της «μετακινούμενης κυριαρχίας» υπερβαίνει και ‘εδαφοποιείται’ συνάμα σε πρακτικές μίας βιο-πολιτικής διαχείρισης του πλήθους που αξιώνει τον έλεγχο και την πολιτική θεμελίωση της «αντικειμενοποιημένης απειλής»,  αρθρώνοντας τύπους μίας δυναμικής παραγωγής και διασποράς τροπικοτήτων διαχείρισης και τροπικοτήτων-υποδειγμάτων ‘άριστου’ βίου. Η «μετακινούμενη κυριαρχία» θεμελιώνεται στο και στα πλαίσια της κοινωνικής-πολιτικής ‘επίγνωσης’, λειτουργώντας ως διασφάλιση επί σωμάτων.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο