Ιστορία

Η Παράδοση των Αθηνών

By Κώστας Κουσαρίδας

April 27, 2021

Σαν σήμερα, στις 27 Απριλίου του 1941, σε ένα καφενείο στην λεωφόρο Κηφισίας…

Επί της οδού Κηφισίας, στον αριθμό 4, στη συμβολή με τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, ένα μικρό τριώροφο κτίριο έχει να μας διηγηθεί τη δική του ξεχασμένη ιστορία.

Στο ισόγειο του κτιρίου, που τώρα στεγάζεται εστιατόριο γρήγορης εξυπηρέτησης, την Κυριακή της 27ης Απριλίου του 1941, στο καφενείο “Λούξ” του Ανδρέα Γλεντζάκη παραδόθηκε η πόλη των Αθηνών στα γερμανικά στρατεύματα.

Το καφενείο ”ΛΟΥΞ”.

Δέκα λεπτά πριν τις 08.00, δύο ελληνικά κρατικά αυτοκίνητα φτάνουν στους Αμπελόκηπους. Σε αυτά τα δύο αυτοκίνητα είναι επιβιβασμένη η επιτροπή παράδοσης της Αθήνας: ο Φρούραρχος Αθηνών υποστράτηγος Χρ. Καβράκος, ο Νομάρχης αντιναύαρχος  Κων/νος Πεζόπουλος, ο Δήμαρχος Αθηνών Αμβρ. Πλύτας και ο Δήμαρχος Πειραιώς Μιχ. Μανούσος. Χρέη διερμηνέα θα εκτελούσε ο γερμανομαθής συνταγματάρχης Κ. Κανελόπουλος.

Λίγο μετα τις 09.00, φτάνει άπο το Μπογιάτι, όπου έχουν σταθμεύσει τα γερμανικά στρατεύματα, μια μηχανοκίνητη φάλαγγα με επικεφαλής τον γερμανό αντισυνταγματάρχη, Φον Σέϊμπεν.

Ο υποστράτηγος Καβράκος με τον αντισυνταγματάρχη Φον Σέιμπεν.

Μεσα στο καφενείο ¨Λούξ¨ συντάσσεται το κείμενο παράδοσης, το οποίο υπογράφεται από τις δύο πλευρές. Το σύντομο κείμενο κατέληγε στο εξής: «Αι πόλεις των Αθηνών και Πειραιώς και ανοχύρωτοι είναι και ουδεμίαν προτίθενται να αντιτάξουν στρατιωτικήν αντίστασιν εις την κατοχήν. Ελήφθησαν ήδη όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς διασφάλισιν της τάξεως εκ μέρους μας μέχρι της εισόδου των Γερμανών».

Ναζιστικά στρατεύματα στην οδό Αθηνάς στις 27 Απριλίου του 1941.

Αμέσως μετά, η γερμανική φάλαγγα ξεκινά την πορεία της ώστε να ολοκληρωθεί, με την έπαρση της σημαίας της Ναζιστικής Γερμανίας στον ιερό βράχο, η παράδοση της Αθήνας και της Ελλάδος.

Γερμανοί στρατιώτες της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας με μοτοσυκλέτες, ακολουθούν την πορεία δύο τεθωρακισμένων οχημάτων, με αριθμούς κυκλοφορίας WH 296994 και 219984, μπαίνουν στην πόλη των Αθηνών, διασχίζουν τη Λεωφόρο Κηφισίας και ακολούθως τη Βασιλίσσης Σοφίας, περνούν μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη επί της Λεωφόρου Αμαλίας, εν συνεχεία τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου μπροστά από τα Ανάκτορα, με τελικό προορισμό την Ακρόπολη. Ακολουθεί επίσημη έπαρση της γερμανικής σημαίας και η επικύρωση έτσι της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Έπαρση της Ναζιστικής Σημαίας στην Ακροπολη.

Ο λαϊκός μύθος θέλει τον φρουρό στο βράχο, Κωνσταντίνο Κουκίδη, όταν του ζητήθηκε να παραδώσει την ελληνική σημαία προκειμένου να γίνει από το γερμανικό άγημα η έπαρση της σβάστικας, μη θέλοντας να κάνει την έπαρση της σβάστικας τυλίχθηκε με την ελληνική σημαία και έπεσε από τον βράχο της Ακρόπολης στο σημείο δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Βράχου στην Πλάκα.

Πολλοί πιστεύουν ότι η ιστορία του Κουκίδη ανάγεται στην καθ’ υπερβολή μυθοπλασία που ευνοούσαν οι συνθήκες. Τα επίσημα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού δεν έχουν καταγράψει πουθενά τον Κουκίδη ως στρατευμένο εκείνης της εποχής. Θέλοντας να αναδείξει το αμφιλεγόμενο αυτό περιστατικό ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την Κίνηση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση» τοποθέτησε το 2000 αναμνηστική στήλη στην οδό Θρασύλλου στην Πλάκα.

Η στήλη που είναι στο σημείο που φέρεται ότι έπεσε ο Κουκίδης, βρίσκεται σήμερα σε άθλια κατάσταση εξαιτίας των διαρκών βανδαλισμών. Σε αυτήν αναγράφεται ότι: «…Ο Κωνσταντίνος Κουκίδης φρουρός της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη αρνούμενος να την παραδώσει έπεσε από τον ιερό βράχο τυλιγμένος σε αυτή πρωτοπόρος του αντιστασιακού αγώνα..».

Το σημείο, που, κατά το μύθο, αυτοκτόνησε ο Κωνσταντίνος Κουκίδης και η αναμνηστική στήλη του Δήμου Αθηναίων.

Οι μέρες που ακολούθησαν απεδείχθησαν απελπιστικές για τους κατοίκους της Αθήνας και των υπόλοιπων αστικών κέντρων της χώρας. Οι κάτοικοι είχαν εξοικειωθεί με την εικόνα του θανάτου στους δρόμους. Στα απομνημονεύματα του ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον περιγράφει την πρωτεύουσα της χώρας:

Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονται με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους, για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλο. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί.”

Το κτίσμα της οδού Κηφισίας 4, που στέκει ακόμα χάρη της φροντίδας των απογόνων του Ανδρέα Γλεντζάκη, μας καλεί να μην λησμονήσουμε τα βάσανα και τις συμφορές που πέρασε ο αθηναϊκός λαός κατά τα χρόνια της Κατοχής ούτε και τους χιλιάδες νεκρούς από τον λιμό και τις εκτελέσεις από τα ναζιστικά στρατεύματα. Τα κτίρια είναι εκεί όσο και αν οι μνήμες ξεθωριάζουν.

Οδός Κηφισίας 4, το καφενείο ¨Λούξ¨ του Ανδρέα Γλεντζάκη έδωσε τη θέση του σε ταχυφαγείο γνωστής αλυσίδας.