Στα τρία κεφάλαια της ενότητας “Ο κομμουνισμός και το φάντασμα του”, γίνεται μια προσπάθεια να μπουν πάνω στο τραπέζι κάποια ζητήματα, που συνήθως βρίσκονται κάτω από το χαλί. Στο τρίτο κεφάλαιο “Κομμουνισμός: ουτοπία ή επιστήμη” γίνεται αναφορά για τον τρόπο παρακολούθησης, βήμα-βήμα, της εξέλιξης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, άρα και του επερχόμενου νέου κόσμου που γεννιέται από τα σπλάχνα της.

Του Κώστα Νάκου


Κομμουνισμός: ουτοπία ή επιστήμη;

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν ήταν μια απόλυτη άρνηση. Το αντίθετο. Ήταν μια τραγικά επώδυνη εμπειρία, αλλά εμπειρία. Γιατί έτσι γράφεται δυστυχώς η ιστορία. Και για τις κοινωνικές επιστήμες, στις οποίες δεν υπάρχει η πολυτέλεια του πειράματος παρά μόνο η μέθοδος της παρατήρησης, ο υπαρκτός σοσιαλισμός αποτελεί μια εξαιρετική παρακαταθήκη.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός θεωρήθηκε ως η πρακτική εφαρμογή της άποψης του Μαρξ για το τι μπορεί να υπάρξει μεταξύ των δύο κοινωνιών, της κεφαλαιοκρατικής και της κομμουνιστικής. Είναι η πολύ γνωστή και πολύ συζητημένη η θέση του Μαρξ, η οποία μπορεί να είναι και η πιο παρερμηνευμένη: «Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατική μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, κατά την οποία το κράτος δε μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου» (Κριτική του προγράμματος της Γκότα)

Όλη η προσοχή σε αυτήν τη θέση του Μαρξ στράφηκε στη «δικτατορία του προλεταριάτου», παραβλέποντας όμως έτσι κάτι σημαντικότερο. Ο Μαρξ μεταξύ των δύο κοινωνιών δεν έβλεπε μια τρίτη κοινωνία, αλλά απλά «μια πολιτική μεταβατική περίοδο». Προφανώς δεν προέβλεπε μια «μεταβατική» περίοδο δεκαετιών και προφανώς δεν προέβλεπε την δημιουργία τρίτου κοινωνικού καθεστώτος, το οποίο δεν θα ήταν ούτε κεφαλαιοκρατικό, ούτε κομμουνιστικό. Και ακόμα πιο προφανώς αναφερόταν στην απονέκρωση του κράτους, στο μαρασμό του, και όχι σε ένα συνεχώς διογκούμενο κράτος-τέρας.

Ακόμη πιο ανάγλυφα ο Ένγκελς αναφερόμενος στον κομμουνισμό έλεγε ότι «Ένα νέο κοινωνικό καθεστώς είναι δυνατό, όπου θα έχουν εξαφανιστεί οι σημερινές ταξικές διακρίσεις και όπου ίσως ύστερα από μια σύντομη, κάπως στενάχωρη, πάντως ηθικά πολύ χρήσιμη μεταβατική περίοδο, τα μέσα για τη ζωή, για την απόλαυση της ζωής, για τη διαμόρφωση και την εξάσκηση όλων των σωματικών και πνευματικών ικανοτήτων θα είναι στη διάθεση όλων των μελών της κοινωνίας συμμετρικά και σε διαρκώς μεγαλύτερη αφθονία, χάρη σε μια σχεδιασμένη χρησιμοποίηση και παραπέρα ανάπτυξη των δημιουργημένων πια τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων και με ίση για όλους υποχρέωση εργασίας». (Ένγκελς, εισαγωγή στην έκδοση του έργου του Μαρξ «Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο» το 1981). Όπως ακριβώς το λέει «ίσως ύστερα από μια σύντομη, κάπως στενάχωρη, πάντως ηθικά πολύ χρήσιμη μεταβατική περίοδο». Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που αναγκαστικά έγινε στα πλαίσια του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Βέβαια, είναι αλήθεια ότι αλλιώς προσδιόριζαν το οικονομικό περιβάλλον της προεπαναστατικής περιόδου ο Μαρξ και ο Ένγκελς και αλλιώς έλαχε αυτό στους μπολσεβίκους. Όπως έγραψε και ο Ένγκελς, με το νέο καθεστώς θα γινόταν χρήση «των δημιουργημένων τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων», πράγμα που ούτε κατά διάνοια υπήρχε το 1917 στην μισο-καπιταλιστική, μισο-φεουδαρχική Ρωσία. Και κάπως έτσι δικαιολογήθηκε, προχώρησε και ανδρώθηκε ο υπαρκτός σοσιαλισμός. Και κάπως έτσι δικαιολόγησαν και οι μπολσεβίκοι την ίδια τους την επανάσταση «Τι πρέπει να κάνουν το προλεταριάτο και το κόμμα του, αν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την κατάληψη της εξουσίας και την ανατροπή του καπιταλισμού…»

