Στεκόμαστε ώρες μπροστά σε ένα αντίγραφο του Μπος. Κάποια στιγμή έσκυψε το κεφάλι κι εγώ από πλήξη κατέκρινα.


Α: ‘’Δεν υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από το να χασμουριέσαι μπροστά στην τέχνη.”

ΕΚ: ’Υπάρχει. Να την αγοράζεις.‘’, είπε.


Ύστερα έσμιξε τα φρύδια και εκδικήθηκε την περιφρόνηση, με λίγο κώνειο.


ΕΚ: ‘’Καντάρια γνώσης να τα πουλήσουμε. Λες και είχαμε άλλη συντροφιά από το φεγγαρόφωτο, σκυμμένοι στα παράθυρα μας. Στην πιο γνήσια στιγμή μας. Την μεγαλοπρέπεια και την συγκίνηση δεν μπορείς να τις μαντέψεις. Μπορείς όμως να μαντέψεις την κομψότητα της δουλοπρέπειας με λαιμοδέτη.’’

Α: ‘’Ποτέ δεν ήταν καθαρή η αστική ηθική.’’

ΕΚ: ‘’Μην μπερδεύεσαι. Δεν διαβάζεις τα νέα στις εφημερίδες. Ζούμε το τέλος της ανθρωπότητας. Είμαστε αλληλέγγυοι πια, μόνο πατώντας ένα κουμπί. Ντύσαμε τη ζωή μας με σιωπή κι όλο είμαστε στο ίδιο σημείο. Οι μπάτσοι κυνηγούν, ξανά, τις μάγισσες κι εμείς περιμένουμε στωικά να ξεπλύνουν και τα δικά μας τομάρια. Οι αυλές μας γέμισαν φασίστες κι εμείς λυπούμαστε για τους παραστρατισμένους. Μας κυβερνούν τα πιο άσπρα δόντια. Η τέχνη δεν μπορεί πια να ακολουθήσει ούτε τη σκιά της. Η συγκίνηση είναι σαν το σαπούνι των χεριών. Δεν μας τρομάζει πια, ούτε ο καθρέφτης μας. Εγώ μιλάω για τα προδομένα ποιήματα που χάθηκαν στα σκοτεινά δωμάτια. Όλα τα χωρίς ειρμό τραγούδια, λόγια, κραυγές, δάκρυα που τις νύχτες γίνονται άνθρωποι με κουκούλες. Που μετεωρίζονται στις πλευρές του δρόμου και αδάκρυτα μας καταριούνται να μην ξέρουμε τι ζητάμε πιο πολύ… να μας θυμούνται ή όχι.’’

Α: ‘’Ένα βουνό είναι και η καρδιά και η ζωή, δύσκολο να το ανέβεις. Κάπου θα είναι καλύτερα.’’

ΕΚ: ‘’Δεν υπάρχουν καλύτερες πόλεις, δεν υπάρχουν καλύτεροι θεοί, δεν υπάρχουν καλύτεροι δήμιοι. Υπάρχουν καλύτερες πολιτείες. Να σταθούμε στα πόδια μας όμως. Να σκουπίσουμε τα γόνατα μας. Να μην πάμε σπίτια μας. Να αναστήσουμε ξανά τους αλήτες που παρασύρουν τους αλήτες. Να αγριοκοιτάμε, όταν σε αγριοκοιτώ σημαίνει πως θέλω ή μπορώ να επιτεθώ. Όταν ξαναφτιάξουμε τον κόσμο πρέπει να πάψουμε τους αντιπροσώπους. Να σφάξουμε την οργανωμένη, τεμαχισμένη, καλλωπισμένη συλλογική μνήμη. Δεν υπάρχει συλλογική μνήμη με σπόνσορα. Είναι μάσκα θανάτου, εκμαγείο. Μόνο τους τζιτζιφιόγκους βολεύει. Στα μουσεία βολεύει. Οι μουσικοί μας τραγουδάνε για αυτά. Οι ζωγράφοι μας ζωγραφίζουν για αυτά. Οι ηθοποιοί διαφημίζουν τράπεζες. Σταυρώθηκαν και κάηκαν οι καλύτεροι κι εμάς, ταϊσμένους με αποφάγια, μας μαγνητίζει μόνο ο τρόπος του ξεπουλήματος. Παιδέψαμε τόσο πολύ την σκέψη που την κάναμε άμμο. Θα έπρεπε να μας παιδεύει η χαρά και όχι να την νοιώθουμε μόνο όταν ξεφεύγουμε. Όλα πρέπει να ξεκινήσουν από ένα συντονισμένο εσωτερικό ουρλιαχτό. Αν η επανάσταση δεν είναι, ”καθ εικόνα και καθ ομοίωση”, δεν είναι επανάσταση και ας ξεκινάει από εκεί που θάβονται οι βασιλιάδες.”


Αυτά μου έλεγε, ομορφιά μου, μα εγώ σκεφτόμουν τον Χάρολντ Λόιντ που είχε υψοφοβία, δεν είχε όλα του τα δάχτυλα κι όμως αναρριχήθηκε σε έναν ουρανοξύστη για ένα φιλί. Κι ας είπαν οι καταστασιακοί, πως το έκανε για να το πουλήσει.

Ένα βουνό είναι και η καρδιά και η ζωή, δύσκολο να το ανέβεις. Κάπου θα είναι καλύτερα.

Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

Άρης Κεραμάρης

Ο Άρης ζει που και που στα Γιάννινα. Τα βράδια ,συνεχίζει, όταν κοιμάται να παίζει βιολί με τους Waterboys, να μεθάει με τους Pogues, να διορθώνει τα ακόρντα του Hendrix, να στέλνει σήματα καπνού στον Marley, να είναι ο έβδομος monty python, να πηγαίνει ακάλεστος σε γάμους του Κουστουρίτσα, να δίνει την πάσα στον Μαραντόνα πριν αυτός βάλει το δεύτερο γκολ με την Αγγλία, να βρίσκει τον Μπάτη στη σπηλιά του δράκου, να στέλνει κρυφά τον Τσε στην Κούβα αφού πρώτα έχει σχεδιάσει την επανάσταση. Όταν ξυπνάει γράφει ότι θυμάται.

Αφήστε ένα σχόλιο