Σινεμά

Πέφτεις σε λάθη, τι έχεις πάθει; -του Old Boy

By N.

March 18, 2016

Με αφορμή το «Victoria» του Σεμπάστιαν Σίπερ

Βερολίνο, περασμένες τέσσερις το βράδυ, κλαμπ όπου χορεύουν με τα ανάλογα φωτιστικά κόλπα στο μισοσκόταδο τέκνο ή ρέιβ ή τρανς, δεν μπόρεσα να καταλάβω ποτέ τις διαφορές. Κάτι τέτοιο πάντως. Μια νεαρή κοπέλα τού δίνει και καταλαβαίνει. Η κάμερα την ακολουθεί καθώς πηγαίνει προς το μπαρ. Παίρνει ένα σφηνάκι, κάνει 4 ευρώ, προσπαθεί να πιάσει κουβέντα με τον μπάρμαν, ο μπάρμαν δεν ανταποκρίνεται, ούτε να κεραστεί δε θέλει, η κοπέλα κάνει να φύγει, την ίδια ώρα που μια μικρή παρέα ανδρών φεύγει κι εκείνη με το ζόρι, καθώς δεν έχει λεφτά να πληρώσει.

Ένας από αυτούς της πιάνει την κουβέντα και η κάμερα εξακολουθεί να τους ακολουθεί έξω από το κλαμπ, όπως θα το κάνει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, καθώς το «Victoria» είναι ολόκληρο ένα μονοπλάνο. Η Βικτόρια είναι Ισπανίδα. Έχει έρθει πριν τρεις μήνες στη χώρα και δεν έχει κάνει ακόμα κανέναν φίλο. Μοναξιές. Δουλεύει σε μια κοντινή καφετέρια. Πληρώνεται 4 ευρώ την ώρα. Μια ώρα δουλειάς – ένα σφηνάκι. Η παρέα με την οποία μπλέκει κινείται -όπως θα αντιληφθούμε, καθώς αρχίζουν να της λένε τις ιστορίες τους- στα όρια του νόμου και λίγο πιο πέρα από αυτά. Αλλά της εξηγούν ότι είναι καλά παιδιά.

Είναι βέροι Βερολινέζοι. Κι όλη τους η ζωή κινείται στα όρια της φτώχειας και του αλητέματος. Αντίθετα η Βικτόρια φτάνει στη συνάντηση αυτή και τη νύχτα αυτή από εντελώς διαφορετική προέλευση. Αν όχι και ταξική, σίγουρα πάντως από έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. Γιατί η Βικτόρια ήθελε να γίνει πιανίστρια. Πέρασε τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια πάνω από ένα πιάνο. 16 1/2 χρόνια επί 7 ώρες τη μέρα. Αυτή ήταν όλη η ζωή της.

Έχει να αντιμετωπίσει και την αίσθηση της απώλειας μιας ζωής που ως τώρα δεν έζησε, έχει να αντιμετωπίσει απωθημένα

Μόνοι φίλοι της ήταν τα άλλα παιδιά στο ωδείο. Που δεν ήταν και ακριβώς φίλοι, αλλά ανταγωνιστές για μια θέση στο ίδιο όνειρο. Ήταν φυσικά καλή, αλλά τελικά όχι τόσο καλή ώστε να γίνει επαγγελματίας, να παίζει σε κονσέρτα κλπ. Και τώρα πια δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τη ματαίωση ενός ονείρου ζωής και την αίσθηση ότι έχασε το δρόμο της.

Έχει να αντιμετωπίσει και την αίσθηση της απώλειας μιας ζωής που ως τώρα δεν έζησε. Έχει να αντιμετωπίσει απωθημένα. Και τα απωθημένα αυτήν ακριβώς τη λειτουργία έχουν, κάποια στιγμή θα εκδηλωθούν. Κι αφού θα φέρει τα πράγματα έτσι η τύχη, θα αποφασίσει να ζήσει όλη τη ζωή που δεν έζησε σε μια νύχτα μέσα. Ψέμματα, σε δυο ώρες μέσα. Η συνάντηση της Βικτόρια με την παρέα των τεσσάρων νέων ανδρών είναι η συνάντηση δυο διαφορετικών ξοδεμάτων. Εκείνη νιώθει ότι ξόδεψε τα παιδικά της χρόνια και μέρος από τα νιάτα της, αυτοί ζουν σε ένα διαρκές ξόδεμα.

Προσπαθεί μήπως η ταινία να εμφιλοχωρήσει κάπου σε όλα όσα δείχνει ένα ηθικοπλαστικό δίδαγμα; Θα μπορούσε ίσως να το δει κανείς και έτσι. Ωστόσο νομίζω ότι τελικά η ταινία κινείται προς την άλλη κατεύθυνση, την -για να παίξουμε λίγο με τις λέξεις- ανηθικοπλαστική.

Η Βικτόρια δεν είναι θύμα των περιστάσεων, η Βικτόρια δεν είναι γενικώς θύμα. Όσο συζητήσιμες κι αν είναι από πλευράς εξυπνάδας και ηθικής οι επιλογές της, εκείνο που δε χωράει συζήτηση είναι ότι η Βικτόρια είναι κυρία του εαυτού της και της τύχης της. Η Βικτόρια δεν μπλέκει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Έλκεται από αυτά. Της μυρίζουν περιπέτεια, της μυρίζουν ελευθερία, της μυρίζουν σπάσιμο των κανόνων, της μυρίζουν βιώματα, της μυρίζουν ζωή.

Μπορεί η φιλμική γλώσσα, το συντακτικό του κινηματογράφου να είναι κάτι εντελώς κατασκευασμένο και τεχνητό, ωστόσο για τον κάθε θεατή αυτή η τελική κατασκευή εκλαμβάνεται ως κάτι το τελείως φυσικό και αυτονόητο. Μόνο για τους πρώτους θεατές στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου, όταν το σινεμά ανέπτυσσε τους κανόνες της γλώσσας του και ταυτόχρονα τους εισήγαγε προς τους θεατές, υπήρχε ακόμα από την πλευρά τους το στοιχείο της έκπληξης για το πώς γίνεται να αλλάζει από πλάνο σε πλάνο ο χρόνος και ο τόπος, για το τι γίνεται π.χ. στην ιστορία που παρακολουθούμε να είναι μέρα και το επόμενο πλάνο να είναι νύχτα, ή για το πώς γίνεται να βρισκόμαστε σε ένα δωμάτιο και στο επόμενο πλάνο να βρισκόμαστε στη θάλασσα.

Τι γίνεται λοιπόν όταν έρχεται μια ταινία όπως το «Victoria» από την οποία απουσιάζει εντελώς το μοντάζ;

Έκτοτε μάθαμε να βλέπουμε τις ταινίες ως άνθρωποι που μιλάμε κοινή γλώσσα μαζί τους. Το μοντάζ δεν είναι ένα ακόμα τεχνικό στοιχείο των ταινιών, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής τους. Κινηματογράφος σημαίνει μοντάζ. Τι γίνεται λοιπόν όταν έρχεται μια ταινία όπως το «Victoria» από την οποία απουσιάζει εντελώς το μοντάζ, τι γίνεται λοιπόν όταν έρχεται μια ταινία όπου ο χρόνος που παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται η δράση είναι αληθινός χρόνος, τι γίνεται όταν παρακολουθούμε ένα μονόπλανο που αν αφαιρεθούν οι τίτλοι της αρχής και του τέλους διαρκεί 2 ώρες και 13 λεπτά; Γίνεται ότι όταν ξεκινάει το γύρισμα, η ιστορία διαδραματίζεται σε εντελώς αληθινό χρόνο. Δυο ώρες και δέκα τρία λεπτά μετά, το γύρισμα σταματάει.

Γίνεται τελικά κάτι αντίστοιχο με αυτό που γινόταν όταν έβλεπες το «Boyhood»: Έχει μάθει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο ο εγκέφαλός μας παρακολουθώντας ταινίες, με αποτέλεσμα την ίδια ώρα που παρακολουθούμε μια «κανονική» ταινία, να πρέπει να επαναφέρουμε στο μυαλό μας ότι πολλές από τις συμβάσεις της δεν λειτουργούν εδώ, πως είναι μια ταινία που γυριζόταν κάθε χρόνο επί δώδεκα χρόνια, πως εκ των πραγμάτων αυτό είναι μια ολοκαίνουρια συνθήκη για όλους τους συντελεστές της, πως η αναστολή της δυσπιστίας μας πρέπει να επανατοποθετηθεί σε μια νέα θέση του τι πιστεύουμε ως αληθινό και τι ως όχι. Και οι δύο ταινίες πειράζουν βασικές συμβάσεις της κινηματογραφικής γλώσσας για τις οποίες η δυσπιστία είχε ανασταλεί, προσφέροντάς σου στη θέση τους το αληθινό πέρασμα του χρόνου: στο «Boyhood» οι ήρωες είναι όντως μεγαλύτεροι κάθε χρόνο, στο «Victoria» η ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθόνη εκτυλίχθηκε ολόκληρη από την αρχή ως το τέλος της από τη στιγμή που πρωτοσυναντάμε την Βικτόρια να χορεύει.

Κι έτσι βλέποντάς την τη θαυμάζεις και ταυτόχρονα προσπαθείς να συλλάβεις πώς το κάνανε, προσπαθείς να σταθείς σε αυτό το θαύμα συγχρονισμού και οργάνωσης (κι αν θέλουμε να μιλήσουμε πάλι με στερεότυπα, μιλάμε για γερμανική οργάνωση). Αν αξίζει λοιπόν θαυμασμός για αυτό που συνέλαβε και εκτέλεσε ο σκηνοθέτης Σεμπάστιαν Σίπερ, αξίζει επίσης και μεγάλος θαυμασμός για τον διευθυντή φωτογραφίας του, Στούρλα Μπραντ Γκρόβλεν, που έμπαινε και έβγαινε σε ασανσέρ και αυτοκίνητα, που ανεβοκατέβαινε σκάλες και έτρεχε ακολουθώντας τους ήρωές της ταινίας, που ήταν εκ των πραγμάτων όχι ένας απλός διευθυντής φωτογραφίας αλλά μάλλον κάτι σαν συνσκηνοθέτης του έργου. Κι αυτός όπως και οι ηθοποιοί εκτέλεσαν στο χρόνο που κάνει ένας τοπ δρομέας το δικό τους Μαραθώνιο. Κι αν το «Boyhood»μας πρόσφερε το θαύμα της ενηλικίωσης, το «Victoria» μας προσφέρει ένα καθημερινό θαύμα: όσο εξελίσσεται η ιστορία, η νύχτα θα δίνει τη θέση της στο χάραμα και μετά στη μέρα.

Το «Victoria» δεν είναι μόνο μια σκηνοθετική βιρτουοζιτέ, είναι και μια ταινία αυτοτελώς δυνατή

Αν λοιπόν το «Victoria» είναι μια σημαντική ταινία και αν θα μνημονεύεται ως κάτι ξεχωριστό, είναι προφανώς για το κόνσεπτ της και την εκτέλεσή του (που την τοποθετεί σε μιαεξαιρετικά βραχεία λίστα ανάλογων έργων), όχι για το περιεχόμενό της. Αλλά αν η ταινία την ώρα που τη βλέπεις ως θεατής παρακολουθείται πάρα πολύ ευχάριστα, αυτό το οφείλει στο περιεχόμενό της. Που μπορεί σεναριακά να εμφανίζει σταδιακά μια σειρά από εξελίξεις που μάλλον χάσκουν, αλλά το γεγονός παραμένει ότι το «Victoria» δεν είναι μόνο μια σκηνοθετική βιρτουοζιτέ, είναι και μια ταινία αυτοτελώς δυνατή. Και πολύ αγαπησιάρικη. Κι αυτή και η ατμόσφαιρά της και ο παλμός της και όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί της.

elculture