Αυτό το ερώτημα έμπαινε πριν από έναν αιώνα. Απαντήθηκε με την μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση. Σήμερα η Οκτωβριανή επανάσταση εκλαμβάνεται, έτσι ή αλλιώς, ως ένα γεγονός χωρίς «αν» και «όμως». Σήμερα σκύβουμε από πάνω της και παρατηρούμε. Την παρατηρούμε για το σήμερα και το αύριο της κοινωνικής εξέλιξης. Και ας κρατήσουμε προς το παρόν την έκφραση του Ένγκελς περί «τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων».

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός λοιπόν είχε κοντά ποδάρια. Σήμερα αυτό μπορεί να διαπιστωθεί. Πέρα από τις όποιες προσωπικές ευθύνες όποιων, που δεν ήταν λίγες ούτε και μικρές, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι και τα πρόσωπα και οι συμπεριφορές τους είναι δημιουργήματα των καταστάσεων και των αδιεξόδων τους.
Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε κοντά ποδάρια και δεν μπορούσε ούτε να εξαλείψει, αλλά ούτε και να περιορίσει την εμπορευματική κυκλοφορία, παρά μόνο να την διευρύνει κεφαλαιοκρατικά, όπως και τελικά έκανε. Η επίκληση λοιπόν γενικών θεωριών που δεν αντιστοιχούσαν στους υλικούς όρους παραγωγής φανέρωνε και τα αδιέξοδα που υπήρχαν.

Κάθε θεωρία όμως, όταν απομακρύνεται από την υλική βάση, παίρνει την μορφή της θρησκείας. Από αυτόν τον κανόνα δεν ξέφυγε και η κομμουνιστική θεωρία, ως αποτέλεσμα των δυσκολιών που συνάντησε και της αδυναμίας της να εξηγήσει (άρα και να εφαρμόσει) την εξελικτική πορεία της κοινωνίας προς τον κουμμουνισμό. Είναι όμως παράλογο, στην εποχή που η επιστήμη έχει εισχωρήσει σε όλους τους φυσικούς και κοινωνικούς τομείς, να αφήνεται η φαντασία να καλπάζει επιστρέφοντας έτσι σε ιδεαλιστικές ουτοπιστικές ερμηνείες.

Γιατί έχει σημασία αν κάποιος ψάχνει την εξέλιξη στην ανθρώπινη σκέψη ή την ανθρώπινη σκέψη στην υλική πραγματικότητα. Αν την ψάχνει στην συνειδητή πράξη των ανθρώπων ή στη μη συνειδητή, την αντικειμενική κίνηση της κοινωνίας. Αν δηλαδή επιζητείται η φιλοσοφική εξήγησή της στα πρότυπα της εποχής του γαλλικού διαφωτισμού ή στην επιστημονική μέθοδο, όπως αυτή εδραιώνεται τους τελευταίους αιώνες. Γιατί (ερμηνεύοντας τον Μαρξ) αν η φιλοσοφία απλά εξηγούσε τον κόσμο, η επιστημονική μέθοδος έρχεται για να τον αλλάξει.

