Αλέξανδρος Νταφλός

Η μοίρα το φέρνει έτσι, και το 2021 μέλλεται να αποδειχθεί ένα κομβικό έτος για το εγχώριο πολιτικό γίγνεσθαι. Διακόσια χρόνια μετά την είσοδο στο νεωτερικό κόσμο του έθνους-κράτους, και δέκα χρόνια μετά το ηφαιστειακό ξέσπασμα των πλατειών – απότοκο της συμπιεσμένης οργής για το κυρίαρχο δικομματικό σύστημα, αλλά και επηρεασμένο απ’ την εξεγερσιακή, μεσογειακή, έκρηξη της τότε περιόδου – όλα δείχνουν πως το 2021 θα αποτελέσει το χρονικό πεδίο μιας σκληρής μάχης για την εμπέδωση ή ανατροπή ενός νέου πολιτικό-κοινωνικού υποδείγματος.

Η πανδημία που χτυπάει τους τελευταίους -ατελείωτους- μήνες τον πλανήτη κλονίζοντας συθέμελα κάθε πτυχή του κοινωνικού μας βίου αποτελεί το υπερρεαλιστικό κάδρο της οντολογικής μας ευθραυστότητας. Αυτή η εγγενής ευθραυστότητα, που -κάποιες φορές- ξεχνιέται, μεγεθύνει τις βαθιές δομικές ανισότητες σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο. Η τεράστια οικονομική κρίση που είναι ήδη εδώ, και δεν θα την αποχωριστούμε εύκολα, δημιουργεί ένα αντικειμενικό πεδίο – όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη κρίση –  για ριζικά σχεδία υπέρβασης της και επαναθέσμισης των υφιστάμενων κοινωνικό-πολιτικών δομών. Είναι ιδιαίτερα πιθανό, πως στα πλαίσια της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας – αλλά όχι μόνο εξαιτίας αυτών – το 2021 θα είναι έτος εκλογών, ίσως μάλιστα διπλών.

Γιατί όμως οι επόμενες εκλογές θα έχουν ένα τόσο καίριο χαρακτήρα; Mετά την ανάληψη της ηγεσίας απ’ τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) προσπαθεί να οικοδομήσει ένα νέο συνασπισμό εξουσίας βασισμένο σε ένα κοινωνικό μπλοκ που ζητάει περισσότερη ασφάλεια – σε όλους τους τομείς – ομνύοντας ταυτόχρονα στην ιδέα της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης, μέσω της μείωσης φόρων και της ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα. Η ηγεμόνευση των εννοιών ‘‘ ασφάλεια ‘‘ και ‘‘ οικονομική ανάπτυξη ‘‘ φιλοτεχνήθηκε μεθοδικά ήδη την περίοδο που το κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση, οδηγώντας στην εκλογική νίκη του 2019, και κορυφώθηκε με την ανάληψη της διακυβέρνησης, όπου οι δύο αυτοί κύριοι τομείς πολιτικής με διαφορετικές αφορμές και πληθώρα συμβολικών κινήσεων αναδείχθηκαν σε βασικά εργαλεία κυριαρχίας του κυβερνώντος κόμματος. Η ιδεολογική αυτή επικράτηση είχε προλειανθεί απ’ την αδυναμία του Σύριζα να φέρει ριζοσπαστικές προοδευτικές αλλαγές την περίοδο που κυβέρνησε.

Βλέπουμε ωστόσο πως η ανικανότητα διαχείρισης του δεύτερου κύματος της πανδημίας, η απόλυτη εφαρμογή του δόγματος νόμος και τάξη παντού, ο πρωτοφανής έλεγχος των Μ.Μ.Ε και τα απόνερα του ελληνικού κινήματος «metoo» δημιουργούν για πρώτη φορά μια τάση συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων στη βάση της αντίστασης στη δημοκρατική απειλή που συνιστά η απόλυτη κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Η κυβερνητική φθορά είναι σαφές πως έχει ξεκινήσει, ωστόσο το συνολικό αφήγημα της Δεξιάς παραμένει ηγεμονικό. Έτσι, δεδομένης της απλής αναλογικής που θα περιέπλεκε ιδιαίτερα τα δεδομένα σε περίπτωση που δεν υπήρχε καθαρή εκλογική νίκη της ΝΔ, φαντάζει άκρως πιθανή μια προσφυγή στις κάλπες όταν το υγειονομικό σκέλος της πανδημίας το επιτρέψει – ή και ακόμα νωρίτερα. Μια τέτοια κίνηση, θα πιστοποιούσε -ίσως- την πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς καθώς και την περαιτέρω εκλογική αποδυνάμωση του Σύριζα.

Έχοντας δει ποιες είναι οι μέχρι τώρα εφαρμοζόμενες πολιτικές, αλλά και ποιες οι προτεραιότητες για το μέλλον, ένα τέτοιο σενάριο θα είχε ανυπολόγιστες επιπτώσεις για την εν γένει υπεράσπιση των υποτελών τάξεων. Κακά τα ψέματα, έχουμε πολλά δείγματα πως η συγκεκριμένη κυβέρνηση εμπνέεται απ’ τις παρηκμασμένες ιδέες του Θατσερισμού, πασπαλίζοντας τες με μία μετεμφυλιακή «εσανς». Χρησιμοποιώντας το πανίσχυρο επικοινωνιακό οπλοστάσιο που της παρέχει η συντριπτική πλειοψηφία των Μ.Μ.Ε καταφέρνει να προτεραιοποιεί νέα αιτήματα, τα οποία και σπεύδει να καλύψει με θεαματικό τρόπο. Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα απ’ την περίπτωση των πανεπιστημίων. Ενώ η υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων για την προώθηση της εκπαιδευτικής και ερευνητικής διαδικασίας είναι τεράστια, η κυβέρνηση υπερτονίζει συνεχώς την ανάγκη ασφάλειας εντός αυτών, καλλιεργώντας μαεστρικά τις συνθήκες για να σπαταλήσει τελικά ένα εξωφρενικό ποσό προκειμένου να προασπίσει την “απειλούμενη” τάξη και ασφάλεια. Έτσι, απ’ τη μια παρουσιάζεται ως το υπεύθυνο κόμμα που απαντά στα αιτήματα της κοινής γνώμης, ενώ απ’ την άλλη δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον για όσες φοιτήτριες επιλέγουν να αναζητήσουν διαφορετικούς – χειραφετητικούς – δρόμους απ’ αυτούς που οι κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες επιτάσσουν.

Όμως, πώς αλήθεια, η παροντική κυριαρχία της ΝΔ θα μπορούσε να ανατραπεί ; Αν κάτι μας δίδαξε η εμπειρία της διακυβέρνησης Σύριζα είναι πως η ιδεολογική ηγεμονία δεν πάει πάντα παράλληλα με την εκλογική. Παρά ταύτα, η δεύτερη συχνά δημιουργεί τους υλικούς όρους για να διεκδικηθεί και να εμπεδωθεί πιο αποτελεσματικά η πρώτη. Υπό το πρίσμα αυτό, πέρα απ’ τον αναγκαίο πόλεμο θέσεων που ειδικά στην εποχή μας πρέπει να δοθεί με νέους ευφάνταστους τρόπους στο διαδίκτυο, αλλά προφανώς όχι μόνο εκεί, απαιτείται και μια βιώσιμη εκλογική στρατηγική που θα διεκδικεί την προοδευτική αριστερή διακυβέρνηση με συγκροτημένους προγραμματικούς – αλλά και οραματικούς – στόχους. Ωστόσο για να είναι πειστική μια τέτοια στρατηγική απαιτείται κατ’ αρχήν μια σε βάθος ερμηνεία των όσων συνέβησαν στην προηγούμενη κυβερνητική περίοδο. Το έτος 2015 αποτέλεσε τομή για τα εγχώρια πολιτικά και κινηματικά δεδομένα, αναδιατάσσοντας ριζικά τις διαχωριστικές γραμμές και θέτοντας τις βάσεις για την ανάδειξη καινούριων πολιτικών διακυβευμάτων. Οι εκλογές του 2019 πιστοποίησαν αυτή την αλλαγή με την καθιέρωση ενός νέου δικομματισμού, με πιο σαθρά ωστόσο εκλογικό-κοινωνικά θεμέλια. Θέλοντας να εκμεταλλευτεί την αδυναμία του Σύριζα να ικανοποιήσει τις αυξημένες προσδοκίες του λαού, αλλά και πατώντας στις ευνοϊκές για αυτήν δομικές συνθήκες (υποστήριξη των μεγάλων ιδιωτικών Μ.Μ.Ε, συντηρητική στροφή στην Ε.Ε, δεξιά ηγεμονία σε θεσμούς του κράτους όπως η δικαιοσύνη, εκκλησία, στρατός και αστυνομία), η ΝΔ επέλεξε συνειδητά μια πολιτική πόλωσης που θα συσπειρώνει το συντηρητικοποιούμενο εκλογικό σώμα, καλύπτοντας ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα απ’ το ακραίο κέντρο ως την ακροδεξιά. Εκ των πραγμάτων, η πόλωση αυτή αφυπνίζει σταδιακά τα αντι-δεξιά αισθήματα σημαντικού μέρους της κοινωνίας.  Και εδώ, φαίνεται πως έχουμε την συγκρότηση μιας νέας κομβικής διαχωριστικής γραμμής.

Το 2015 ο Σύριζα ευαγγελίστηκε μια ριζική πολιτική αλλαγή η οποία θα ήταν εφικτή έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Το σχέδιο αυτό απέτυχε για δύο λόγους. Την εξαιρετικά αδύναμη θέση της Ελλάδας τόσο οικονομικά όσο και ηθικό-διπλωματικά εξαιτίας των καταστροφικών συνεπειών του ύστερου μεταπολιτευτικού δικομματισμού · καθώς και την ηγεμονία ενός νεοφιλελεύθερου γερμανικού μοντέλου πειθάρχησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποτυχία του οράματος μιας επιτυχούς διαπραγμάτευσης καλλιέργησε μια απομάγευση του εγχειρήματος της κυβερνώσας Αριστεράς καθιστώντας την ευάλωτη στις κατά κύματα επιθέσεις του συντηρητικού εγχώριου και διεθνούς κατεστημένου.  Έξι χρόνια μετά, οι συνέπειες αυτής της απομάγευσης είναι ακόμα εδώ, τόσο εντός Σύριζα όσο και στον ευρύτερο αριστερό-προοδευτικό χώρο. Όταν όμως μπαίνει στην εξίσωση η προκλητικά αντικοινωνική και σαδιστικά αυταρχική διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αυτή η απομάγευση φαίνεται να ατονεί μπροστά στο αναδυόμενο αντι-κατασταλτικό πάθος νεολαίας και προοδευτικών πολιτών. Επαναπροσεγγίζοντας και γυρνώντας στην πάντα αναγκαία μελέτη της Ιστορίας και Αριστερής Θεωρίας, βλέπουμε να επαληθεύεται η θέση του Ερνέστο Λακλάου, που τονίζει τη σημασία της ύπαρξης ενός ‘‘ευρύχωρου κενού σημαίνοντος-empty signifier‘‘, προκειμένου πλατιά και ετερογενή τμήματα του πληθυσμού να συνασπιστούν. Στην περίπτωση μας η έννοια της ‘‘ αντι-δεξιάς ’’ συμπυκνώνει εκείνο το ιστορικό και διαλεκτικό-φαντασιακό φορτίο ώστε να αποτελέσει το σύμβολο μιας νέας προοδευτικής κοινωνικό-πολιτικής πλατφόρμας.

Παρά ταύτα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ένας πλατύς αντιπολιτευτικός συνασπισμός δεν αποτελεί εχέγγυο μιας ευρύτερης ιδεολογικής ηγεμονίας. Με αλλά λόγια αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη για έναν προοδευτικό αριστερό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Υπό αυτό το πρίσμα, χρειάζεται μια πιο εξειδικευμένη προγραμματική-οραματική προσέγγιση που θα αναλύει ξεχωριστά, πολλαπλά πεδία πολιτικής στα οποία απαιτούνται προοδευτικοί μετασχηματισμοί. Τα πρώτα που μου έρχονται στο νου, είναι οι χώροι της Εκπαίδευσης-Έρευνας, του Πολιτισμού, της Υγείας, των Δημοκρατικών-Εργασιακών Δικαιωμάτων, καθώς και της Εξωτερικής Πολιτικής. Οι συγκεκριμένοι τομείς, πέρα απ’ την αυτοτελή τους σημασία για την ζωή των πολιτών, παίζουν καίριο ρόλο στην ευρύτερη ιδεολογικό-πολιτική μάχη, ενώ ταυτόχρονα είναι σε σημαντικό βαθμό απαλλαγμένοι απ’ την ‘‘μεταμνημονιακή‘‘ ευρωπαϊκή εποπτεία. Ανάβοντας λοιπόν ξανά το φυτίλι της αντίστασης ενάντια στις αντικοινωνικές σημερινές πολιτικές, και κρατώντας το σταθερά ενεργό επιδιώκοντας συγκεκριμένες -αλλά και συνάμα ριζικές- τομές στους προαναφερθέντες τομείς, μια νέα εποχή αριστερής ηγεμονίας και προόδου μπορεί να ανοιχτεί μπροστά μας. Και βεβαίως, έχοντας πάντα στο νου μας πως δρούμε σε ένα διεθνές κρισιακό περιβάλλον, όντας μέλος μιας ένωσης κρατών σε αποσύνθεση. Με άλλα λόγια, όσο σημαντικό είναι να προχωρήσουμε σε ριζοσπαστικές τομές στη χώρα μας, άλλο τόσο είναι να κατανοήσουμε την σημασία ανάπτυξης ενός διεθνούς προοδευτικού κινήματος που θα μετασχηματίσει συνολικότερα το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναρθρώνοντας την αναγκαία -από τα κάτω- κοινωνική κίνηση,  με την στοχευμένη πολιτικό-κομματική επεξεργασία σε εγχώριο και διεθνές πλαίσιο.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο