Επικαιρότητα

Washington Post: O θρήνος του ψαρά στην Ελλάδα της κρίσης

By N.

August 24, 2015

Ο Δημήτρης Καριολάκης, στα αριστερά, και ο Δημήτρης Σταθάκης, στα δεξιά, κάθονται στην πρύμνη στο σκάφος «Βόρειο Αιγαίο», περιμένοντας για να μαζευτούν ψάρια γύρω από τα φώτα που επιπλέουν (βλ. κείμενο). Φωτογραφία: CharlesForelle/TheWallStreetJournal

Ο Θρήνος του Ψαρά: Ένας τρόπος ζωής πνίγηκε στην Eλληνική κρίση

Των Charles Forelle και Georgi Kantchev για την Washington Post

O Δημήτρης Σταθάκης, 75 ετών, ξυπόλυτος, είναι στη δουλειά στο κατάστρωμα της πρύμνης ενός αλιευτικού σκάφους αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Νέας Μηχανιώνας, στο Βόρειο Αιγαίο.

Το πλήρωμα 14 ατόμων του σκάφους ετοιμάζεται για μια νύχτα στη θάλασσα. Οι σακούλες με πάγο φορτώνονται στο σκάφος και κάποιος φέρνει λευκά κουτιά από φελιζόλ.

Κάνει αφόρητη ζέστη. Ο κ. Σταθάκης έχει το πουκάμισό του στο κεφάλι του για να προστατευτεί από τον ήλιο. Επιδιορθώνει δίχτυα με μια πλαστική σαΐτα και αναλογίζεται την κατάσταση του επαγγέλματος που διάλεξε στην εφηβεία του.

«Αυτό είναι το τέλος», λέει. «Αυτό είναι το χειρότερο. Δεν υπάρχει πια ζωή».

Ο θρήνος του ψαρά είναι τόσο παλιός όσο και οι θάλασσες. Και οι Έλληνες έχουν κερδίσει τα προς το ζην από τα ψάρια εδώ και αιώνες. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη γεωργική εξαγωγή της χώρας, έπεται των φρούτων και των ξηρών καρπών, αλλά προηγείται του ελαιόλαδου και το τυριού. Τα έξι χρόνια της οικονομικής κρίσης, ωστόσο, έχουν καταντήσειαυτόν τον τρόπο ζωής σε μαύρα χάλια.

Με την κατάρρευση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών έχει κατεδαφιστεί και η ζήτηση για τα ψάρια, μαζί και το εισόδημα των αλιέων. Οι εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας, άλλοτε το λαμπρό αστέρι της «θαλάσσιας» οικονομίας, πνίγονται στα χρέη. Οι επεξεργαστές ψαριών αγωνίζονται με το υψηλό κόστος για την χρηματοδότηση και την ασφυκτική πίεση των τιμών εκ μέρους τωνκαταναλωτών που ήδη ψωνίζουν λιγότερο.

Λίγοι είναι αυτοί που νομίζουν ότιτα δεινά αυτά θα τελειώσουν σύντομα. Η Eλληνική κυβέρνηση έχει υπογράψει ένα νέο πακέτο διάσωσης, με περισσότερα χρόνια λιτότητας στο μέλλον. Οι πρώτες περικοπές ήρθαν τον περασμένο μήνα, με νόμους που εσπευσμένα πέρασαν μέσω του κοινοβουλίου, κατ’εντολή των δανειστών στην Ελλάδα: Οι αλιείς αντιμετωπίζουν υψηλότερες συνταξιοδοτικές εισφορές, ενώ η επεξεργασία των ιχθύων αντιμετωπίζει τους νέους, υψηλότερους φόρους στα επεξεργασμένα τρόφιμα. Εν τω μεταξύ, οι Eλληνικές τράπεζες δίνουν μόνο με το σταγονόμετρο μετρητά στους πελάτες-περαιτέρω στραγγαλίζοντας την ήδη μειωμένη ζήτηση.

 

Το λιμάνι στην Καβάλα δεν ελκύει πια το σταθερό πλήθος πελατών που κάποτε έρχονταν για φρέσκα ψάρια από τις βάρκες. Φωτογραφία: Mark Kelly/The Wall Street Journal

 

Οι πωλήσεις στα Κονσερβοποιεία «Βόρειο Αιγαίο Α.Ε.», μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες επεξεργασίας ιχθύων στην Ελλάδα, μειώθηκαν κατά 20% κατά την έναρξη της κρίσης. Η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μακροπρόθεσμη ανάκαμψη. Ο Νικόλαος Τζίκας, ο ιδιοκτήτης, λέει ότι ήλπιζε να επανέλθουν οι φετινές πωλήσεις στα επίπεδα του 2011. «Τώρα», λέει, «δεν ξέρω».

Οι ταλαιπωρίες του αλιευτικού κλάδου στην Ελλάδα δείχνουν πως τα χρόνια της κρίσης και οι διασώσεις έχουν αφήσει την οικονομία της χώρας σε χειρότερη κατάσταση από πριν- και γιατί το επόμενο επεισόδιο μπορεί κάλλιστα να έχει την ίδια τύχη.

Κατά κάποιο τρόπο, ο οικονομικός πόνος σχεδιάστηκε εντός τηςEλληνικής διάσωσης. Ανίκανοι να υποτιμήσουν το νόμισμα της Ελλάδας, οι αρχιτέκτονες των πακέτων διάσωσης –δηλαδή οι άλλες χώρες της Eυρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- προσπάθησαν να πιέσουν προς τα κάτω τις τιμές και τους μισθούς σε μια διαδικασία που ονομάζεται «εσωτερική υποτίμηση». Η ελπίδα ήταν ότι το χαμηλό κόστος θα καταστήσει τις Eλληνικές βιομηχανίες πιο ευέλικτες και πιο ανταγωνιστικές , αποφέροντας μια βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη.

Αντ ‘αυτού, η απώλεια εισοδήματος έχει εξοντώσει την κατανάλωση. Οι άνθρωποι είναι πολύ φτωχοί για να αγοράσουν πράγματα και οι τράπεζες πολύ αδύναμες για να τους δώσουν πίστωση, με τις όποιες παράπλευρες συνέπειες την οικονομική αλυσίδα. «Εσωτερική υποτίμηση δεν έκανε καθόλου καλό στον τομέα της Eλληνικής αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της επεξεργασίας ιχθύων», λέει ο Λαμπράκης Αβδελάς, ειδικός επί της αλιείας που εργάζεται σε ένα σχετικό κυβερνητικό ινστιτούτο στην Αθήνα.

Οι μηχανές ενός σκάφους της «Βόρειο Αιγαίο» νοτιοδυτικά από τη Νέα Μηχανιώνα, ξανοίγονται από ένα στενό του Θερμαϊκού Κόλπου και τραβούν νότια κατά μήκος της ακτής, υπό το απαλό, πορτοκαλί λυκόφως.

Καπετάνιος του είναι ο Γιάννης Αλεξιάδης. Οι πρόγονοί του είχαν αλιευτικά σκάφη στη Μικρά Ασία, που είναι τώρα μέρος της Τουρκίας, αλλά έφυγε μαζί με πολλούς ομογενείς στη δεκαετία του 1920. Ο παππούς του εγκαταστάθηκε ως ψαράς κοντά στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Ελλάδα.

Ο πατέρας του κ. Αλεξιάδη ψάρευε, και όταν ο κ. Αλεξιάδης ήταν έφηβος άρχισε και αυτός, επίσης. Το 1995, ο πατέρας του πούλησε ένα παλαιό σκάφος και να χρησιμοποίησε τα χρήματα για να βοηθήσει το γιο του να χτίσει την εταιρεία«Βόρειο Αιγαίο». Ο κ. Αλεξιάδης λέει ότι είχεεξάψει το ενδιαφέρον του ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο τα πλεονάζοντα σκάφη του στόλου, που πληρώνει ουσιαστικά ιδιοκτήτες να διακόψουν την αλιεία με το να αγοράζουν τα σκάφη τους για παλιοσίδερα.

Ο Αναστάσιος Καϊσερλής, ψαράς για πολύ καιρό, πουλάει σφουγγάρια και όστρακα στο λιμάνι του Ηρακλείου Κρήτης. Δεν μπορεί να καλύψει το κόστος επισκευής της βάρκας του. Φωτογραφία: Georgi Kantchev/The Wall Street Journal

Αν δεχόταν κάποια προσφορά στο πλαίσιο του προγράμματος, λέει, “εγώ θα τα παρατούσα”. Μετά το ξανασκέφτεται. «Αλλά δεν μπορώ να το κάνω όσο ο πατέρας μου είναι ζωντανός».

Ο κ Αλεξιάδης στρίβει προς νότια από νοτιοανατολικά, οδεύει προς τα ρηχά νερά, όπου πολλά ποτάμια εκβάλλουν στον κόλπο. Αρέσει στις σαρδέλες να συγκεντρώνονται εκεί, λέει.

«Αλλά δεν πωλούνται», λέει ο κ Σταθάκης, το 75χρονο μέλος του πληρώματος, ο οποίος έχει καθίσει σε μια καρέκλα.

Σκοτεινιάζει.

“Φώτα!» Φωνάζει ο κ. Αλεξιάδης. Το πλήρωμα ετοιμάζει πλωτά φανάρια, το καθένα με μια σφαίρα από λαμπερά φώτα πάνω του. Τακατεβάζουν με τροχαλία στο νερό. Τα φώτα λάμπουν μέσα στη θάλασσα, προσελκύοντας ψάρια.

Το «Βόρειο Αιγαίο» κατευθύνεται βαθιά στα σκοτεινά νερά. Ο Δημήτρης Καριολάκης, 59 ετών, κάθεται στην πρύμνη. Αυτός είναι και καπετάνιος ενός άλλου αλιευτικού σκάφους, μιας μηχανότρατας, και κατέχει ένα μερίδιο από αυτό. Εντάχθηκε στο πλήρωμα του Βορείου Αιγαίου για να βγάλει κάποια επιπλέον χρήματα. «Αυτό δείχνει πόσο κακή είναι η οικονομική κατάσταση», λέει. Έχει αιτηθεί για το πρόγραμμα της ΕΕ που αγοράζει σκάφη και περιμένει την έγκριση. «Αν βγει η έγκριση», λέει, «εκείνο το σκάφος θα πρέπει να διαλυθεί».

Η Ελλάδα έχει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στην Ευρώπη. Αλλά τα σκάφη του είναι μικρά και ανεπαρκή. Από το 2007, το πρόγραμμα της ΕΕ έχει καταβάλει 63 εκατομμύρια ευρώ σε “ενίσχυση μόνιμης παύσης” ώστε να απομακρύνει 988 αλιευτικά σκάφη από το νερό. Η Eλληνική κυβέρνηση πληρώνει περίπου το 20% και η ΕΕ τα υπόλοιπα.

Μέχρι τα μεσάνυχτα, το «Βόρειο Αιγαίο» επιστρέφει πίσω στα φώτα του που επιπλέουν. Το πλήρωμα ρίχνει την άγκυρα και σβήνει την μηχανή. Ο ουρανός είναι απέραντος και ξάστερος. Τα αστρικό σύννεφοτου Γαλαξία μας ξεθωριάζει στην θάλασσα. Οι περισσότεροι από τους άνδρες γέρνουν κεφάλι για έναν υπνάκο.

Στις 03.23 π.μ., το σκάφος ζωντανεύει. Η μηχανή ξαναμπαίνει σε λειτουργία και το «Βόρειο Αιγαίο» κινείται αργά τριγύρω, ρίχνοντας ένα σταθμισμένο δίχτυ για να περικυκλώσει τα ψάρια που προσέλκυσαν τα φώτα.

Αυτό ονομάζεται γρι-γρι. Μια τροχαλία τραβά σφιχτά τα σχοινιά στο κάτω μέρος των διχτυών, σαν κορδόνι, δημιουργώντας κάτι σαν «τσάντα» που παγιδεύει τα ψάρια. Οι άνδρες τότε τραβάνε με την τροχαλία τα σχοινιά από τα πλαϊνά και το συρρικνώνουν.

 

Φωτογραφία: MarkKelly/The Wall Street Journal

 

Όταν αυτή η τσάντα είναι αρκετά μικρή, αρχίζουν να το τραβούν με τα χέρια τους και με μεγάλη ένταση. Η επιφάνεια της θάλασσας γεμίζει με πανικοβλημένα ψάρια που σπαρταράνε. Ένα μέλος του πληρώματος ρίχνει ένα μεγάλο μεταλλικό κόσκινο με μια τροχαλία στην «τσάντα» και ανυψώνει έτσι έναν μπόγο που σφαδάζει, τον οποίο τρεις άνδρες τον πετάνε σε μια παγωμένο κάδο. Βγάζουν και ξαναβγάζουν ψάρια από την τσάντα, ξανά και ξανά.

Μέχρι τις 5 το πρωί, το «Βόρειο Αιγαίο» κατευθύνεται πίσω στη Νέα Μηχανιώνα. Οι άνδρες διαλέγουν τα ψάρια με βάση το μέγεθος και το είδος σε κιβώτια από φελιζόλ. Ο κ Αλεξιάδης επιθεωρεί εδώ και εκεί στο λιμάνι. Αρχίζει να ξημερώνει. Πόσο καλή ήταν η ψαριά; «Όπως και όλες οι υπόλοιπες», λέει ο κ. Αλεξιάδης. «Mεσαία. Μεσαίαπρος τοχειρότερο».

Τα αλιεύματα ξεφορτώνονται στο λιμάνι. Οι άνδρες ασχολούνται για ώρες με το να μαζεύουν τα μικροσκοπικά νεκρά ψάρια από τα δίχτυα και με τον καθαρισμό των καταστρωμάτων.

Οι ψαράδες στα σκάφη αυτά πληρώνονται ανάλογα με τα κέρδη του αλιεύματος. Τόσα χρόνια με τηνEλληνική κρίση, τα μαθηματικά είναι καταστροφή. Το «Βόρειο Αιγαίο» αυτή η νύχτα έχει ψαρέψει κάπου στα 520 κιλά σαρδέλες, τα οποία πωλούν για 556 ευρώ, ή περίπου 610 δολάρια- το ήμισυ της τιμής, λένε, από αυτήν που θα έπιανε στις καλύτερες εποχές.Πενήντα κιλά σκουμπρί είναι άλλα78 ευρώ. Αφαιρώντας το κόστος για τα καύσιμα, την ασφάλιση, τις προμήθειες του πωλητή ψαριών, τον πάγο, τα κουτιά και το μερίδιο του καπετάνιου, τω πλήρωμα των 14 ατόμων καθαρίζουν ίσως 20 ευρώ ο καθένας.

Όληηπώλησητωνψαριώντηςπεριοχήςγίνεταιστολιμάνι της Νέας Μηχανιώνας.

Υπάρχει μια σκονισμένη αίθουσα δημοπρασιών και μια μεγάλη, με λευκούς τοίχους, αίθουσα πωλήσεων, όπου οι ψαράδες παραθέτουν τα αλιεύματά τους και οι εισαγωγείς τα εμπορεύματά τους.

Κοντά στο ξημέρωμα, όταν η αίθουσα πωλήσεων κάποτε έσφυζε από ζωή, τώρα επικρατεί ησυχία. Τα περισσότερα αλιευτικά σκάφη αποστέλλουν τα αλιεύματά τους στα γραφεία προώθησής τους που βιάζονται να κλείσουν συμφωνία με αγοραστές. Μέχρι το πρωί, μέσα στο χάος από κουτιά σαρδέλες, τσάντες με μύδια και στοίβες από καλαμάρια, υπάρχουν πολλοί ατζέντες από τα γραφεία αυτά, αλλά λίγοι αγοραστές.

Ο πράκτορας του Βορείου Αιγαίου, Κώστας Καραδουλαμάς, μιλάει στο κινητό, ενώ μερικοί άνθρωποι είναι γύρω από τις σαρδέλες.

“Γιατί δεν αγοράζετε;!» Φωνάζει στην αίθουσα, και ψευτο- αστειεύεται. «Δενυπάρχεικανείςεδώ».

Ο κ. Καραδουλαμάς αναφέρει ότι οι πωλήσεις είναι στο μισό από αυτό που ήταν πέρυσι, όταν η αίθουσα θα μπορούσε να είχε 1.000 άτομα. Η αναταραχή που προκλήθηκε από το δημοψήφισμα στην Ελλάδα φέτος και το σχέδιο διάσωσης έκαναν τα πράγματα χειρότερα, λέει. «Ο κόσμος αγοράζει μόνο φθηνά ψάρια».

Ο Θοδωρής Γεωργιάδης, ο οποίος προμηθεύει τις αγορές λιανικής και είναι στην επιχείρησηεδώ και 30 χρόνια, λέει ότι οι τελευταίες πωλήσεις είναι οι χειρότερες που έχει δει. Οι χαμηλές τιμές μπορεί να είναι μια ευκαιρία για έναν αγοραστή σαν κι αυτόν, αλλά υπάρχει μικρή ζήτηση για αυτό που πουλάει, και μικρό περιθώριο κέρδους. «Εμείς αγοράζουμε φτηνά, πουλάμε φθηνά», λέει ο κ. Γεωργιάδης. Παίρνει και δείχνει περίπου 20 κουτιά με σαρδέλες και άλλα φθηνά ψάρια.

Ακριβώς απέξω, ο Μανώλης Κεχαγιάς προσπαθεί να ξεφορτώσει λίγα από τα προϊόντα. Αυτός είναι εισαγωγέας. Συνήθιζε να φέρνει ψάρια από όλον τον κόσμο σε αυτήν την αγορά: γλώσσα (το ψάρι) από Ολλανδία, λυθρίνι από Ισπανία και Μαρόκο. Αεροπορικώς πρώτα στην Αθήνα, στη συνέχεια με νταλίκα βόρεια προς Θεσσαλονίκη.

Πριν από μερικά χρόνια, σταμάτησε να φέρνει γλώσσα και λυθρίνι. Ήταν πάρα πολύ ακριβά για τους Έλληνες. «Αυτή η χρονιά είναι απαίσια», λέει. «Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αγοράσουν».

Στο τρόλεϊ του έχει μια ντουζίνα κουτιά με μικρά μπαρμπούνια, ένα φτηνό ψάρι. Ήρθε με το αυτοκίνητο από τη Βουλγαρία. Τα μπαρμπούνια πωλούνται έναντι ενός- δυο ευρώ το κιλό. “Θα ξεκινήσω με τρία ευρώ το κιλό, και θα πάω στα δύο,” λέει ο κ. Κεχαγιάς γελώντας.

Κατά μήκος του δρόμου από το λιμάνι προς το κέντρο της πόλης υπάρχει μια σειρά από ιχθυοπωλεία που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1950. Ο Λάμπρος Χρηστίδης, ένας από τους δύο αδελφούς που είναι ιδιοκτήτης σε ένα κατάστημα στο τέλος της σειράς αυτής, αναφέρει ότι η κρίση άρχισε να προκαλεί προβλήματα πριν από τρία χρόνια. Οι πελάτες κάνουν περικοπές στα έξοδα- συνεχίζουν να έρχονται για ψάρια, αλλά αγοράζουν λιγότερο. «Αυτό ήταν το περασμένο έτος», λέει, «και μπορούμε να νιώσουμε πραγματικά την διαφορά με πέρυσι».

Είναι πικραμένος από τον φαινομενικά ατελείωτο κύκλο της κρίσης και της διάσωσης: περισσότερες περικοπές και περισσότεροι φόροι. «Όλα τα ίδια, χρόνο με το χρόνο, ξανά και ξανά», λέει. «Πέντε χρόνια τώρα!». Θλίβεται από το σύνολο των πολιτικών, αριστερά και δεξιά, και στη συνέχεια πάλι προς αριστερά. Ένας κύριος που αγόρασε μια τσάντα με ψάρια επιστρέφει προς το αυτοκίνητό του. «Πρέπει να τους σκοτώσουμε όλους (σ.σ. τους πολιτικούς)», πετάγεται και λέει, προτού βάλει μπρος για να φύγει.

Έμποροι ψαριών τριγυρίζουν γύρω από την αίθουσα πωλήσεων στο λιμάνι της Νέας Μηχανιώνας. Φωτογραφία: Mark Kelly/The Wall Street Journal

Η τελευταία διάσωση προοιωνίζει ότι τα πράγματα θα είναι μια από τα ίδια. Ανάμεσαστους νόμους που βεβιασμένα πέρασαν, ήταν μια αύξηση στον φόρο επί των πωλήσεων των επεξεργασμένων αλιευμάτων. Παλαιότερα είχαν ήδη χαρακτηριστεί ως ένα βασικό τρόφιμο προς κατανάλωση και θα φορολογούνταν με 13%. Τώρα είναι στο 23%.

Ο κ Χρηστίδης παίρνει μια σακούλα με μύδια χωρίς το κέλυφος, πλέον στον υψηλό φορολογικό συντελεστή. «Πολυτέλεια είναι», λέει.

Οι σαρδέλες που δεν πωλούν στις μικρές επιχειρήσεις πηγαίνουν σε μεγάλες μονάδες επεξεργασίας, οι οποίες αγοράζουν φτηνά και χύμα. Η μεγαλύτερη μονάδα είναι στην Κονσερβοποιία Θαλασσινών του Βορείου Αιγαίου, γνωστή ως Kονβά στην Eλληνική γλώσσα, που βρίσκεται σε απόσταση μιας ώρας βόρεια, μέσα από πευκόφυτους λόφους στην πόλη του Κιλκίς.

Κορωνίδα τηςΚονβά αποτελεί μια ρομποτική γραμμή επεξεργασίας σαρδέλας – πρώτη του είδους στον κόσμο, λέει ο κ Τζήκας, ο ιδιοκτήτης-που κατασκευάστηκε από μια Δανέζικη εταιρεία και τελειοποιήθηκε εδώ.

Ψάρια περνάνε το ένα μετά το άλλο σε έναν ιμάντα μεταφοράς. Ένα λογισμικό καθορίζει ποια είναι σαρδέλες και, μετρώντας την απόσταση από το μάτι ως τη μύτη, πόσο ζυγίζουν. Κάτω από τον ιμάντα, επτά ρομποτικοί βραχίονες ρουφάνε τα ψάρια, κόβουν τα κεφάλια, τραβούν προς τα έξω τα έντερα και τοποθετούν τη σωστή ποσότητα της σαρδέλας σε κάθε κονσέρβα, περιστρέφοντάς τα στον αέρα, ώστε τα ψάρια να είναι κεφάλι δίπλα σε ουρά-κεφάλι-ουρά κοκ.

Το ρομπότ κάνει τη δουλειά που κάνουν έξι εργαζόμενοι.

Ο κ Τζήκας είναι η τρίτη γενιά της οικογένειας στην επιχείρηση. Η κόρη του, Γιάννα Τζήκα, είναι η τέταρτη, που συμμετέχει ως διευθύνων σύμβουλος της Κονβά. Η εταιρεία πουλάει κονσέρβες με αντσούγιες, σαρδέλες, καλαμάρια, χταπόδια, τόνο, ρέγκα και σκουμπρί. Στην Ελλάδα καταγράφεται περίπου το 85% των πωλήσεων. Με τα εισοδήματα των Ελλήνων σε ύφεση, αυτό είναι ένα πρόβλημα.

Μια πιο πολύπλοκη κατάσταση είναι πως ο δανεισμός προς τις Eλληνικές εταιρείες έχει εξατμιστεί. Η Κονβά πρέπει να πληρώνει προκαταβολικά για τα ψάρια. Αλλά τα σουπερμάρκετ που πωλούν τα προϊόντα τους δεν πληρώνουν την Κονβά μέχρι και για χρονικό διάστημα έξι μηνών.

«Κατά κάποιο τρόπο, πουλάμε τα χρήματα», λέει ο κ Τζήκας. “Είμαστε τράπεζες. Η πίστωση είναι ακριβή. Είναι μια χαμένη κατάσταση. ”

Η Konva προσπαθεί να στραφεί προς τις εξαγωγές, τις οποίες ο κ Τζήκας αναμένει πως θα αυξηθούν για να αντισταθμίσει τουλάχιστον ένα μέρος της πτώσης των πωλήσεων στην Eλληνική αγορά. Έχει μια εκκολαπτόμενη σχέση με τον εκπτωτικό λιανοπωλητή Lidl, η οποία λέει θα μπορούσε να είναι ένα διαβατήριο για περισσότερες πωλήσεις στο εξωτερικό. Αλλά δεν είναι ένα εύκολο έργο, καθώς κι άλλες Μεσογειακές χώρες επεξεργάζονται σαρδέλεςεπίσης.

Μια πτυχή της «εσωτερικής υποτίμησης» βοηθά: Οι Έλληνες επεξεργαστές ιχθύων πληρώνουν χαμηλότερους μισθούς. Η μέση ετήσια αμοιβή των εργαζομένων μεταποίησης ιχθύων υποχώρησαν στα € 10.900 το 2012 από € 13.200 το 2011, σύμφωνα με μια ανάλυση από μια επιτροπή περί ιχθύων της ΕΕ.

Η Κονβά προσπαθεί να στραφεί προς τις εξαγωγές, που ο κ. Τζήκας αναμένει ότι θα αυξηθούν για να αντισταθμίσουν τουλάχιστον ένα μέρος της πτώσης των πωλήσεων στην Ελλάδα. Έχει διαμορφώσει καλή σχέση με την Lidl, λιανοπωλητή και εκπτωτικό όμιλο, η οποία, λέει, θα μπορούσε να είναι διαβατήριο για περισσότερες πωλήσεις στο εξωτερικό. Αλλά δεν είναι ένα εύκολο, και άλλες μεσογειακές χώρες επεξεργάζονται σαρδέλες, σε μεγάλο βαθμό.

Αλλά και άλλες δαπάνες παραμένουν σε υψηλά επίπεδαγια τις Eλληνικές εταιρείες επεξεργασίας ιχθύων, μεταξύ των οποίων το αέριο και ηλεκτρική ενέργεια. Το χειρότερο μάλλον είναι είναι το κόστος της πίστωσης. Λόγω της κρίσης, κοστίζει περισσότερο στις Eλληνικές επιχειρήσεις να δανειστούν. Η Κονβά πληρώνει περίπου 6,5% για 28.000.000 ευρώ χρέος. Αλλού στην ΕΕ, θα μπορεί να είναι κοντά στο 2%.

Είναι δύσκολες εποχές για την Eλληνική επεξεργασία ιχθύων. Τα συνολικά τους έσοδα μειώθηκαν κατά 13% στα 233 εκατομμύρια ευρώ το 2012 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, την πιο πρόσφατη χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με την ανάλυση της επιτροπής για τους ιχθύες. Οι επενδύσεις μειώθηκαν σχεδόν στο μηδέν σε καθαρή βάση, και ο τομέας παρουσίασε ελαφρά μείωση.

Από την πλευρά του, ο κ Τζήκας θα ήθελε μια μηχανή να σφραγίζει κονσέρβες γρηγορότερα, αλλά δεν θα επενδύσει σε αυτό σύντομα. «Θέλω να βγάλω κάποια χρήματα τώρα», λέει.

Στην αλιευτική αλυσίδα, για κανέναν δεν είναι χειρότερα τα πράγματα από ό, τι στους αλιείς που πλέουν σε μια –δυο μικρές βάρκες στα λιμάνια όλης της χώρας.

Η αλιεία είναι ένα σκέλος του αρχαίου εμπορίου στην Κρήτη, το μεγαλύτερο νησί στην Ελλάδα. Οι Μινωίτες, ο πολιτισμός των οποίων άνθισε εκεί από το 3500 π.Χ. ως το 1.500 π.Χ., έλεγχαν το εμπόριο στο Αιγαίο και έκαναν την αλιεία μια κύρια βιομηχανία.

Αυτές τις μέρες, είναι ένα χάος. «Αυτή είναι η χειρότερη κρίση από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με την αλιεία», λέει ο Άρης Τσαλίκης, ο οποίος ψαρεύει από το 1984. Ο πατέρας του ήταν ψαράς, επίσης, τις ημέρες που οι αλιείς πετούσαν αναμμένο δυναμίτη στη θάλασσα για πιο εύκολο ψάρεμα.

Ο κ Τσαλίκης ξεμπλέκει τα δίχτυα του ένα βράδυ Κυριακής με αεράκι στο παλιό λιμάνι του Ηρακλείου, την πρωτεύουσα του νησιού. Γύρω του υψώνεται το φρούριο του Κουλέ, που χτίστηκε όταν οι Βενετοί κυβερνούσαν στην Κρήτη. Λέει ότι το εισόδημά του έχει μειωθεί κατά το ήμισυ από την έναρξη της κρίσης. Δείχνει με το δάκτυλο τα τείχη του φρουρίου. «Φοβάμαι ότι σύντομα θα είμαστε ιστορία, σαν και αυτά», λέει.

Η υπεραλίευση έχει καταστήσει δυσκολότερο το να πιάσεις ψαριές σε όλη την Μεσόγειο, και οι Έλληνες αλιείς έχουν το επιπλέον πρόβλημα ότι λίγοι άνθρωποι θέλουν ακριβά ψάρια. Έτσι, όλοι οι κυνηγούν να βρουν σαρδέλες, γαύρο και σκουμπρί- ένας κύκλος που ωθεί τις τιμές ακόμα χαμηλότερα.

Η Δέσποινα Διαλυνά, η οποία εργάζεται στο τουριστικό γραφείο «Ηράκλειο», συνήθισε να αγοράζει ψάρια στην τοπική αγορά μία φορά την εβδομάδα. Τώρα το κάνει μία φορά το μήνα. «Χρειάζομαι δύο κιλά φρέσκα ψάρια για την οικογένειά μου, που θα κοστίσουν περίπου 50 έως 60 ευρώ», υπολογίζει. «Αυτό είναι το ημερήσιο όριο στην τράπεζα τώρα».

Αντίθετα, αγοράζει ποικιλίες χαμηλού κόστους. Σαρδέλες και αντσούγιες μπορεί να αγοράσει για 4 ευρώ το κιλό, το σκουμπρί λίγο περισσότερο.

«Εμείς οι Έλληνες είμαστε ένα έθνος που αγαπάμε τα ψάρια, και έχουμε συνηθίσει στο καλό, φρέσκο ψάρι» η κα Διαλυνά λέει. “Αλλά οι συνήθειες μας έχουν αλλάξει».

Κοντά στο λιμάνι, ο Αναστάσιος Καϊσερλής, ψαράς εδώ και 30 χρόνια, έχει κρεμάσει τα δίχτυα του. Δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά την επισκευή του κινητήρα στο σκάφος του, και έτσι βασίζεται πλέον σε ένα μικρό περίπτερο όπου πουλάει σφουγγάρια και όστρακα. Σε καλύτερες μέρες, λέει, οι πελάτες του, ακόμη και αστακό αγόραζαν, προς 40 ο ένας. Το 2005, πήρε ένα 25.000 ευρώ σε τραπεζικό δάνειο για να αναβαθμίσει τη βάρκα του και να αγοράσει νέα δίχτυα. Οι μηνιαίες δόσεις του είναι 200 ευρώ. Αυτόν τον μήνα κατάφερε να πληρώσει 50 ευρώ.

Βόρεια στο Αιγαίο, σε ένα μικρό λιμάνι στην πόλη της Καβάλας στην Eλληνική ηπειρωτική χώρα, έξι ψαράδες έχουν πιάσει λιμάνι σχεδόν στην αυγή με τα αλιεύματά τους. Ένα κοπάδι από γάτες της αποβάθρας σπεύδουν κοντά και ψάχνουν για περισσέματα.

Ο Γιώργος Τσιλιγκούδης, 50 ετών, είχε βγάλει 10 κιλά σκουμπρί στην μονομελή βάρκα του ‘’Καπετάν Θέμης’’. Πούλησε τα μισά από αυτά. Πριν από δύο χρόνια, λέει, οι ντόπιοι αγοραστές θα γέμιζαν το λιμάνι για να αγοράσουν ψάρια από τις βάρκες. «Ήταν φρέσκα ψάρια και οι τιμές ήταν προσιτές», λέει. Σήμερα, υπάρχουν περισσότερες γάτες από ότι πελάτες.

Ο κ Τσιλιγκούδης αναχώρησε για ψάρεμα πριν τις 17:00 χθες, έριξε τα δίχτυα του στις 05:30, τα τράβηξε γύρω στα μεσάνυχτα, επέστρεψε στο λιμάνι στις 02:00, ήταν το σπίτι στις 03:00 και ξανά επέστρεψε στο λιμάνι στις 6 το πρωί για να πουλήσει τα ψάρια. Έχει και να καθαρίσει τα δίχτυα του. «Είναι πολλές οι ώρες εργασίας», λέει.

Η είσπραξη για τα πέντε κιλά σκουμπρί ήταν 50 ευρώ. Για τα καύσιμα από μόνα τους θα ξοδευτούν μέχρι ίσως και τα μισά από αυτά.

«Επιλέξαμε αυτή τη δουλειά σαν παιδιά που ήμασταν τότε επειδή αγαπάμε τη θάλασσα. Οι οικογένειές μας θα μπορούσαν να ζήσουν από αυτό», λέει ο φίλος του, Νίκος Πρέντας, 48 ετών, ο οποίος είναι καπετάνιοςσε ένα σκάφος 7,5 μέτρων που ονομάζεται «Ελευθερία». Η σύζυγός του είναι το μόνο μέλος του πληρώματος. Ο κ. Πρέντας δυσφορείμε τα νέα έξοδα που προκύπτουν από το νέο σχέδιο διάσωσης: υψηλότερες εισφορές για την σύνταξη, που λαμβάνει από το κράτος, νέους φόρους για τα σκάφη.

«Αυτή τη στιγμή, είμαστε κυριολεκτικά σε κατάσταση απελπισίας», λέει. Ο ίδιος και η σύζυγός του είχαν ξεκινήσει το απόγευμα πιο πριν για τη Θάσο, ένα κοντινό νησί, με την ελπίδα να πιάσουν καλύτερη ψαριά. Τους έπιασε η κακοκαιρία και γύρισαν πίσω. Βρήκαν μερικά σκουμπριά στον δρόμο τους. «Μιλούσα με τη σύζυγό μου» στο ταξίδι της επιστροφής, λέει ο κ. Πρέντας. «Ήμασταν τόσο λυπημένοι. Ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον: «Πώς θα βγάλουμε αρκετά χρήματα για να ζήσουμε; Πώς θα επιβιώσουμε; »

Έχει εξετάσει το σενάριο να πουλήσει την Ελευθερία αλλά προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανένα όφελος. «Αυτήτηστιγμή, δεναξίζουντίποτα», λέει.

Η μεγαλύτερη ελπίδα για τον θαλάσσιο τομέα είναι να «καλλιεργεί» ψάρια, όχι να ψαρεύει. Οι Eλληνικές επιχειρήσεις έχουν, εδώ και καιρό, χτίσει γιγάντιες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειαςμε λαβράκι και τσιπούρα. Είναι απλό: Πάρτε τα αυγά ψαριών, προσθέστε ιχθυοτροφές, θαλασσινό νερό και χρόνο. Πουλήστετα ψάρια.

Αλλά χρειάζονται δύο χρόνια για ένα αυγό να γίνει εμπορεύσιμο ψάρι, και οι καλλιεργητές πρέπει επίσης να χτίσουν τις μονάδες, πράγμα που σημαίνει δανεισμό.

Οι τρεις μεγαλύτεροι παίκτες έπρεπε όλοι να αναδιαρθρώσουν τα χρέη τους. Ο ένας, η Ιχθυοτροφεία Σελόντα ΑΕ, κατέληξε σε συμφωνία το Σεπτέμβριο για να μετατρέψει ορισμένα δάνεια προς ίδια κεφάλαια, αφήνοντας τις τράπεζες κατέχουν το 82% των μετοχών της. Σχεδιάζει να αποκτήσει έναν ανταγωνιστή που θα έχει περάσει τον τελευταίο χρόνο υπό την προστασία κατά της πτώχευσης.

Οι Έλληνες ιχθυοκαλλιεργητές είναι προηγμένοι τεχνολογικά, διεθνώς ανταγωνιστικοί και εστιασμένοι στις εξαγωγές, ακριβώς το είδος της επιχείρησης που πολλοί λένε ότι η χώρα χρειάζεται. Αλλά όπως και πολλοί άλλοι εξαγωγείς στην Ελλάδα, οι ιχθυοκαλλιεργητές χρειάζονται εισαγωγές. Οι ιχθυοτροφές προέρχονται από τη Νορβηγία, για παράδειγμα, και το ιχθυέλαιο από τη Χιλή.

Όταν επιβλήθηκαν οι έλεγχοι κεφαλαίων στις τράπεζες που περιορίζουν την μετακίνηση των χρημάτων στο εξωτερικό στα τέλη Ιουνίου, έγινε εξαιρετικά δύσκολο να πληρώσουν για εισαγωγές. Μια επιχείρηση που ονομάζεται «Αλιευτική Κεφαλονιάς» αγωνίστηκε κυριολεκτικά για ολόκληρες εβδομάδες για να βρει τρόπο για να ταΐσει τα ψάρια σε μονάδες της, λέει η διευθύνων σύμβουλος της, η Λάρα Μπαραζή.

«Αυτή θα είναι μια δύσκολη χρονιά για τον κλάδο της Eλληνικής ιχθυοκαλλιέργειας», λέει ο Audun Lem, αναπληρωτής διευθυντής του τμήματος αλιείας στον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών. «Κάθε μέρα που παραμένουν έλεγχοι κεφαλαίων στις τράπεζες, τόσο χειρότερο για τους ανθρώπους». Ο κ. Lem αναφέρει ότι η Ελλάδα, ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο σε λαβράκι και τσιπούρα, θα μπορούσε να ξεπεραστεί σύντομα από την Τουρκία.

Η Κεφαλονιά σχεδίαζε να προσθέσει μία νέα μονάδα παραγωγής τον Σεπτέμβριο, λέει η κα Μπαραζή. Τώρα αυτό είναι αβέβαιο. Οι λιποταξίες από το κυβερνών κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα μετά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις διάσωσης προκάλεσαν νέες εκλογές τον Σεπτέμβριο. Και “όποτε έχουμε εκλογές, έχουμε μήνες κυβερνητικής αδράνειας πριν και μετά από αυτές», λέει η κα. Μπαραζή.

Η Κεφαλονιά έχει καταφέρει να προσαρμοστεί, λέει, αλλά με μεγάλο κόστος: «Αντί να ασχοληθούμε με την οικοδόμηση της επιχείρησής μας, όλη η ενέργειά μας δαπανάται προσπαθώντας να προβλέψουμε την επόμενη κρίση».

Μετάφραση αποκλειστικά για το Νόστιμον Ήμαρ: Γκουσδουβάς Χρήστος | Επιμέλεια κειμένου – συντακτική ομάδα Νόστιμον Ήμαρ

 

Πηγή: The Wall Street Journal