Ο Μαρξ και το “Κεφάλαιο”

Ο στοχαστής Μαρξ δεν ήταν ουτοπιστής. Με τη συγγραφή του Κεφαλαίου παρέδωσε στην κοινωνία ένα μνημειώδες επιστημονικό έργο. Είδε την κοινωνική εξέλιξη μέσα από την πολιτική οικονομία και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (Κριτική της πολιτικής οικονομίας, πρόλογος). Αν λοιπόν η εξέλιξη έχει επιστημονικό χαρακτήρα με τη διάσταση που της έδωσε ο Μαρξ, δηλαδή της σύνδεσή της με την εξέλιξη της παραγωγής, τότε γίνεται και αποδεκτό ότι η κομμουνιστική κοινωνία δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή, γι’ αυτό και ερευνάται. Μπορεί βέβαια να σκιαγραφηθεί, αλλά δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Και αυτό γιατί:
Οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι μόνο ο ρυθμιστής του τρόπου ζωής της κοινωνίας, δηλαδή του επιπέδου της ευημερίας, του τρόπου εργασίας ή της ανεργίας, της φτώχιας και των σύγχρονων κάθε φορά απαιτήσεων. Είναι ακόμη οι πιο επαναστατικές δυνάμεις στην κοινωνία, είναι αυτές που αλλάζουν συνέχεια μορφή, είναι αυτές που συνεχώς μετασχηματίζονται, έτσι που ερμηνεύοντάς τες υπάρχει η δυνατότητα να βρίσκεσαι κάθε φορά στον πραγματικό χρόνο. Αυτό συμβαίνει, γιατί σε αυτές εκφράζεται, κατά κύριο λόγο, όλη η επιστημονική δεινότητα των θετικών και των εφαρμοσμένων επιστημών. Γιατί όλες οι επιστημονικές ανακαλύψεις παίρνουν τελικά τη μορφή των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτές με την σειρά τους μετασχηματίζουν την κοινωνία και προκαλούν κάθε φορά τους ερευνητές να ανακαλύψουν τα νέα μαντάτα που τους φέρνει.

Υπάρχει μια μερίδα μαρξιστών, αλλά και μη, που θεωρούν οι μεν ως οικονομίστικη μια τέτοια μορφή ερμηνείας των κειμένων του Μαρξ, και οι δε ως οικονομίστικα τα ίδια τα κείμενά του. Όμως ο Μαρξ βάζοντας στο προσκήνιο της επιστήμης τις υλικές παραγωγικές δυνάμεις γνώριζε ότι ήταν ο μόνος τρόπος, για να γκρεμίσει κάθε προσπάθεια για την κατασκευή αιώνιων και απόλυτων αληθειών. Απεχθανόταν τους «μαρξιστές» και δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να στραφεί εναντίον τους από το να βάλει στο επίκεντρο την επιστήμη, δηλαδή τον υλικό και τον πλέον επαναστατικό παράγοντα ανατροπής: τις παραγωγικές δυνάμεις.

Υπαρκτός σοσιαλισμός και παραγωγικές δυνάμεις

Δυστυχώς ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν είχε το προνόμιο να κάνει χρήση «τεράστιων παραγωγικών δυνάμεων», γιατί αυτές δεν υπήρχαν. Και έτσι ήταν αδύνατον να οδηγηθεί στην κομμουνιστική κοινωνία. Δεν ήταν θέμα υποκειμενικών χειρισμών ή επιμέρους δυσκολιών, ανεξάρτητα αν αυτό πίστευε τότε (το 1952) ο σοβιετικός ηγέτης: «Φυσικά, όταν αντί των δύο βασικών παραγωγικών τομέων, του κρατικού και του κολχόζνικου, θα αναφανεί ένας καθολικός παραγωγικός τομέας, που θα έχει δικαίωμα να διαθέτει ολόκληρη την παραγωγή καταναλωτικών προϊόντων της χώρας, η εμπορευματική κυκλοφορία μαζί με τη «χρηματική οικονομία» της, θα εξαφανιστεί, σαν στοιχείο άχρηστο της λαϊκής οικονομίας». Απλοϊκή σκέψη, υπεκφυγή από την πραγματικότητα, ή αντικειμενική αδυναμία ερμηνείας της;

Σε κάθε περίπτωση η εξαφάνιση της εμπορευματικής παραγωγής και του χρήματος δεν εξαρτιόταν από την μετατροπή της κολχόζνικης ιδιοκτησίας σε κρατική. Η δεινότητα των παραγωγικών δυνάμεων της συγκεκριμένης οικονομίας, και παρά την μεγάλη τότε ανάπτυξή τους, οριακά μπορούσε να θρέψει τη σοβιετική κοινωνία. Ούτε όμως και με την αφθονία γενικά των παραγόμενων προϊόντων μπορούσε να εξαφανιστεί η εμπορευματική παραγωγή, αν ταυτόχρονα δεν είχε την δυνατότητα η οικονομία να εκμηδενίσει ή περίπου να εκμηδενίσει και την αξία τους. Είναι τελείως μηχανιστική η αντίληψη ότι όταν τα κολχόζ θα περνούσαν στο κράτος, αυτό θα σήμανε και το τέλος του χρήματος. Κάποια πράγματα μπορεί να τα επιθυμείς και να θέλεις να τα εφαρμόσεις, αλλά αυτά να μην μπορούν να ανταποκριθούν. Και κάπως έτσι δημιουργείται μια ανορθόδοξη κοινωνία.

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα υπήρχε η εντύπωση ότι η μόνη χώρα που θα μπορούσε να περάσει μετά από την επανάστασή της στον κομμουνισμό ήταν η Αγγλία. Ότι το οικονομικό επίπεδο ανάπτυξής της ήταν τέτοιο που θα της επέτρεπε την άμεση κατάργηση της εμπορευματικής παραγωγής. Το γιατί πίστευαν κάτι τέτοιο είναι κατανοητό, αφού οι γνώσεις που γενικά μπορούμε να αποχτήσουμε έχουν πάντα περιορισμένο χαρακτήρα και καθορίζονται από τις συνθήκες που τις αποχτήσαμε. Βλέποντας όμως τη σημερινή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορούμε με βεβαιότητα να θεωρήσουμε ότι ένα τέτοιο εγχείρημα από την Αγγλία θα ήταν εξίσου αποτυχημένο, όσο και αυτό του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Μόνο μετά την επικράτηση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης και την εξέλιξη του ηλεκτρονικού αυτοματισμού δημιουργήθηκε εκείνο το επίπεδο επιστημονικής έρευνας, που μπορεί να αποσαφηνίσει ζητήματα τα οποία μέχρι χθες αποτελούσαν άλυτους γρίφους. Η ανάπτυξη των νέων παραγωγικών δυνάμεων είναι αυτή που διώχνει το όποιο νεφέλωμα και δίνει στην επιστήμη την δυνατότητα να είναι αποκαλυπτική. Τον νόμο της αξίας τον πήρε πλέον στα χέρια του ο ηλεκτρονικός αυτοματισμός, για να τον παραδώσει στον επερχόμενο γενικευμένο αυτοματισμό.**

Το ότι σήμερα ο στοχασμός ενός νέου κόσμου δεν αποτελεί απλά μια ουμανιστική επιθυμία, αλλά μια ρεαλιστική προοπτική ως προς τα αντικειμενικά του δεδομένα, είναι γιατί σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε και να δούμε ολοζώντανες μπροστά μας τι είναι επιτέλους αυτές οι «τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις». Γι’ αυτό και σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μπορεί να γίνει επίκληση του νέου κόσμου. Αρκεί να γίνουν αποδεκτές δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να χρησιμοποιηθεί η επιστημονική έρευνα για την διαπίστωση του που βρισκόμαστε σήμερα. Να παραμεριστούν δηλαδή έτσι οι αυθαίρετες φιλοσοφικές αναζητήσεις, όπως και οι αποκλεισμοί και οι αρνήσεις σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής. Δεύτερον, να γίνουν αποδεχτές οι προβλέψεις της επιστημονικής κοινότητας, ότι ο γενικευμένος αυτοματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη έχουν πλέον μπροστά τους μόνο έναν αντίπαλο: το χρόνο.


* Όλες οι αναφορές που σχετίζονται με την ΕΣΣΔ, είναι παρμένες από το βιβλίο του Ι.Β. Στάλιν «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»
** Αναλυτικά στο βιβλίο του συγγραφέα που κυκλοφορεί με τίτλο «Κοινωνικός Πλούτος και Συσσώρευση του Κεφαλαίου».

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο