Τέχνη & Πολιτισμός

Συζητώντας με τα θέλω της Σάρας Κέιν -από το Πρόβατο όχι Αρνί

By Πρόβατο όχι αρνί & Ma[t]ita Colorata

February 11, 2016

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.*

Δεξιά, αριστερά δε με νοιάζει. Πλάι σου όμως. Δε θέλω χαμένα βράδια και από μακριά καληνύχτες. Ήδη χάθηκαν πολλά για ετούτη τη ζωή. Δε θέλω κρύο στρώμα και υπέρδιπλα σεντόνια. Θέλω ένα μαξιλάρι και μικρή κουβέρτα. Θέλω καταπρόσωπα να ανασαίνω τις εκπνοές σου κι όταν με έχεις πλάτη να σου ανατριχιάζω το χνούδι στον αυχένα. Θέλω να ηρεμώ τους εφιάλτες σου, να διώχνω μακριά τη Μόρα και να σου ψιθυρίζω ότι θα ‘μαι εκεί να σε προσέχω όλες τις νύχτες σε όλους τους κόσμους.

Και να γελάω με την παράνοιά σου.

Να μιλάς για θέματα που δε θυμάσαι πώς ξεκίνησαν και να ξεχνάς στην πορεία και πού ήθελες να φτάσουν. Να κρατάς σημειώσεις για τα βιβλία που σου προτείνω και ταυτόχρονα να μην προσέχεις καν τι σου λέω. Να βολτάρεις σε προτάσεις που τις χωρίζουν φαράγγια χωρίς γεφύρια και να κάνεις άλματα που καμιά λογική δε μπορεί να παρακολουθήσει. Να αλλάζεις απόψεις πριν να τις σχηματίσεις και να θες να ‘χεις δίκιο εκεί που το λάθος ψηφίζεται μονοκούκι. Κι εγώ να γελάω. Βαθιά, ειλικρινά, δυνατά να γελάω. Να σε αγκαλιάζω και να σου λέω “υποφέρεις από τρέλα καλό μου κορίτσι”!

Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια.

Να ξετυλίγουμε ένα καινούριο cd, να χαζεύουμε το βιβλιαράκι του, να βλέπουμε το δισκάκι κι από κάτω να είναι ένα ακόμη δώρο δικό σου. Να σου φυτεύω την άνοιξη λουλούδια κι ας ξέρω ότι θα ξεχνάς να τα ποτίζεις. Να έχω στην τσάντα μου τσιγάρα, κι ας μην καπνίζω, για όταν τελειώνουν τα δικά σου. Να αγχώνομαι ότι θα κάνω δυο μέρες να σε δω και να ψάχνω στη βιβλιοθήκη μου να σου χαρίσω ένα αγαπημένο και εξαντλημένο βιβλίο που αλλιώς δε θα ‘χες τρόπο να βρεις. Να σου γράφω επιστολές που ο όρος “ερωτικές” να βγάζει τη γλώσσα σε όσους ποτέ πριν προσπάθησαν να γράψουν κάτι παρόμοιο στην ιστορία των επιστολών.

Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.

Και να ‘ναι η πιο εγωιστική ευχή μου γιατί η μνήμη μου φτάνει ως εκεί που σε γνώρισα. Να παρακαλάω για περισσότερο για να ‘χω ζήσει παραπάνω. Πώς ήταν το πριν, αν υπήρξε πριν, αν για κάποιους είχε νόημα αυτό το πριν, για ‘μένα είναι χώρος και χρόνος άγνωστος. Στην ημιευθεία της ζωής μου το αρχικό σημείο μου είναι η γέννα μου μέσα απ’ το πρώτο φλερτ σου.

Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς.

Να τρέφομαι απ’ την ευτυχία σου και ταυτόχρονα με το χιούμορ μου να την τροφοδοτώ. Ένας κύκλος ζωής βασισμένος σε λέξεις, γκριμάτσες, χαρά, ξεγνοιασιά. Να κάνεις ρυτίδες πλάι στα χείλη, να κλείνουν τα μάτια σου, να σφίγγουν οι κοιλιακοί σου, να κρύβεσαι στο στήθος μου για να ηρεμήσεις. “Σε καλό μας” να λες. Ναι, μόνο σε καλό μπορεί να οδηγεί η διάφανη χαρά.

Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις.

Να σε τραβάω πάλι πίσω και να σε πείθω για μια ακόμη χναρολάτηση της γης σου. Να σου υπόσχομαι ότι δάχτυλα και γλώσσα θα βρουν γρήγορα την πορεία για τα νησιά σου κι ότι τα κύματα που θα ‘ρθουν δε θα ‘ναι του κινδύνου αλλά της απόλαυσης των σέρφερ. Να μου λες ότι θα ιδρώσεις, να σου λέω ναι, να μου λες ότι δεν έχει ζεστό νερό, να σου λέω ότι δεν έχει, να μου λες ότι δε σε νοιάζει, να σου λέω ότι δε με νοιάζει.

Και να τριγυρίζω στην πόλη και να τη νιώθω άδεια χωρίς εσένα.

Γιατί είναι άδεια. Γιατί οι δρόμοι της είσαι εσύ. Κάθε γωνία που με περίμενες να περάσω να σε πάρω είσαι εσύ. Κάθε μπαρ που μπήκαμε είσαι εσύ. Κάθε ανηφόρα που περπατήσαμε, κάθε λήψη που τραβήξαμε τη θάλασσα, κάθε ποτήρι που γέμισε και μεθύσαμε, είσαι εσύ. Τι δουλειά έχω εγώ να παρασέρνομαι απ’ τον αέρα της μόνος μου; Τι δουλειά έχω εγώ να μουσκεύω στην υγρασία της μόνος μου; Τι δουλειά έχω εγώ εδώ μόνος μου χωρίς εσένα; Γιατί έφυγες; Κι αφού μου είπες να ‘ρθω, γιατί μ’ άφησες να μην έρθω;

Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ τη ζωή σου

και να ξεχνάω ποιος είμαι

και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί

και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο

τον ακάθεκτο,

τον ακατάλυτο,

τον ακατάσβεστο,

τον μεταρσιωτικό,

τον ψυχαναληπτικό,

τον άνευ όρων, τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,

ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ.

*Τα έντονα (bold) γράμματα του κειμένου είναι λόγια απ’ το έργο της Σάρας Κέιν, Crave.

-Το σχέδιο είναι της Μαΐτας Χατζηιωαννίδου