του Νικήτα Φεσσά

Στον Κρίστοφερ Νόλαν αρέσει η εκλαϊκευμένη Φυσική.

Στον Κρίστοφερ Νόλαν (και τον αδερφό του Τζόναθαν – βλ. και Westworld) αρέσει η ποπ φιλοσοφία.

Στον Κρίστοφερ Νόλαν αρέσει το μίνιμαλ ντεκόρ και, παράλληλα και αντιστρόφως, οι μαξιμαλιστικές ιδέες.

Στον Κρίστοφερ Νόλαν αρέσουν οι μονολεκτικοί τίτλοι-έννοιες.

Στον Κρίστοφερ Νόλαν αρέσουν η στερεογραφία, η τοπολογία, οι δαιδαλώδεις λαβύρινθοι και οι λωρίδες του Μέμπιους, και οι ελληνογενείς λέξεις (βλ. το logo της εταιρείας παραγωγής του, Syncopy).

Σε βαθμό που αν αποσυνθέσεις (ή αποσυνδέσεις, στο πρωτότυπο του Ελύτη—βλ. την επισήμανση του Σαραντάκου) μια ταινία του Νόλαν, χρειάζεσαι αυτά για να την ξαναφτιάξεις.

Ήδη από τα Following και Memento, μέχρι την καταπληκτική Δουνκέρκη, ο Βρετανός κινηματογραφικός δημιουργός έκανε σαφές ότι τον ενδιαφέρουν τα παιχνίδια του (κινηματογραφικού) χρόνου και της μη γραμμικής αφήγησης. Στο Inception εστίασε στο πώς η πραγματικότητα καμπυλώνεται ή αναδιπλώνεται, γιατί ένα όνειρο(-μπαμπούσκα/mise-en-abyme) μέσα σε ένα όνειρο, μέσα σε ένα τρίτο όνειρο, και μπλα, μπλα, μπλα.

Για το Interstellar και τις Μαύρες Τρύπες συμβουλεύτηκε τον Νομπελίστα θεωρητικό φυσικό Κιπ Θορν. Τον ξανασυμβουλεύτηκε και για το νέο του πόνημα, το πρώτο, «μεταχρονολογημένο», μετα-covid blockbuster με τίτλο Tenet (προφανές παλίνδρομο ή παράδειγμα καρκινικής γραφής/λέξης).

Τι γίνεται στο Tenet; Είμαι σίγουρος ότι οι δύο στους τρεις θεατές θα δυσκολευτούν να πουν με σαφήνεια. Ίσως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ταινία ξεκινάει πολύ γρήγορα, αν όχι βιαστικά, με μια εξωφρενική ιδέα που οι σοβαροφανείς χαρακτήρες δεν μας εξηγούν πολύ πειστικά, μπλέκοντας με παιδαριώδη τρόπο διάφορα περί ελεύθερης βούλησης (προβληματική που έχει εξετάσει πιο λεπτά ο σεναριογράφος αδερφός Νόλαν στο Westworld του HBO – κοινές θεματικές με το Tenet έχει και η σειρά Person of Interest, επίσης γραμμένη από τον Τζόναθαν Νόλαν), «ενστίκτου», κλπ.

Γενικώς η πρώτη ώρα του φιλμ είναι μάλλον κακή, και σε κάνει διαρκώς να κάνεις «ρολάρεις» τα μάτια σου με δυσπιστία. Το μοντάζ είναι προχειρότατο, πράγμα αδιανόητο για ταινία του Νόλαν που είναι τελειομανής στα τεχνικά κομμάτια, και κάτι που εξηγείται μόνο λόγω της πανδημίας που επηρέασε και την εύρυθμη λειτουργία της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Το ίδιο κακές είναι και οι ερμηνείες: o Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον (γιος του Ντενζέλ – hello, woke νεποτισμέ) δεν κάνει για πρωταγωνιστής (ειρωνεία και σε σχέση με το [μη-]όνομα του χαρακτήρα του στην ταινία), είναι μη χαρισματικός, εντελώς αδιάφορος ως παρουσία, και μοιάζει να διαβάζει τις ατάκες του χωρίς να τις κατανοεί.

Η πανύψηλη Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, είναι αυτό. Πανύψηλη.

Ο δε Κένεθ Μπράνα νομίζει ότι (υπερ)παίζει τον Οθέλλο, με τραγελαφικά αποτελέσματα.

Γενικώς, η όλη υποπλοκή «και οι πλούσιοι κλαίνε» μοιάζει βγαλμένη από το Καλημέρα Ζωή. Σε αντίθεση με τη «κλινική» νέμεσή του, τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, ο Νόλαν θέλει να γειώνει τα αφηρημένα κόνσεπτ με ανθρώπινες ιστορίες . Σεβαστό. Το έκανε με μεγαλύτερη επιτυχία στο Interstellar, όπου εκεί, ωστόσο, είχε καλύτερους ηθοποιούς που μπορούσαν να «πουλήσουν» πιο πειστικά το συναίσθημα. Εδώ μένει ένας Ρόμπερτ Πάτινσον σε δεύτερο, αμήχανο ρόλο, να πετάει επιτηδευμένες αναφορές στον Ρίτσαρντ Φέινμαν, να εξηγεί το «παράδοξο του παππού» ωσάν να απευθύνεται σε νήπια (whitesplaining ;), και να προσπαθεί ο καημένος να προκαλέσει λίγη βεβιασμένη συγκίνηση με έναν σύντομο μονόλογο ακριβώς πριν τελειώσει η ταινία. Όμως, φευ, έχει μηδενική χημεία με τον π/Πρωταγωνιστή.

Γενικώς, αποδεικνύεται (για όσ@ χρειάζονταν απόδειξη) με επώδυνο τρόπο ότι προφανέστατα το μοδάτα ποικιλόμορφο καστ δεν σημαίνει και εγγύηση καλών ερμηνειών.

Σε αντίθεση με το Inception, εδώ δεν βοηθάει και το πώς μεταφράζεται η αρχική ιδέα στην οθόνη: στην καλύτερη σαν ανάποδο Μάτριξ, στη χειρότερη απλώς γελοία φάση rewind.

Οι χαρακτήρες πάνε από (μινιμαλιστικό) μέρος σε μέρος, και από εντυπωσιακή σε εντυπωσιακή τοποθεσία (a la Τζέιμς Μποντ), χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε (και μάλλον ούτε και οι ίδιοι) γιατί.

Η μουσική του Ludwig Göransson (που παίρνει εδώ την μπαγκέτα του μόνιμου συνεργάτη του Νόλαν, Hans Zimmer) στοιχηματίζω ότι μπορεί να παιχτεί και ανάποδα, χωρίς να εμφανιστεί ο διάβολος.

Στο δεύτερο μέρος του Tenet, κάποιες από τις υπερφιλόδοξες ιδέες του σκηνοθέτη και σεναριογράφου επιτέλους έχουν κάποια πρακτική εφαρμογή όσον αφορά πού το πάει η ταινία. Ωστόσο, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, τα σημάδια είναι εξαρχής εμφανή, δύσκολα δεν θα περιμένει κάποιος τουλάχιστον δύο προφανείς ανατροπές.

Παρόλα αυτά, ως κινηματογραφικό πείραμα, το Tenet έχει το ενδιαφέρον του. Και ο οικολογικός μίνι μονόλογος του Μπράνα προς το τέλος της ταινίας αντηχεί τρομακτικά επίκαιρος.

Υπάρχει ακόμα και μια πλάγια (και φιλελέ) κριτική της μεγαλομανίας και του «συνδρόμου θεού» μερικών (και όλως περιέργως [not]Ρώσων – o Μπράνα έχει ξαναπαίξει με αποτυχία ανάλογο ρόλο, και χρησιμοποιήσει την ίδια ανεκδιήγητη προφορά, στο Jack Ryan: Shadow Recruit) εκπροσώπων του καπιταλισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς περιμένει περισσότερα από τον Νόλαν, εφόσον και ο ίδιος φαίνεται να περιμένει σχεδόν τα πάντα από τον εαυτό του, και αρκετά από τον μέσο θεατή. Ταινίες όπως τα Edge of Tomorrow, Looper, και φυσικά το cult κλασικό Groundhog Day, από λιγότερο γνωστούς ή δοξασμένους σκηνοθέτες, έχουν ασχοληθεί με τις χωροχρονικές λούπες με πιο πετυχημένο, και λιγότερο επιτηδευμένο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται απλώς για ένα gimmick/τρικ, από αυτά στα οποία αρέσκεται ο ταχυδακτυλουργός Νόλαν (το Prestige είναι ίσως η καλύτερη ταινία του με μεγάλο budget), αλλά η ιδέα ή το κόνσεπτ εντάσσονται οργανικά στην αφήγηση. Με αυτό τον τρόπο οι χαρακτήρες έχουν πολύ περισσότερο βάθος, και δεν περιφέρονται σαν άψογα ντυμένη Siri που διαβάζει λήμματα από τη Βικιπαίδεια.

Θα πρέπει λοιπόν να μπούμε στη σκουληκότρυπα ή το τούνελ ή την κάψουλα χρόνου ή whatever για να επιστρέψουμε στο χωροχρονικό σημείο όπου η ταινία του Νόλαν δεν υπήρχε ακόμα, και έτσι να ξανακερδίσουμε δυόμισι ώρες από τη ζωή μας; Όχι (ΟΚ, μπορεί την πρώτη). Ο Νόλαν παραμένει ένας καλός τεχνίτης, απλά ίσως θα πρέπει να πάει κι αυτός λίγο προς τα πίσω για να επανακαθορίσει τις προτεραιότητές του, καθότι δεν γράφει εργασία ενθουσιώδους (και φραγκάτου) πρωτοετούς φοιτητή.

Πιθανόν, δηλαδή, να χρειάζεται να ξαναπιάσει λιγάκι το νήμα απ’ την αρχή, και όχι «αρχή-νήμα-ξαναπιάσει-χρειάζεται-να».

Επίσης: ωραία και κομψή η θεωρία των χορδών, αλλά δεν χρειάζεται να τις γρατζουνάς όλες ταυτόχρονα, ή συνέχεια.

Βαθμολογία 3,5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Λιλά για τη φιλοξενία

Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

Νικήτας Φεσσάς

Όταν βρίσκει χρόνο από τα ακαδημαϊκά, o Νικήτας γελάει με το Frasier, ταΐζει αδέσποτα, και κοκορεύεται που ο Ζίζεκ τον ανέφερε σε βιβλίο του πριν από 10 χρόνια.

Αφήστε ένα σχόλιο