Βασίλης Μάγγος: Θύμα εκδικητικής αστυνομικής βίας

Pinterest LinkedIn Tumblr +

Στις 19 Ιανουαρίου 2013 ο 18χρονος τότε Βασίλης Μάγγος καταδικάστηκε από το Δικαστήριο Βόλου σε 7μηνη φυλάκιση με αναστολή γιατί έσπασε τα γραφεία της Χρυσής Αυγής στο Βόλο.


Ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του αδικοχαμένου Βασίλειου Μάγγου, με ανάρτηση στο facebook είχε αναφερθεί  στην αντιφασιστική δράση του 18χρονου τότε γιού του Βασίλειου που του κόστισε ποινή φυλάκισης επτά μηνών με τριετή αναστολή για φθορές στα γραφεία της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Ο νεαρός Βασίλειος είχε σπάσει τα γραφεία των φασιστών γιατί έβλεπε το ναζιστικό φίδι να μεγαλώνει, γιατί υπέφερε να βλέπει τη ναζιστική συμμορία στη Βουλή, γιατί δεν άντεχε να βλέπει σβάστικες στην πόλη του.

Η δολοφονική επίθεση

Η επίθεση του Βασίλη Μάγγου στα γραφεία της ΧΑ και η αντιφασιστική του δράση αρκούσαν για να στοχοποιηθεί από τα φασιστικά στοιχεία του Βόλου, καθώς όπως ανέφερε ο πατέρας  του “Καταδικάστηκες γιατί τους χάλασες τη «βιτρίνα». Δεν αρνήθηκες τίποτα! Στοχοποιήθηκες…”.

Επτά χρόνια μετά, στις 13 Ιουνίου 2020, ο Βασίλης δέχτηκε βίαιη επίθεση από αστυνομικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης αλληλεγγύης στους συλληφθέντες της μεγάλης διαμαρτυρίας κατά της καύσης σκουπιδιών από την ΑΓΕΤ – Lafarge.

Στο Βιβλίο Συμβάντων της Αστυνομίας για την προσαγωγή, η δικηγόρος του Βασίλη αναφέρει ότι οι αστυνομικοί ισχυρίζονται πως χρησιμοποίησαν μόνο «την απολύτως αναγκαία βία» κι αυτό γιατί η συμπεριφορά του κίνησε «υπόνοιες διάπραξης εγκλήματος» -χωρίς όμως να προσδιορίζεται το έγκλημα- αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι… «είναι γνωστός από τη συνεχή δράση του σε διάφορες συλλογικότητες, αλλά και από τη γενικότερη εγκληματική συμπεριφορά του».

Την βίαιη επίθεση που δέχτηκε, και η οποία κατεγράφη σε βίντεο, είχε καταγγείλει ο ίδιος, με ανάρτησή του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, όπου ανέφερε:

“Μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ΜΑΤ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά. Όταν (σ.σ. μέσα στο Α.Τ.) ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιώ από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγόνα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο”.

Τρεις ημέρες αργότερα, στις 19 Ιουνίου, ενημέρωσε για την εξέλιξη της υγείας του.

“Επειδή πολύς κόσμος ρώτησε, κοινοποίησε, ενδιαφέρθηκε, νομίζω πως οφείλω να ενημερώσω πως πήρα εξιτήριο προχθές το βράδυ, μετά από 4 ημέρες νοσηλείας. Σήμερα πήγα για επαναληπτικές, τα ζωτικά μου όργανα φέρουν βέβαια κακώσεις ακόμα, παρ’ όλα αυτά είναι σε σταθερή κατάσταση και δείχνουν σημάδια βελτίωσης.

Να ευχαριστήσω όλο τον κόσμο που δεν άφησε άλλο ένα περιστατικό αστυνομικής βίας, αυθαιρεσίας και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων να παραμείνει στη σιωπή και το σκοτάδι και να υπενθυμίσω πως οφείλουμε όλοι μας να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να μην αφήνουμε ποτέ τον διπλανό μας έρμαιο καμίας ανάλογης κατάστασης.

Επίσης, να ευχαριστήσω το ιατρικό προσωπικό που στη συντριπτική του πλειοψηφία καταρχάς με ανέχτηκε και κατά δεύτερον στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, κρατώντας θέση ενάντια στη βαναυσότητα του κράτους.

Η τελευταία μου φωτό, λοιπόν, από το νοσοκομείο και η πρώτη μου απ’ το σπίτι…
Και τα δύσκολα τώρα αρχίζουν…

2-3 μήνες αποθεραπεία και ποιός ξέρει πόσα χρόνια και αν θα βρω το δίκιο μου…

…Όμως… Χαμογέλα, ρε… Τί σου ζητάνε;”

Την βίαιη επίθεση είχε καταγγείλει και ο πατέρας του 26χρονου στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου ανέφερε:

“Έπεσαν πάνω του 10 οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι και τον έσπασαν στο ξύλο, κυριολεκτικά. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει 6 ή 7 σπασμένα πλευρά και το συκώτι του έχει πάθει μια μικρή θλάση, γεγονός που μας βάζει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες διότι ταράχτηκε ζωτικό όργανο του οργανισμού του. Ενώ τον χτυπούσαν και τους φώναζε “σταματήστε, δεν μπορώ να πάρω ανάσα”, αυτοί συνέχιζαν. Και δεν είναι αντιγραφή από αυτό που έγινε στην Αμερική, αφού όταν σπάσει κανείς -ακόμη και ραγίσει- ένα πλευρό, δεν μπορεί να αναπνεύσει από τον φοβερό πόνο. Το ότι τελικά τον άφησαν σημαίνει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν είπε κάτι εναντίον τους και τον άφησαν επειδή δεν υπήρχε κατηγορία. Και, κατά δεύτερον, επειδή τη στιγμή που τον συνέλαβαν έγιναν δικαστές και τον τιμώρησαν. Όταν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί στο Τμήμα σταμάτησαν το σαδιστικό τους έργο και βαρέθηκαν να τον χτυπάνε, ο γιος μου τους άκουσε να λένε “τώρα τι κάνουμε, αν τον κρατήσουμε θα πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο”. Και του έδωσαν μια κλοτσιά και τον πέταξαν έξω.”

O αιφνίδιος θάνατος του 26χρονου Βασίλη Μάγγου στο σπίτι του στον Βόλο, ήρθε έναν μήνα αργότερα.

Η ιατροδικαστής Ελένη Καλύβα πραγματοποίησε τη νεκροτομή παρουσία Εισαγγελέα αλλά και παρουσία τεχνικού συμβούλου της οικογένειας και ο θάνατος αποδόθηκε σε οξύ πνευμονικό οίδημα, με τον πατέρα του 26χρονου να εκφράζει προκαταβολικά δυσπιστία για τα αποτελέσματα της νεκροψίας–νεκροτομής από την Ιατροδικαστική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης.

Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα της οικογένειας, η δικηγόρος Α. Παπαρρούσου τόνισε τον περασμένο Σεπτέμβριο, ότι η οικογένεια του Βασίλη αναμένει πλέον «την πλήρη ιατροδικαστική έκθεση για τις τοξικολογικές και ιστολογικές εξετάσεις ώστε να διακριβωθεί αν ο θάνατός του σχετίζεται με τον προηγούμενο βαρύ τραυματισμό του που αποτυπώνεται στα ιατρικά έγγραφα και στις βεβαιώσεις που έχουν χορηγηθεί από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκε». Δεν απέκλεισε ακόμη ο θάνατός του να συνδέεται, έστω και έμμεσα, με τον ξυλοδαρμό, καθώς οι βλάβες που του προκάλεσαν οι αστυνομικοί ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, δεδομένου ότι αφορούσαν ζωτικά όργανα και κατάγματα στα πλευρά.


Σήμερα, 7 μήνες μετά τον θάνατο του Βασίλη, η οικογένεια του 26χρονου ακτιβιστή παραμένει στο σκοτάδι.

Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απαντώντας σε ερώτηση που είχε καταθέσει η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία Κατερίνα Παπανάτσιου για την αστυνομική βία ενάντια σε πολίτες του Βόλου κατά την 13η και 14η Ιουνίου 2020 σημειώνει πως η προκαταρκτική εξέταση μετατράπηκε σε ΕΔΕ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ενδείξεις για παραπτώματα και θα αποφανθούν αν θα μετατραπεί και σε πειθαρχική δίωξη. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες, γεγονός που αναμένεται να πάρει πολύ χρόνο ακόμα.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο