Παναγιώτης Μουντούρης* / Μαρία Μπολοβίνα**

Το θέμα της απώλειας και η διεργασία του πένθους είναι μια οικουμενική τραυματική εμπειρία. Ο καθένας, σε κάποια φάση της ζωής του, θα έρθει αντιμέτωπος με τη συντριπτική απώλεια, τον κατακλυσμιαίο χαμό και  το σφοδρό πένθος από τον αμετάκλητο αποχωρισμό του αγαπημένου προσώπου. Και ακριβώς για τον λόγο ότι το πένθος αποτελεί μια πανανθρώπινη σπαρακτική εμπειρία δεν μπορούμε να το προσεγγίζουμε ως νόσο και θα πρέπει να αποφεύγεται η  ψυχιατρικοποίησή του.

Μέσα από τη λειτουργιά του πένθους, με τις ψυχικές διεργασίες και τα ταφικά έθιμα,  κινητοποιούνται μνήμες από τον δεσμό με το αντικείμενο της απώλειας ενώ παράλληλα και βαθμιαία λειτουργεί η διαδικασία αποεπένδυσης από το απολεσθέν πρόσωπο και η σταδιακή επανεπένδυση σε νέους δεσμούς, σε νέες καταστάσεις και συνθήκες που επιφέρουν στον πενθούντα ρεαλιστικούς στόχους και ικανοποιήσεις. Αυτή η διαδικασία αφορά ένα πολύ προσωπικό βίωμα, επηρεάζεται από ενδοψυχικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες και κάθε προσπάθεια να χαρτογραφηθεί και να ενταχθεί σε μια θεωρία θα παραμένει πάντα ελλιπής.

Το πένθος ενδημεί στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του πενθούντα και πλημμυρίζει το υποκείμενο με κατακλυσμικούς κλαυθμούς, αβίωτη θλίψη και ανείπωτο θυμό. Η άρνηση της πραγματικότητας είναι από τους πρώτους μηχανισμούς που επιστρατεύει ο ψυχισμός για να διαχειριστεί τη θρηνωδία.  Ο πενθών στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το τετελεσμένο επιθυμεί και επιδιώκει την επανένωση με το πρόσωπο που απώλεσε. Βαθμιαία η αναπαράσταση του απολεσθέντος αντικειμένου τροποποιείται, ευχάριστες αναμνήσεις συνυπάρχουν με δυσάρεστες εμπειρίες, η αγάπη παραχωρεί χώρο στον θυμό, στοιχεία εξιδανίκευσης μπορούν να συμβιώνουν με σύμπνοια μαζί με στοιχεία υποτίμησης για το άτομο που έφυγε και αυτή η συνύπαρξη της αμφιθυμίας επιτρέπει στον πενθούντα να μην επιδιώκει σθεναρά την επανένωση με τον νεκρό, αλλά τη σταδιακή επένδυση σε νέα πρόσωπα, σε κάτι καινούργιο που πρέπει να επενδυθεί από την αρχή. Με άλλα λόγια ο πενθών αποσύρει όλη του την ενέργεια από το απολεσθέν αντικείμενο και τη διοχετεύει σε μια νέα σχέση. Αυτή η αναπαράσταση του απολεσθέντος αντικειμένου, αλλά και η αναπαράσταση του δεσμού με αυτό, εσωτερικεύεται σαν μια ψυχική εικόνα, σαν ένα αντίγραφο μιας ψυχικής φωτογραφίας στην οποία το άτομο που πενθεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέξει, να ανακαλέσει μνήμες και εμπειρίες χωρίς πλέον να προκαλούνται ψυχικές αναταράξεις στον εσωτερικό του κόσμο.

