Κείμενα

Τα δικά μου Γιάννενα

By Άρης Κεραμάρης

February 21, 2021

Κι όμως, την αγάπησα τούτη την πόλη. Άλλοι την λένε γούρα. Εγώ την αγάπησα.

Ξεχυνόμουν μικρό παιδάκι, σαν αγριμάκι, στα σοκάκια της για να την ακούσω. Αλλά δεν την άκουγα. Και τώρα ξεχύνομαι. Αλλά πάλι δεν την ακούω. Μόνο σαν τότε, το μουρμουρητό της ακούω πια. Νομίζω πως τούτη η πόλη ποτέ δε φώναξε, πάντα μουρμουρούσε. Κι έτσι μας έμαθε όλους να μουρμουράμε – πάντα στη σκιά. Στη σκιά της μητρόπολης, στη σκιά των κληροδοτημάτων, στη σκιά των ευεργετών.

Μη με ρωτάς να σου πω. Για όλα αυτά, εγώ έμαθα από άλλα βιβλία και μάλλον η γνώμη μου δε θα σου αρέσει.

Τα Γιάννενα – χρόνια προσπαθούσα να βάλω δίπλα τους μια λέξη. Έβαλα πολλές, καμιά δε μου καθόταν. Τα Γιάννενα – τα γυάλινα Γιάννενα. Την έβαλε ο Γκανάς και μ’ απάλλαξε μια και καλή. Τα όμορφα. Τα ψεύτικα. Τα παραμυθένια. Τα Γιάννενα του Χατζή, του Μπαλάφα, του Αγγελόπουλου. Και μετά του κανένα. Αμαρτία.

Τα Γιάννενα των αγίων τρελών. Τα Γιάννενα του ξενιτεμού, της ανεμοζάλης των μοιρολογιών, της οκτάκοπου μες τη μέση της λίμνης τα κρύα απογεύματα. Τα Γιάννενα που μιλούν με μύθους, ίσως γιατί η αλήθεια πονάει ή δε νοιάζει. Τα Γιάννενα του Γυαλικαφενέ….

Τι σενάρια θα έγραφε ο Τσιώλης και ο Βακαλόπουλος, αν είχαν περάσει από εκεί πριν δεκαπέντε χρόνια;

Όλους μας διώχνουν τα Γιάννενα. Βάζουν, όμως, ένα κομμάτι απ’ το γυαλί τους στο αίμα μας – για να μας αγκυλώνει στην καρδιά κάθε φορά που τα λογιζόμαστε. Σαν υπενθύμιση κυριότητας, σ’ αφήνουν μόνο να πάρεις κάτι από αυτά μαζί.

Και μιας και τα στρέξαμε, εγώ θα πάρω εκείνο εκεί το γκολ του Παπαχρήστου στην πρώτη φορά που είδα τον Πας, εφτά χρονών παιδάκι στους Ζωσιμάδες. Την πρώτη και μοναδική στιγμή που ένοιωσα την πόλη να φωνάζει.

Και κάτω η λίμνη. Όλα μια εικόνα. Μια λίμνη με νούφαρα ατάραχη. Δεν την χτυπάει αέρας. Την φέρνει ο νους σαν ξεθωριασμένη εικόνα και όλες οι λέξεις σταματάνε στην λέξη «εκεί». Έχουν χρόνια να αποδημήσουν όλα τα πουλιά, πάνω από το χρυσοπράσινο λαμπύρισμα της. Μόνο οι βιαστικές μας ανάσες είναι ακόμα εκεί, μαζί με τα πρωινά βήματα και τον μακρινό αχό της μέρας που θα έρθει. Όλα σαν τον ήχο του κομπολογιού ή το σιγανοψιθύρισμα του κουτσομπολιού. Μια μονότονη συνήθεια. Υπάρχει μια εσωστρέφεια στην λίμνη.

Σε αυτήν την λίμνη. Όμοια με εκείνων που δεν δέχονται να αγαπηθούν. Μια περιφρόνηση που την συναντάς μόνο στο βλέμμα όσων έχουν περπατήσει πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Σε συλλέγει ήσυχα, όταν είσαι λυπημένος. Μια εικόνα με αδύναμο κορμάκι. Τυλίγεται σφιχτά και ψιθυρίζει μυστικά, λέει ιστορίες. Να την κάνεις μια βόλτα τούτη την πόλη, έτσι όπως σε παρασύρει σε αυταπάτες βγαλμένες, λες, από την πιο ονειρεμένη, ζηλευτή, ρομαντική αιθάλη! Να σβήσεις την ασπλαχνιά της, την βαριά ανάσα της, με την μυρωδιά των φούρνων της το πρωί. Να περάσεις την πιο άσχημη μέρα σου στο πιο όμορφο σημείο του κόσμου, στο παραλίμνιο, στο δικό μου κελί. Όλα εκεί, πάντα.

Κάποτε, μια χειμωνιάτικη πανσέληνο, με τα χέρια ανοιχτά, μισό μέτρο από το είδωλο μου, διαφωνούσα με τον εαυτό μου. Μισό σκαλί απ’ την τρέλα. Αν κλείσεις τα μάτια, όλα χάνονται. Πάντα εκεί, στο δικό μου ύψιστο σημείο. Σε κάθε χωρισμό, σε κάθε θυμό, σε κάθε λύπη, σε κάθε χαρά. Από τα δεκαεφτά μου μέχρι τα άπειρα.

Πάντα εκεί, στη μεγαλύτερη μου επιθυμία… στην Κυρά της Λίμνης. Στο χαμόγελο της. Στην ευχή της,

«Σε ξέρω χρόνια, ήσουν παιδί, έγινες άντρας. Μα πόσο ανόητος παρέμεινες! Η χαρά είναι και λύπη, μα εσύ ονειρέψου όνειρα που φτιάχνουν σπάνιους καρπούς. Δέντρα ψηλά που δεν φτάνουν μάτια. Μυρωδιές- ανάσες πριν το φιλί. Πόρτες με χαμένα κλειδιά. Λαχτάρες που έρχονται σαν κύματα. Συνωμοτικά χαμόγελα. Νεράιδες με διάφανες φτερούγες. Φυλαγμένα γράμματα στο συρτάρι. Να έρχεσαι εδώ, μια φορά το χρόνο. Να έρχεσαι μέρα, όχι βράδυ. Μην ξαναδείς το φεγγάρι στα νερά μου! Να έρχεσαι και ύστερα να φεύγεις.» «Ήρθα κυρά μου! Ήρθα και θα φύγω. Πέρα από σένα, ποτέ και τίποτα δεν με κράτησε σε τούτη την πόλη.»