Τέχνη & Πολιτισμός

Όλοι δίκιο, μα κανένας τους δεν το βρήκε – από το Νίκο Αραπάκη

By Νίκος Αραπάκης

October 28, 2015

 

Ακουστά την είχε τη μάνα του Κώστα, πρώτη φορά την έβλεπε. Εκείνη, από υποχρέωση που νοιάστηκε το γιο της, τον πέρασε στο σπίτι για να τον τρατάρει έναν καφέ. Σπίτι τρόπος του λέγειν, μια ετοιμόρροπη τρώγλη ήταν κατ’ ουσίαν. Βιαζότανε, μα ντράπηκε να της αρνηθεί.

Φτωχή γυναίκα, όλη της τη ζωή την πέρασε πάνω από τη σκάφη για να σπουδάσει τον γιο της. Κι όταν πήρε το δίπλωμα και έγινε επισήμως καθηγητής φυσικής αγωγής, είπε ότι πήρανε τέλος τα βάσανά της. Θα διοριστεί ο Κώστας, θα παίρνει καλό μισθό ο Κώστας, θα παντρευτεί και θα της κάνει αγγόνια ο Κώστας…

Κι έμπλεξε με τα πολιτικά ο Κώστας… Γύρισε τούμπα η ζωή της, τα όνειρά της πνιγήκανε στις σκάφες που ξενόπλενε. Και τι όνειρα, ένα καινούργιο φουστάνι ήταν ο καημός της. Μα δεν κατάφερε να το κάνει πραγματικότητα, μια τα βιβλία και τα τετράδια, μια οι δικηγόροι, της ρουφήξανε το αίμα. Κάθε τρεις και λίγο να τρέχει στα τμήματα και στα δικαστήρια.

Κι όλο να ρωτάει τον Κώστα: «γιατί παιδάκι μου;». «Για το δίκιο του κόσμου, μάνα». «Το δικό μας το δίκιο, ποιος θα μας το δώσει παιδάκι μου;» Σώπαινε ο Κώστας, απάντηση δεν της έδινε. Έβαζε το δίκιο του κόσμου πάνω από το δικό τους, μα δεν μπορούσε να της το πει, ντρεπότανε. Πως να της πει να παλέψει για τα φουστάνια των αλλωνών, όταν δεν έχει δικό της; Πως να της πει να παλέψει για τα μεγάλα και σημαντικά όταν δεν μπορεί να φέρει βόλτα τα μικρά και ασήμαντα;

Ξαλάφρωσε η μάνα του, του μίλησε λες και τον ήξερε χρόνια. Στον Κώστα δεν μπορούσε να τα πει, ήξερε γράμματα και την έφερνε τούμπα. Έβαλε τα χέρια της και έβγαλε τα μάτια της, έκανε το σκατό της παξιμάδι για να τον σπουδάσει, ποιο το όφελος; Να ντρέπεται να λέει που είναι γιος της, να, αυτό ωφελήθηκε από τα καμώματά του. Ο Μηνάς προσπάθησε να την ηρεμήσει, δίκιο είχε, μα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο Κώστας είναι από άλλη πάστα, σπάνια, αν ήταν λίγοι ακόμη σαν αυτόν ο κόσμος θα ήταν καλύτερος. Θα πρέπει να καμαρώνει που είναι γιος της κι όχι να ντρέπεται. Έγειρε πίσω στην καρέκλα, θυμήθηκε την έκφρασή της όταν τον ξέβγαλε στην πόρτα. Το πρόσωπό της μια αλλοπρόσαλλη ζωγραφιά: θλίψη, θυμός, συμπόνια, καημός, κατανόηση, όλα μαζί. Κατάλαβε ότι τον χρέωσε ως ομοϊδεάτη του γιου της. Πρέπει να είχε δει κάμποσους τέτοιους, όλοι στο σινάφι του Κώστα ήταν ανακατωμένοι με τα πολιτικά. Τον σταύρωσε και τον έστειλε στην ευχή της Παναγίας. Έφυγε προβληματισμένος, ποιος έχει δίκιο τελικά, ο Κώστας ή η μάνα του; Ώρες έφαγε να σκέφτεται, δίκιο ο ένας, δίκιο και η άλλη. Όλοι δίκιο, μα κανένας τους δεν το βρήκε, κι ανάθεμα αν θα το βρει…

 

 

*Απόσπασμα από το βιβλίο ”Το Δικιο” του Νίκου Αραπάκη.