Το τραύμα που νοτίζει τον ψυχισμό του πενθούντα δεν επιλύεται ποτέ οριστικά. Άλλωστε  ο δεσμός με το νεκρό αντικείμενο συνεχίζει και υπάρχει στον εσωτερικό κόσμο ως αναπαράσταση υπενθυμίζοντας συνέχεια την απουσία του, υπενθυμίζοντας συνέχεια ότι η ζωή συνεχίζεται χωρίς αυτόν. Η διεργασία του πένθους όμως οδηγεί σε μια αέναη ψυχική επεξεργασία στην οποία γίνεται ανεκτή, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, η αρχή της πραγματικότητας. Γίνεται δυνατή η προσαρμογή του πενθούντα στο περιβάλλον από το οποίο απουσιάζει οριστικά ο αγαπημένος άλλος. Όπως γλαφυρά και ανεπαίσθητα είχε πει μία γυναίκα στη συνεδρία της «το πιο δύσκολο πράγμα στην απώλεια είναι το χωρίς, ότι πρέπει να μάθω να ζω χωρίς εκείνον».

To 1917 o S. Freud στο «Πένθος και Μελαγχολία» (Mourning and Melancholia, London, Hogarth Press) στοχάζεται πάνω στη διεργασία του πένθους, στην αλγεινή προσπάθεια  του πενθούντα να αποσύρει τις συναισθηματικές του επενδύσεις από το απολεσθέν πρόσωπο και να τις επενδύσει, να τις διοχετεύσει σε έναν νέο πραγματικό δεσμό. Ο Freud θέτει ερωτήματα και υποθέσεις για εκείνες τις περιπτώσεις όπου η ωδή του αποχωρισμού δεσπόζει στον εσωτερικό κόσμο του πενθούντα κατατρώγοντάς τον με το αβυσσαλέο αίσθημα της κατάθλιψης.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το χαμένο πρόσωπο επανεγκαθίσταται μέσα στον ψυχισμό του πενθούντα, τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός της ενσωμάτωσης αντί της ενδοβολής, και η σκιά του νεκρού σκεπάζει το εγώ του πενθούντα σαν κράτος εν κράτει,  επιφέροντας μια ψυχική συρρίκνωση και συναισθηματική πτώχευση δίχως να αφήνει κανένα περιθώριο για ελευθερία και επένδυση προς έναν νέο ζωντανό δεσμό. Ο Freud σκύβοντας πάνω στην προβληματική της κατάθλιψης διατυπώνει την υπόθεση ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το απολεσθέν πρόσωπο, όσο ήταν εν ζωή, λειτουργούσε μεταξύ άλλων και  ως καθρέφτης για το άτομο που τώρα πενθεί. Το χαμένο πρόσωπο σαν να αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι του ψυχισμού και της ταυτότητας του πενθούντα και για να μην χαθεί αυτό το πρόσωπο ο πενθών το περικλείει μέσα του σαν ένα εσωτερικό ψυχικό κενοτάφιο. Το ερώτημα που εγείρεται από τη θεωρία του Freud είναι όχι μόνο ποιον θρηνούμε στην απώλεια αλλά τι θρηνούμε. Μια γυναίκα μιλώντας για τον θάνατο του πατέρα της  αναφέρει «δεν έχασα μόνο τον πατέρα μου, πεθαίνοντας πήρε μαζί του και ένα κομμάτι του εαυτού μου».

Έχοντας ως σύμμαχό μας την ψυχαναλυτική θεωρία για τη διεργασία του πένθους και όντες σε μια πρωτόγνωρη και ακραία συνθήκη αυτής της πανδημίας, συνθήκη που επιβάλλει – για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας- την απόλυτη μοναξιά, την αποξένωση και την απομόνωση δημιουργούνται υποθέσεις για τις ψυχικές επιπτώσεις σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο της τέλεσης του πένθους.  Στην κλινική μας δουλειά γίναμε μάρτυρες ανθρώπων που για λόγους υγειονομικής  ασφάλειας δεν μπόρεσαν να δουν τους νεκρούς τους, δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν στον αποχαιρετισμό δικών τους ανθρώπων ή βιώσαμε προσωπικές θρηνωδίες που η απόσταση και η απαγόρευση των ταφικών παραδόσεων δεν μας επέτρεψε να υπάρχει ένας ακροατής στους συνεχιζόμενους θρήνους. Άλλωστε τα έθιμα ταφής με τους θρησκευτικούς και πολιτιστικούς συμβολισμούς αποτελούν μια ψυχική συνομιλία μεταξύ των ζωντανών, ενισχύοντας την ενόρμηση της ζωής που απειλήθηκε από τον πρόσφατο θάνατο.

*Παναγιώτης Μουντούρης – Ψυχαναλυτικός Ψυχοθεραπευτής 

Επιστημονικός Υπεύθυνος στην εταιρεία «ΑΛΘΑΙΑ»

 

Το πρώτο ομηρογενές ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη μας μεταφέρει με γλαφυρό τρόπο τη διαδικασία αποχαιρετισμού του νεκρού Σαρπηδόνα. Ακόμη και ο Δίας, ο πατέρας των Θεών, αντιμέτωπος με το δίλημμα της σωτηρίας του αγαπημένου του γιου, παραμερίζει την παντοδυναμία του, μπροστά στο θέλημα της μοίρας, με αρωγό του σε αυτή τη θεϊκή υπέρβαση τη συμμετοχή του στην απόδοση όλων των πρεπουσών τιμών στο σώμα.

«Του ήρωος τον νεκρό με ευλάβεια και με λύπη σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό. Τον πλένει από τις σκόνες κι απ’ τα αίματα. Kλείει την πληγή του, μη αφήνοντας κανένα ίχνος να φανεί. Της αμβροσίας τ’  αρώματα χύνει επάνω του και με λαμπρά Ολύμπια φορέματα τον ντύνει. Το δέρμα του ασπρίζει και με μαργαριταρένιο χτένι χτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά. Τα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.»

Η λέξη κηδεία η οποία χρησιμοποιείται για την τελετή αποχαιρετισμού του νεκρού, προέρχεται από τη λέξη κήδομαι που σημαίνει φροντίζω. Στα συμβολικά τελετουργικά  αποχαιρετισμού των ανθρώπων -από τις πρωτόγονες κοινωνίες- την πρωτοκαθεδρία είχε η ομάδα αντί του ατόμου. Ο θρήνος ήταν μια συλλογική διαδικασία σε αντίθεση με την τάση που παρατηρούμε σήμερα, ιδιαίτερα στις «εξελιγμένες» κοινωνίες της Δύσης, όπου το άτομο χρειάζεται να «τα βγάλει πέρα» μόνο του.

Ενισχύεται δηλαδή η αποδοκιμασία του «θανάτου» ωθώντας τους ανθρώπους σε εύθραυστες παντοδύναμες οργανώσεις καθοριστικά επιβλαβείς για την υγιή συγκρότηση του ψυχισμού και των δεσμών. Η διαδικασία αποχαιρετισμού του οικείου προσώπου επιτρέπει στο άτομο να δημιουργήσει ένα μεταβατικό χωροχρόνο, απαραίτητο για το μεταβολισμό των κατακλυσμιαίων συναισθημάτων και φαντασιώσεων που βάλλουν την ψυχική διεργασία του πένθους μέσω κυκλικών και αντιφατικών κινήσεων.

Η ύπαρξη και η ανυπαρξία χρειάζεται να μετουσιωθούν με έναν τρόπο που δεν θα οδηγηθεί κανείς στη σχάση ή τον κατακερματισμό. Έτσι, για παράδειγμα, στο γεύμα που ακολουθεί της τελετής, μέσω του φαγητού συμβολοποιείται η απώλεια. Οι άνθρωποι «μιλούν την απώλεια», αυτή γίνεται λέξεις.

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες παράδοξων εικόνων όπως μαζικοί χώροι ταφής, σώματα ανθρώπων μέσα σε σακούλες -σε αντιδιαστολή με τις επίσημες οδηγίες του ΠΟΥ- απουσία οικείων κατά την απώλεια της ζωής, αλλά και  κατά τη διάρκεια της τελετής. Όλες αυτές οι πρακτικές διαταράσσουν αυτή τη σημαντική διαδικασία για την αποτελεσματική επεξεργασία του πένθους με άμεσες αλλά και μακροπρόθεσμες ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις.

Εκείνο που ταυτόχρονα όμως ενυπάρχει είναι οι σημαινόμενοι συμβολισμοί που αντανακλώνται σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο, ατομικά, συλλογικά ακόμη και διαγενεακά. Το άλλοτε αγαπημένο Σώμα, ως συν-κατασκευαστής, ως φορέας νοήματος και συναισθήματος τώρα καθίσταται κάτι κρυφό, κάτι μιαρό και ανόσιο, τόσο μολυσματικό που ούτε ο ίδιος ο θάνατος δεν είναι ικανός να το εξαγνίσει, που απαγορεύεται ακόμη και να ιδωθεί. Αρχαϊκά άγχη, καταστροφικές φαντασιώσεις, ενοχές, καθιστούν τον πενθούντα ανήμπορο να φροντίσει και να φροντιστεί μέσα σε μια (ο) δίνη.

Η κλινική εμπειρία, έως σήμερα, μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τους επιβαρυντικούς εκείνους παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν το άτομο σε ένα περιπεπλεγμένο πένθος. Η αδυναμία αποχαιρετισμού  αλλά και η κατάσταση του σώματος του νεκρού είναι δύο από αυτούς. Έτσι γνωρίζουμε λόγου χάρη πως σε καταστάσεις μιας φυσικής καταστροφής, όπου μπορεί να προκύψουν βλάβες στο σώμα του θανόντα ή όπου η εικόνα του μπορεί να υποστεί ένα είδος  παραμόρφωσης, συχνά παρατηρούμε τον τραυματισμό των οικείων που οδηγούνται σε περιπεπλεγμένα πένθη.

O  Cooper μας εξηγεί την αμυντική λειτουργία συστημάτων και θεσμών ως αποφυγή δικών τους «κακών» παρορμήσεων αναλύοντας την έννοια του σώματος μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί:

«μέσα στα στρατόπεδα εκμηδενίστηκε συστηματικά η έννοια του σώματος. Κάθε σώμα εκπροσωπούσε το προβαλλόμενο κακό, τη σκληρότητα των υπευθύνων του στρατοπέδου αλλά και κάτι από τη δική του κοινωνία. Αυτή η «δολοφονία» ήταν πάντοτε τελετουργική και στόχευε στον εξαγνισμό, στην κάθαρση του αμαρτωλού σώματος. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια προσπάθεια εκλογίκευσης των πράξεών τους και αποφυγής των ενοχών τους».

Σήμερα παρατηρούμε τους αρμόδιους θεσμούς -ως ένα εμπεριέχον μετά-κέλυφος αυτών των διαδικασιών- να εγκαθιδρύουν πρακτικές προς μια κατεύθυνση απέκδυσης της έννοιας του σώματος ως φορέα ζωής,  ως φορέα ταυτότητας,  ως υποκείμενο. Την ίδια ώρα που ως ευρύτερο περιβάλλον καθίσταται μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα απωλειών και αποκλεισμών.

Όπως εύστοχα μας λέει ο Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής Σ. Στυλιανίδης:

«Όταν οι κοινωνικοί δεσμοί αδυνατίζουν, η επικοινωνία γίνεται «ασώματη», τα εξωτερικά σημεία αναφοράς ρευστά και αβέβαια, η σχέση με το άγχος θανάτου καθημερινή».

Μαρία Μπολοβίνα

Ψυχιατρική Κοινωνική Λειτουργός «Ψ.Ν.Α. Δρομοκαΐτειο»

Εκπ. Μέλος Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας Ομάδας

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο