Το κεφάλαιο που αφαιρέθηκε από τις φετινές Πανελλαδικές

Μιλώντας στον Alpha 98,9 FM δύο μήνες μετά την εκλογική νίκη της Ν.Δ. (5/9/2019), η υπουργός Παιδείας είχε προεξαγγείλει το «ξήλωμα» του μαθήματος της Ιστορίας και την αναπαλαίωση του περιεχομένου του με βάση τις παλιές καλές συνταγές της εθνικοφροσύνης: «Για εμάς», τόνισε, «η Ιστορία δεν πρέπει να έχει κοινωνιολογικό χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης».

Η οπισθοδρομική εκείνη διακήρυξη προκάλεσε ουκ ολίγες αντιδράσεις στους κόλπους των επιστημόνων ιστορικών· όχι βέβαια για την αναφορά στην «εθνική συνείδηση», η καλλιέργεια της οποίας από το σχολείο είναι άλλωστε συνταγματική επιταγή, αλλά για τη στενοκέφαλη πρόσληψή αυτής της διαδικασίας, που θεωρεί «αντεθνική» την ερμηνεία του παρελθόντος με βάση τα σύγχρονα εργαλεία των κοινωνικών επιστημών κι οραματίζεται την επαναφορά του ελληνικού σχολείου στο φρονηματιστικό μοντέλο που επικρατούσε μέχρι το 1974.

Ως απόρροια προφανώς αυτού του ξεφωνήματος, η επίμαχη συνέντευξη έχει εξαφανιστεί από τον υπηρεσιακό ιστότοπο του ΥΠΑΙΘ με τα επικοινωνιακά Απαντα της κυρίας Κεραμέως («Η υπουργός είπε…»). Η επικοινωνιακή αυτή αναδίπλωση κάθε άλλο παρά σήμανε ωστόσο κι επανεξέταση του όλου σχεδιασμού. Το διαπιστώνουμε από μια μικρή λεπτομέρεια, που εν μέσω Covid-19 πέρασε απαρατήρητη: τη «χειρουργική» αφαίρεση από την εξεταστέα ύλη των φετινών πανελλαδικών εξετάσεων ενός εμβληματικού κεφαλαίου, η απάλειψη του οποίου πιστοποιεί ποια ακριβώς είναι η «κοινωνιολογική» προσέγγιση από την οποία πρέπει να προστατευτούν οι νέες γενιές μαθητών.

Ο λόγος για τρεισήμισι συγκεκριμένες σελίδες του πρώτου μέρους του εξεταζόμενου βιβλίου (που αφορά την ελληνική οικονομία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ώς τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) με θέμα «Το εξωελλαδικό ελληνικό κεφάλαιο» και συγγραφέα, όπως κι όλο το πρώτο μέρος, τον πανεπιστημιακό Γιώργο Μαργαρίτη («Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας», Αθήνα 2020, σ. 38-41).

Η επιλεκτικότητα της αφαίρεσης, από ένα βιβλίο που διδάσκεται από το 1999, είναι προφανής. Η σχετική απόφαση δημοσιεύτηκε άλλωστε το περασμένο καλοκαίρι, πολύ πριν από το δεύτερο κύμα της πανδημίας, και δεν σχετίζεται με τον μετέπειτα περιορισμό της ύλης λόγω αποσύνθεσης του εκπαιδευτικού συστήματος (ΦΕΚ 2020/Β/3046, Υ.Α. 94893/Δ2 της 17/7/2020).

Μια απλή ανάγνωση του κομμένου κεφαλαίου δεν αφήνει δε την παραμικρή αμφιβολία για τους λόγους της απάλειψης: η «κοινωνιολογική» περιγραφή του αντικειμένου, της προβληματικής σχέσης ανάμεσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και το εξωελλαδικό ομογενειακό κεφάλαιο μεταξύ 1830-1922 δύσκολα συνάδει, γαρ, με το προσφιλές αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, την αντιδιαστολή δηλαδή ανάμεσα στον «ανοιχτόμυαλο» (υποτίθεται) ελληνισμό της διασποράς και τους «καθυστερημένους» ιθαγενείς, που χρειάζονται μια οιονεί αποικιακή διαπαιδαγώγηση για να προσαρμοστούν στον σύγχρονο κόσμο.

Για την ιστορία, αλλά και την καλύτερη ενημέρωση όσων αναγνωστών μας δεν είναι (ούτε υπήρξαν μετά το 1999) μαθητές της Γ’ Λυκείου, παραθέτουμε εδώ τα βασικά σημεία του επίμαχου κειμένου.

Το κομμένο κεφάλαιο

«Για το μικρό ελληνικό κράτος που ασφυκτιούσε στα περιορισμένα γεωγραφικά του όρια, η ύπαρξη αυτών των ισχυρών ομογενειακών ομάδων αποτελούσε οπωσδήποτε μια ελπίδα, μια χρυσή εφεδρεία. Οι σχέσεις όμως των Ελλήνων της διασποράς με το μικρό ελληνικό βασίλειο δεν ήταν, για πολύ καιρό, οι καλύτερες δυνατές. Μέσα σ’ ένα κλίμα ανάπτυξης και υψηλών αποδόσεων που χαρακτήριζε τις ευρωπαϊκές οικονομίες μέχρι τη δεκαετία του 1870 οι επιχειρηματικές δραστηριότητες είχαν περισσότερες ευκαιρίες ανάπτυξης στις αγορές των μεγάλων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου. Μόνο ένα ολιγάριθμο τμήμα του ελληνισμού της διασποράς εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Για τους πολλούς και πιο ισχυρούς παράγοντες της ομογένειας, η μικρή Ελλάδα ήταν μια περιοχή χωρίς ενδιαφέρον. […]

Οι πρώτες δειλές ενδείξεις συνεργασίας του ελληνικού κράτους με τους Ελληνες ομογενείς εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1870. Η εξέλιξη αυτή είναι πιθανό να οφειλόταν στην κρίση του 1873 που μείωσε τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών κεφαλαίων και προκάλεσε τη μεταφορά τους προς τα ανατολικά, σε αναζήτηση επικερδών τοποθετήσεων. Η μετακίνηση αυτή πίεσε οικονομικά τους πλούσιους Ελληνες της διασποράς, οι οποίοι αναζήτησαν με τη σειρά τους νέα πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας, ανακαλύπτοντας έτσι και την Ελλάδα.

Οι τοποθετήσεις σε ακίνητα, τοποθετήσεις επίδειξης, που κόσμησαν την Αθήνα με λαμπρά νεοκλασικά αρχοντικά, δίνοντας σε μερικές κεντρικές περιοχές της αριστοκρατικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, αποτέλεσαν τον προάγγελο της δραστηριοποίησης των ομογενών στη χώρα. Η διείσδυσή τους στην ελληνική αγορά έγινε με γνώμονα την αξιοποίηση ευκαιριών για υψηλά κέρδη. Η πώληση, λόγου χάρη, των τσιφλικιών της Θεσσαλίας σε χαμηλές τιμές από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους ομογενείς κεφαλαιούχους. Λίγο αργότερα ακολούθησαν επενδύσεις στο εμπόριο, στις μεταλλευτικές δραστηριότητες, στα δημόσια έργα της τρικουπικής περιόδου και στο δανεισμό του δημοσίου.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των επενδύσεων ήταν ο ευκαιριακός χαρακτήρας και η ρευστότητά τους. Το κύριο μέλημα φαίνεται ότι ήταν η δυνατότητα γρήγορης απόσβεσης και επανεξαγωγής των κεφαλαίων στο εξωτερικό, στην πρώτη ένδειξη για επικερδέστερες τοποθετήσεις. Η ελληνική αγορά δεν έδινε τόσες υποσχέσεις, ώστε να επιχειρούνται τοποθετήσεις με μακροχρόνιες προοπτικές. Η εύκολη μετατρεψιμότητα της δραχμής ενίσχυε αυτά τα βραχυπρόθεσμα περάσματα του ομογενειακού κεφαλαίου από τη χώρα. Ο χαρακτηρισμός αυτής της συμπεριφοράς ως κερδοσκοπικής δεν απέχει πολύ από την αλήθεια. […]

Σταθερότερη ήταν η συμπεριφορά των ομογενών κεφαλαιούχων στις αρχές του 20ού αιώνα, μετά το κίνημα των Νεοτούρκων, τους Βαλκανικούς πολέμους και τις ανακατατάξεις που έφερε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η έξαρση των εθνικισμών, τα πλήγματα στις οικονομικές δραστηριότητες των ξένων, οι πολιτικές εξελίξεις στη Ρωσία, το τέλος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η δημιουργία της Κεμαλικής Τουρκίας διέκοψαν με τον πλέον απόλυτο τρόπο τις παραδοσιακές δραστηριότητες των Ελλήνων κεφαλαιούχων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αρκετοί από αυτούς προτίμησαν τότε τη μεταφορά των επιχειρηματικών, βιομηχανικών, εμπορικών ή χρηματιστηριακών δραστηριοτήτων τους στο ελληνικό κράτος. Στο μεταξύ όμως το ίδιο αυτό κράτος είχε αλλάξει μορφή και οι δυνατότητές του είχαν διαφοροποιηθεί.

Το κεφάλαιο που συσσώρευσαν οι Ελληνες της διασποράς δεν αποτέλεσε σταθερή βάση για την ανάπτυξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παρουσία του δεν υπήρξε σημαντική. Το ευκαιριακό και κερδοσκοπικό έστω πέρασμά του από τη χώρα ενίσχυε τη ρευστότητα, έδινε πρόσκαιρες αλλά αναγκαίες λύσεις στην έλλειψη κεφαλαίων που ταλάνιζε τη χώρα και βοήθησε σημαντικά στον εκχρηματισμό της ελληνικής οικονομίας».

ΠΗΓΗ

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο