Τον Σεπτέμβριο του 2018, στην περιοχή Νοϊκέλν, στα νοτιανατολικά του Βερολίνου, μια επιστολή ήρθε να ταράξει τους ιδιοκτήτες του μπαρ «Syndikat» που από το 1985 έδινε χρώμα και έναν αέρα κολεκτίβας σ’ αυτήν την κοσμοπολίτικη γωνιά της γερμανικής πρωτεύουσας. Αποστολέας της επιστολής ήταν η εταιρεία διαχείρισης του ακινήτου, η οποία γνωστοποιούσε στους ενοικιαστές την πρόθεσή της να μην προχωρήσει στην ανανέωση της σύμβασης ενοικίασης, καλώντας τους παράλληλα να παραδώσουν τα κλειδιά του οικήματος μέχρι το τέλος του έτους. Όχι, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία ή, τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να είναι, καθώς η περίπτωση του ιστορικού «Syndikat» ήταν ένα ακόμη χνάρι στη χιονοστιβάδα έμμεσων εξώσεων που ακολούθησε την παραχώρηση χιλιάδων οικημάτων στους οικονομικούς Γολιάθ του real estate τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000.

Τρία χρόνια μετά κι ενώ η καθωσπρέπει Ευρώπη παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα (sic) τον εκλογικό μαραθώνιο στη Γερμανία, το 56,4% των Βερολινέζων ψήφιζε «Ναι» στο συμβουλευτικού χαρακτήρα δημοψήφισμα που διενεργήθηκε με αίτημα την απαλλοτρίωση των 240χιλ. σπιτιών που βρίσκοναι υπό την κατοχή μεγάλων πολυεθνικών. «Ήταν το αποτέλεσμα διαμαρτυριών και κοινωνικών πιέσεων δέκα χρόνων», λέει στον Ημεροδρόμο εκπρόσωπος κόμματος που στήριξε το αίτημα. «Σπίτια που ανήκαν στο κράτος, έπρεπε να επιστραφούν εκεί».

Το δράμα για τους κατοίκους της γερμανικής πρωτεύουσας ξεκίνησε όταν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας η τότε κυβέρνηση του κρατιδίου, με επικεφαλής το SPD ( ! ), παραχώρησε τη μεγαλύτερη δημοτική επιχείρηση στέγασης της πόλης, με 65χιλ. διαμερίσματα, έναντι πινακίου φακής. Οι αγοραστές, η Whitehall και η Cerberus οσμίστηκαν από νωρίς «αίμα» και όρμησαν στη μπίζνα. Μέχρι το 2007 βέβαια, καθώς στη συνέχεια ήταν η σειρά της, ιδρυμένης το 1998 από την Deutche Bank, Deutche Wohnen (DW) να πάρει τη σκυτάλη στο «ράνινγκ» της ιδιωτικοποίησης. Σήμερα, η DW έχει υπό την κατοχή της 113χιλ. τίτλους ιδιοκτησίας, έχοντας καταφέρει να γεμίσει με μυθώδη ποσά τις τσέπες των μετόχων της, διατελώντας και ρυθμιστής της τιμής των ενοικίων και κατ’ επέκταση της καθημερινότητας για χιλιάδες Βερολινέζους. Είχε όμως τους… κατάλληλους ανθρώπους στο Δ.Σ. της για να επιβάλλει τον «νόμο της αγοράς» επί των πληβείων, αφού στους μετόχους της συγκαταλέγεται μεταξύ άλλων ο μεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίων παγκοσμίως: Η Blackrock· η εταιρεία που σαν χταπόδι απλώνει αθόρυβα τα πλοκάμια της παντού, για να θυμηθούμε κι ένα παλαιότερο σχόλιο των Financial Times.

Στην πλευρά των από κάτω τώρα, η κακή συντήρηση των σπιτιών, τα προβλήματα με τη θέρμανση και ο ρατσισμός έναντι όσων είχαν τούρκικα επίθετα και τολμούσαν να ονειρεύονται ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους αποτέλεσαν μερικές μόνο από τις αιτίες που οδήγησαν στην οργάνωση των μελών της καμπάνιας: «Απαλλοτριώστε την Deutche Whonen και τους άλλους»· των πρωταίτιων της διοργάνωσης του σχετικού δημοψηφίσματος της περασμένης Κυριακής. Γι’ αυτό και προχώρησαν σε ένα τόσο ριζοσπαστικό αίτημα σε μια εποχή και σε μια κοινωνία που βγάζει «φλύκταινες» στο άκουσμα μέτρων που θυμίζουν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (λες και για να κατασκευαστούν οι δρόμοι απ’ τους μεγαλοεργολάβους δεν απαλλοτριώνονται περιουσίες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). Ωστόσο, με συστηματική οργάνωση και δουλειά πόρτα- πόρτα (ειδικά την τελευταία διετία) κατάφεραν να συλλέξουν 350χιλ. υπογραφές, το δημοψήφισμα να διενεργηθεί και αιτήματα όπως η απαλλοτρίωση των διαμερισμάτων που κατέχουν εταιρείες στα χαρτοφυλάκια των οποίων βρίσκονται άνω των 3.000 τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά και η εναρμονισμένη με την γερμανική νομοθεσία αποζημίωση τους μέσω των ενοικίων που θα εισέπρατταν σε βάθος χρόνου, όμως σε τιμές πολύ χαμηλότερες από αυτές τις ελεύθερης αγοράς, να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της δημόσιας συζήτησης.

Είμαστε σίγουροι ότι θα ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα, γιατί εδώ φαίνεται να «παίζονται» χοντρά συμφέροντα, ακούω εκείνη τη φωνούλα να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί. Τι να σου πω, της απαντώ. Το ρεπορτάζ λέει ότι η νομιμοποίηση του αποτελέσματος μπορεί να υπάρξει μόνο αν τ’ αποφασίσουν τα νόμιμα κόμματα της Γερουσίας του κρατιδίου, ενώ η νέα δήμαρχος της πόλης, Φραντζίσκα Γκιφέϊ (SPD), δηλώνει ότι θα προχωρήσει στην υλοποίηση της απόφασης μόνο μετά τη διενέργεια του συνταγματικού ελέγχου του αποτελέσματος, αλλά, κυρίως, έπειτα από την εξέταση του ζητήματος κατά πόσο η αποζημίωση στην οποία αναφέρεται η καμπάνια αποτελεί πράγματι ένα αποδεκτό ποσό. Βέβαια, όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, τόσο η νομοθεσία του κρατιδίου, όσο και το ομοσπονδιακό Σύνταγμα επιτρέπουν την απαλλοτρίωση γης σε περίπτωση που αυτή κρίνεται επωφελές για το κοινωνικό σύνολο. Ίσως τότε το ζήτημα δεν είναι η… συνταγματικότητα της απόφασης, αλλά η ουσία αυτής, ακούω πάλι τη φωνούλα. Κι η ουσία δεν είναι άλλη από τον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας στη Γερμανία: Την φαλκίδευση μιας δημοκρατικής απόφασης, τριάντα και πλέον χρόνια, μετά την πτώση του «τείχους του αυταρχισμού». Κυρίως όμως την προστασία του πυρήνα της καπιταλιστικής υπερταχείας: Την ιδιοκτησία. Πιθανότατα αυτό εξηγεί τις δηλώσεις της δημάρχου για την οποία το θέμα της απαλλοτρίωσης «είναι ήδη μια κόκκινη γραμμή», καθώς δεν θέλει να ζει «σε μια πόλη που στέλνει το σήμα ότι εδώ συμβαίνει απαλλοτρίωση».

Αν μη τι άλλο… ρηξικέλευθη απάντηση έναντι ενός ριζοσπαστικού αιτήματος. «Δεν θέλουμε απλά ένα ρυθμιστικό πλαίσιο, θέλουμε να απαλλοτριωθούν οι εταιρείες που μονοπωλούν την αγορά ακινήτων στο Βερολίνο», απαντά- στα ελληνικά, παρακαλώ- η άλλη πλευρά, μιλώντας στον συνάδελφο Χρήστο Αβραμίδη. Θα μου πεις βέβαια, η ανάγκη γίνεται ιστορία κι απ’ ό, τι φαίνεται στο πολύχρωμο μωσαϊκό της γερμανικής πρωτεύουσας το ελληνικό στοιχείο νιώθει την ανάγκη να αποκτήσει μια πιο βιώσιμη καθημερινότητα. Γιατί, σ’ ό, τι αφορά τα πατριωτάκια μας εκεί, κυρίως αυτούς που πέρασαν τα σύνορα της χώρας έπειτα από τη χρεοκοπία του 2010, στις περισσότερες των περιπτώσεων ζουν σε συνθήκες Ομόνοιας: Πέντε, έξι άτομα μαζί, να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, με κοινόχρηστο WC, χωρίς τη δυνατότητα να αποκτήσουν δικό τους σπίτι. Κι να ήταν μόνο οι Έλληνες…

Όπως χαρακτηριστικά μού έλεγε πρόσφατα εξίσου καλός γνώστης της κατάστασης, άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων αγκάλιασαν το αίτημα της απαλλοτρίωσης γιατί απλά δεν είχαν άλλη επιλογή.

Με τα λόγια του:

«Όταν σε πολλές γειτονιές του Βερολίνου τρεις γενιές ανθρώπων μένουν στο ίδιο σπίτι, χωρίς αυτό να μεταφράζεται σε ευρυχωρία, αλλά γιατί δεν μπορούν να μετακομίσουν, τι μπορούν να κάνουν»;

Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όταν μιλάμε για το Βερολίνο, μιλάμε για μια πόλη που το 80% των κατοίκων της δεν έχει δικό του σπίτι, μένει στο ενοίκιο. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί η διάσπαση του κοινωνικού ιστού από την ασύδοτη δράση του μεγάλου κεφαλαίου της στέγασης θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών: έως και 70% των ανθρώπων αυτών θεωρούν ότι αν δεν αλλάξει κάτι, σύντομα δεν θα μπορούν να μένουν στο Βερολίνο.

Σας κάνει κι εσάς λίγο από «gentrification» ή πάλι μείναμε ουραγοί στο τρένο της ανάπτυξης και αναμασάμε τις ίδιες…δογματικές καραμέλες; Απάντηση ίσως αποτελεί το γεγονός ότι το πρόβλημα δεν αγγίζει πλέον μόνο τους «από κάτω», ωστόσο, ειδικά γι’ αυτούς, η αποπληρωμή των δυσθεώρητων ενοικίων, πολλές φορές σημαίνει ότι δεν περισσεύει ούτε ευρώ για ένα ζεστό μπουφάν για τα παιδιά τους…

Φυσικά, αυτό από μόνο του θα ήταν ικανή και αναγκαία συνθήκη για να κινητοποιηθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που τάχθηκαν υπέρ της διεξαγωγής κι εν τέλει ψήφισαν θετικά στο δημοψήφισμα. Ας μην γελιόμαστε ωστόσο: Δύσκολα ξεκουνά ο βολεμένος απ’ τον καναπέ του ατομισμού, επειδή υποφέρει ο διπλανός του. Γι’ αυτό κι αν θέλει κάποιος να χαρτογραφήσει τη διαδρομή που προηγήθηκε της κάλπης δεν έχει παρά να ανατρέξει στην απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου που ανέτρεψε την απόφαση της κυβέρνησης του κρατιδίου που θέσπιζε την επιβολή ανώτατου ορίου ενοικίου με πενταετή ορίζοντα. Ναι, ήταν μια απόφαση- ο λόγος για το κρατίδιο- που έφερε κάποια ανακούφιση. Παρόλα αυτά, δεν ήταν τίποτα παρά το καρότο με το οποίο το πολιτικό κατεστημένο επιχείρησε να δαμάσει το κίνημα. Το μαστίγιο ήρθε από τους Ομοσπονδιακούς δικαστές που ξεκαθάρισαν τα δυσδιάκριτα όρια της φιλελεύθερης δημοκρατίας. «Εάν σήμερα θεσπιζόταν ένα νομοθετικό πλαίσιο- για τη στέγαση στο Βερολίνο – θα αντιμετώπιζε νομικές προκλήσεις», έγραφε πριν λίγες μέρες ο γερμανικός τύπος και μάλλον δεν αναφερόταν στη νομιμότητα του δημοψηφίσματος. Μάλλον, λέμε. Αν και για τον Γιάκομπ Χανς Χιεν, νομικό σύμβουλο της Knauthe, μιας εκ των ηγέτιδων δυνάμεων του real estate, τα πράγματα είναι αρκετά ξεκάθαρα: «Το κρατίδιο θα χρησιμοποιήσει το αποτέλεσμα ως μοχλό πίεσης προς τις εταιρείες του κλάδου προκειμένου να κερδίσει μερικές παραχωρήσεις, δύσκολα όμως θα περάσει νέα νομοθεσία», δηλώνει χωρίς περιστροφές στην Deutche Welle.

Δηλώσεις εκπροσώπων των άλλων «μεγάλων ψαριών», όπως της Venovia ή της Pears Group δεν βρήκαμε, ωστόσο η ανακοίνωση αγοράς άλλων 14χιλ. σπιτιών στο Βερολίνο από τη σουηδική Heimstaden ανήμερα του δημοψηφίσματος είναι ενδεικτική της σιγουριάς που νιώθουν οι μεγάλοι παίχτες ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Φευ! Είναι κοινό μυστικό άλλωστε οι σχέσεις εξάρτησης των κομμάτων εξουσίας – ιδιαίτερα του CDU– με το επιχειρηματικό- κερδοσκοπικό κεφάλαιο της κατοικίας, που χρηματοδοτεί με χιλιάδες, αν όχι με εκατομμύρια τα ταμεία τους.

Μήπως όμως οι αφίσες που έκαναν την εμφάνιση τους και σε άλλες γερμανικές πόλεις, έχοντας το ίδιο αίτημα θα έπρεπε να τους ανησυχήσουν;

*από τον Δημήτρη Κούλαλη για τον Ημεροδρόμο

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο