Σινεμά

«Νοσταλγία» για μια ζωή που χάθηκε

By N.

November 02, 2017

του Abraham Gefuropoulos

«Ήταν ένα κοριτσάκι, που πήγε να εργαστεί σαν υπηρέτρια στο Μιλάνο. Οι εργοδότες της,  της απαγόρεψαν να εγκαταλείψει το σπίτι. Επειδή αυτή είχε νοσταλγήσει την οικογένεια και το χωριό της, έβαλε φωτιά στο σπίτι που δούλευε, επειδή την εμπόδιζε να επιστρέψει στην πατρίδα της.»

Σύμφωνα με τον Μπόρχες «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου, διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους» . Τι συμβαίνει όμως όταν η ποίηση συναντάει τη συναισθηματική κινηματογραφική ματιά του μελίρρυτου  Αντρέι Ταρκόφσκι (4 Απριλίου 1932 – 29 Δεκεμβρίου 1986);

Γεννιέται η Νοσταλγία (Nostalghia 1983), μία ανθολογία υψηλής ποιοτικής ευκρίνειας που δια μέσου της εικόνας ανοίγει τις πόρτες εκείνες που οδηγούν στα εσώτερα της καρδιάς των θεατών, πυροδοτώντας την ανάφλεξη του συναισθηματικού τους κόσμου.

Ο Ρώσος σκηνοθέτης υποστήριζε ότι η Τέχνη δε μεταφράζεται, ούτε συμβολίζει τίποτα περίπλοκο. Αποτελεί  απλά μία δίοδο έκφρασης και απελευθέρωσης του καταπιεσμένου πόνου. Η βροχή σε μία σκηνή είναι απλά μία βροχή.

Ωστόσο η Νοσταλγία ξεφεύγει  από αυτό το μάλλον πιεστικό πλαίσιο, αποτελώντας ίσως το σημαντικότερο απόσταγμα της ανθρώπινης θλίψης στην ιστορία της μεγάλης οθόνης. Μία ταινία με επιρροές από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική, που κινείται στα μονοπάτια της εσωτερικής υπερβατής μεταφυσικής πίστης του κινηματογραφιστή ποιητή.

Κύρια θεματική της ταινίας, από την οποία πήρε και την ονομασία της, είναι η νοσταλγία. Ο νόστος, το έντονο δηλαδή ψυχολογικό συναίσθημα που εκφράζεται με τη μελαγχολία όταν πλέον δε μπορούμε να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας ή σε ευτυχισμένες παρελθοντικές στιγμές που λειτουργούν ως ο προσωπικός μας Παράδεισος, που έχει όμως πια χαθεί.

Ο Ταρκόφσκι ένας βαθύτατα συναισθηματικός άνθρωπος προσπαθεί μέσα από τους ήρωες, τα αργά σε ρυθμό μα στοχαστικά πλάνα που περιβάλλονται από την ομίχλη και την αχλή της ψυχής του και την φυσική μουσική υπόκρουση (ο ήχος της βροχής, του αγέρα, της ακονιστικής πέτρας) της ταινίας του, να επιστρέψει στη δική του χαμένη οικογενειακή ευτοπία.

Στο φιλμ απαγγέλλονται ποιήματα του πατέρα του, Αρσένη, ενώ είναι αφιερωμένο στη μνήμη της μητέρας του.

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ, Ο ΦΟΝΕΑΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Ο ποιητής  Αντρέι Γκορσακόφ (Όλεγκ Γιανκόφσκι) εγκαταλείπει την πατρίδα του, για να επισκεφτεί την Ιταλία με σκοπό να ερευνήσει τη ζωή και το έργο του συμπατριώτη του ποιητή Σασνόφσκι, ο οποίος αφού πρώτα έζησε στην Ιταλία για τρία χρόνια τον 18ο αιώνα, επιστρέφοντας στη Ρωσία κατέρρευσε ψυχολογικά και αυτοκτόνησε.

Ο Αντρέι επιθυμώντας να αποκωδικοποιήσει περαιτέρω τα κίνητρα του αυτόχειρα και με τη συντροφιά της γοητευτικής ιταλίδας μεταφράστριας Ευγενίας (Ντομιτζιάνα Τζιορντάνο), επισκέπτεται τα αρχαία ιαματικά λουτρά κοντά στη Ρώμη, όπου συνήθιζε η Αγία Αικατερίνη να «εξαγνίζει» τις αμαρτίες του κόσμου.

Η Ευγενία τρέφει μεγάλη αγάπη για τη ρωσική καλλιτεχνική φύση, ερωτεύεται σφόδρα τον Αντρέι, ο οποίος όμως δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση.  Είναι ένας εσωστρεφής άνθρωπος, βαρύθυμος  που επιλέγει να ζει αποστασιοποιημένα, μοναχικά, χαμένος ίσως στην ονειροπόληση και τη διαρκή περιδίνηση του στα δαιδαλώδη μονοπάτια των αναμνήσεων του.

Η αφύπνιση έρχεται αναπάντεχα στο πρόσωπο ενός «τρελού», του περίγελου της τοπικής κοινότητας, Ντομένικο (Έρλαντ Γιόσεφσον). Ο Ντομένικο είναι ένας ευσυνείδητος άνδρας σε αποστολή, το ζωντανό ερείπιο ενός κόσμου που καταρρέει με ανεξέλεγκτους ρυθμούς.

Κάποτε επιχείρησε να προστατεύσει την οικογένεια του από τα ακονισμένα θρύψαλα, κρατώντας την έγκλειστη μέσα στο σπίτι για αρκετά χρόνια, μέχρι ώσπου η Αστυνομία ανέλαβε δράση,  ελευθερώνοντας τα φυλακισμένα μέλη.

Μοναδικό αποκούμπι του συμπαθή «παρία» είναι η μυστικιστική ιεροτελεστία διάσχισης των ιαματικών νερών από άκρη σε άκρη κρατώντας αναμμένο το κερί της σωτηρίας του κόσμου. Μάταια όμως, το θάρρος του καταστέλλεται από την εχεφροσύνη των «λογικών» συγχωριανών του, πάντα για το δικό του «καλό».

Ο Αντρέι είναι η σανίδα σωτηρίας του, ο φυσικός διάδοχός του. Του αναθέτει λοιπόν τη συνέχιση του θεόσταλτου έργο του και αποχωρεί για τη Ρώμη. Ο Γκορσακόφ όμως αθετεί τον όρκο του και χάνεται για ακόμα μία φορά στη φυλακή του νου του, αποκύημα της αγάπης που προκαλεί η θλίψη του.

Η σφοδρότητα του αποπνικτικού πόνου που σουβλίζει τα σπλάχνα του, ίσως αποτελεί το κύριο αίτιο των καρδιακών προβλημάτων του ποιητή μας. Το μοναχικό του ταξίδι στον κόσμο της ονειροφαντασίας, βυθίζεται στην κινούμενη άμμο της ακινησίας, της έλλειψης πρωτοβουλίας και ευθυκρισίας.

Επιλέγει την αποξένωση, διώχνοντας από κοντά του την πληγωμένη Ευγενία. Καιρός περνάει και εκείνη του τηλεφωνεί, ενημερώνοντάς τον για τον παλιό του φίλο, τον Ντομένικο, ο οποίος εθεάθη στη Ρώμη να εκφωνεί λογύδρια επί λογυδρίων πύρινου στοχασμού για την ανάγκη αλλαγής της επίγειας κόλασης.

Σε μία απέλπιδα προσπάθεια του να αφυπνίσει τα παραλυμένα από τη μέθη του πολιτισμού πνεύματα, ο Ντομένικο αυτοπυρπολείται στην πλατεία της Ρώμης, πάνω σε ένα έργο τέχνης, υπό τους ήχους του Τραγουδιού της Χαράς από την ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν.

Ο Αντρέι συγκλονίζεται και θέλοντας να τιμήσει τον φίλο του, αποφασίζει να περιδιαβεί τα αχνιστά ύδατα κρατώντας αναμμένη τη φλόγα των κοινών ονείρων τους. Μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες, επιτέλους ο κάθιδρος Αντρέι καταφέρνει να φτάσει στην απέναντι πλευρά με το πολύτιμο κερί. Το καθήκον του εκπληρώθηκε, μα με βαρύ τίμημα καθώς η καρδιά του τον πρόδωσε τελικά μην αντέχοντας τη συγκίνηση της στιγμής.

Ίσως η υπέρτατη θυσία, της ίδιας της ζωής, να αποτελεί το ζωτικό μηχανισμό που ανοίγει τις πύλες που οδηγούν σε ένα καλύτερο αύριο.

Η ΙΕΡΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η Νοσταλγία θέτει ερωτήματα και προβληματισμούς πάνω σε ζητήματα πίστης, ηθικής και των ανθρώπινων σχέσεων. Ερχόμαστε πιο κοντά μεταξύ μας όταν γκρεμίζουμε τα τείχη και λεηλατούμε τα σύνορα που μας οριοθετούν ερήμην μας, κρατώντας μας αποξενωμένους. Δημιουργούμε νέα ήθη όταν δε μένουμε στα όνειρα, αλλά δρούμε, πράττουμε για το ακατόρθωτο.

Η όμορφη Ευγενία, μέσα στις συναισθηματικές της τρικυμίες ζει στο παρόν, στο έπακρο. Είναι ερωτευμένη με τη ζωή και παρά τα λάθη που δημιουργεί ο ενθουσιασμός της δεν παύει να είναι ζωντανή.

Κάτι που δεν ισχύει για τον Αντρέι, ο οποίος είναι προσκολλημένος στο παρελθόν, στην οικογένεια και την πατρίδα που άφησε πίσω του. Έχει λησμονήσει πως είναι να αναπνέει τον δροσερό αναζωογονητικό αέρα του πολύτιμου δώρου της ζωής. Μαραζώνει όπως τα ξεριζωμένα φυτά, μα δεν ενδιαφέρεται.

Η αναπόληση του χαμένου οικείου είναι σπουδαιότερο. Μα ως εκφραστής των Τεχνών η διαιώνιση της πολιτισμικής ομορφιάς και η σημασία της ανθρώπινης εξέλιξης είναι έμφυτα εγχαραγμένη στο υποσυνείδητο του. Πεθαίνει , μα πρώτα έχει βιώσει πως είναι να ζεις στο τώρα. Τη γλύκα των χτύπων της καρδιάς όταν αυτή χτυπάει γοργά από συγκίνηση και όχι άτονα ατροφικά από τις δεσμεύσεις της συναισθηματικής ρίζας.

Ο Ντομένικο, τραγική φιγούρα, έχει νιώσει στο πετσί του τη χλεύη και την καταχνιά ενός περιβάλλοντος που αργοπεθαίνει. Η τόλμη του ξεπερνάει τους ηθικοπλαστικούς συντηρητισμούς ενός έλλογα παράλογου κόσμου, γιατί είναι ένας επαναστάτης.

Προσφέρει τον εαυτό του σπονδή στον αγώνα για έναν κόσμο αταξικό, με τη Τέχνη να παίζει το ρόλο του καθοδηγητή. Η σεκάνς της αυτοπυρπόλησης με τον Μπετόβεν να συνοδεύει τη συμβολική πράξη της αυτοθυσίας στο υπόβαθρο,  μένει για καιρό αξέχαστη στο νου και είναι ανυπέρβλητης αισθητικής αξίας.

Ο Ταρκόφσκι πέρα από τα προβλήματα της καρδιάς καταπιάνεται και με τα φλέγοντα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα της εποχής του. Ζει υπό σοσιαλιστικό καθεστώς, μα χωρίς να ακολουθεί τις νόρμες του. Ανήκει στο μεταφυσικό σύστημα του γόνιμου ρομαντισμού, χωρίς να παύει να είναι οραματιστής.

Ο κίβδηλος πολιτισμός της αφθονίας της Δύσης συγκρούεται με τη σιδηρά γραφειοκρατία της Ανατολής, απειλώντας να λαμπαδιάσουν συθέμελα τον κόσμο, ο οποίος ολισθαίνει αδιάκοπα ολοταχώς προς τον συντηρητισμό και τον νεοφασισμό.

Το σύμπαν μας χωλαίνει γιατί δεν υπάρχουν πια μεγάλοι δάσκαλοι, ώστε  με την οξύνοια και τη λαμπρότητα του πνεύματός τους να ανοίξουν νέους ορίζοντες στην ανθρώπινη σκέψη. Ο Άνθρωπος έχει απολέσει για χάρη του τεχνολογικού πολιτισμού και της πολεμικής βιομηχανίας την επαφή του με τη Φύση.

Η επιστροφή στις θεμελιώδεις αξίες  είναι επιβεβλημένη. Δίχως εκείνη είναι μισός, ένα τραυματισμένο θλιβερό πλάσμα, καταδικασμένο να ζει μέσα από τις ένδοξες νίκες του παρελθόντος και άρα χωρίς παρόν και μέλλον.

Μέσα από τη συλλογική δράση, με μπροστάρηδες τους ανθρώπους των γραμμάτων και με ευρεία συμμετοχή του λαού είναι δυνατό να επέλθει η πολυπόθητη αλλαγή. Η μεταστροφή σε ένα αξιοκρατικότερο, ελεύθερο κόσμο, χειραφετημένο με συνειδητοποιημένους πολίτες και δίκαιο καταμερισμό των ευθυνών είναι ένα επιτακτικό καθήκον.

Οι ποιητές κρατούν τα κλειδιά και μαζί τους την ελπίδα για ζωή. Έχοντας συνείδηση του ρόλου τους, η πιθανή απομόνωση τους από άλλες κοινωνικές ομάδες δε μπορεί να τους αποθαρρύνει.

Είναι οι «τρελοί του χωριού», μα κάπως έτσι δεν αντιμετωπίζονται όλοι οι επαναστάτες στο ξεκίνημά τους; Ως τέτοιοι  και χωρίς τις αλυσίδες της κοινωνίας, βρίσκονται κοντά στην απόλυτη Αλήθεια. Συνομιλούν αποκλειστικά με τον Θεό της Δικαιοσύνης, παράταιρα ξένο με τον αντίστοιχο της ωμής καταστολής.

Ο Ντομένικο και ο Αντρέι είναι άλλωστε ομογάλακτα αδέλφια. Δηλητηριάστηκαν και οι δύο από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα του καπιταλιστικού εκμοντερνισμού. Πέθαναν για να την απολυμάνουν, οικοδομώντας τις βάσεις για κάτι πιο υγιές και ανθρώπινο.

Ίσως σε έναν παρανοϊκό κόσμο η μοναδική λύση να είναι η δημιουργική τρέλα. Πώς αλλιώς να επιβιώσει κανείς στην κόλαση των φούρνων του Άουσβιτς, όπου οι αποκτηνωμένοι ναζί δολοφονούσαν αδιακρίτως,  παίζοντας στη διαπασών το Τραγούδι της Χαράς; Σε έναν κόσμο που κωφεύει αδιάντροπα, ο εκκωφαντικός «παραληρηματικός» λόγος του Ντομένικο είναι η διαφυγή μας.

Και έτσι, ίσως κατορθώσουμε να εξαφανίσουμε την κοινωνία του θεάματος και την πολιτισμική κληρονομιά της, της «σαπωνοποίησης».

ΤΟ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ο Ταρκόφσκι στη φιλμογραφία του ασχολείται με τη μεταφυσική κοσμολογία και το ιστορικό προτσές του ανθρώπινου πεπρωμένου. Γεννιόμαστε μόνο και μόνο για να πεθάνουμε; Αν ναι πώς καταφέρνουμε να αποδώσουμε στη ζωή μας κάποιο νόημα, ώστε αυτή να έχει σημασία;

Πράγματι με μία πρώτη ματιά, η ζωή μας είναι τόσο σύντομη και αβέβαιη που μοιάζει με τη φλόγα ενός κεριού που σβήνει με το φύσημα του αγέρα. Ζούμε στο τώρα, σε χρόνο Ενεστώτα. Το παρελθόν (Αόριστος-Παρατατικός) έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Το μέλλον παραμένει ζοφερό, ανεξιχνίαστο.

Όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή στο μέλλον, στο σημείο τομής όπου ο ενεστώτας του παρόντος θα συναντήσει  το αύριο του μέλλοντος. Και τότε θα γίνουμε και εμείς με τη σειρά μας, κάποιοι που έζησαν κάπου κάποτε παλιά.

Το πρόβλημα της απροσδιοριστίας και του τρόμου που μας προκαλεί η αβεβαιότητα της αμέσως επόμενης στιγμής, λύνεται με το να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας σε ένα Αιώνιο Παρόν.  Σύμφωνα με τους Ρώσους μυστικούς, στις τάξεις των οποίων ανήκει και ο ιδιοφυής κοσμοκαλόγερος σκηνοθέτης μας, μέσα στο αιώνιο παρόν, ο χρόνος χάνει την αξία του.

Η μεταθανάτια κατάσταση είναι παρόμοια με εκείνη πριν τη γέννηση μας κατάσταση. Η ζωή είναι απλά ένα σύντομο, μα εξόχως έντονα ζωηρό, ιντερμέτζο που παρεμβάλλεται ανάμεσα τους.

Δε πεθαίνουμε γιατί έχουμε ήδη νικήσει το Χρόνο και τον Θάνατο στο παρόν μας, σε αντίθεση με τις διδαχές της mainstream Εκκλησίας. Η Μνήμη επικρατεί επί του Θανάτου και ο Άνθρωπος δεν πεθαίνει πραγματικά εφόσον διατηρείται ζωντανός στην καρδιά μας.

Η Δυτική σκέψη είναι δομημένη στο ότι η Ιστορία είναι μία ευθύγραμμη εξελικτική πορεία, που κινείται αιώνια μόνο προς μία κατεύθυνση. Ο Άνθρωπος είναι μία κουκκίδα πάνω στην ευθεία με ελάχιστη σημασία, καταδικασμένος να άγεται και να φέρεται από το εφήμερο του επίγειου βίου του και τις βουλές του αδάμαστου Χρόνου.

Αντιστρόφως ανάλογα, στην Ανατολική σκέψη κυριαρχεί το γεωμετρικό σχήμα του Κύκλου. Ο κύκλος είναι το κατεξοχήν σχήμα της σταθερότητας και της βεβαιότητας. Στην καμπύλη του δεν υπάρχει Αρχή και Τέλος, ενώ στο εσωτερικό του το παρελθόν-παρόν-μέλλον χάνουν την πρότερη αδιαπραγμάτευτη σημασία τους.

Για τον Ταρκόφσκι ο Θεός ή η Φύση –επιλέγετε ότι νομίζετε- έχει το σχήμα του Κύκλου. Είναι Άναρχος καθώς δε γνωρίζει αρχή και τέλος. Ο Χρόνος είναι μία ανθρώπινη επινόηση που δεν έχει πραγματική αξία. Στο εσωτερικό του Κύκλου μπορούμε να κερδίσουμε την αθανασία της ψυχής  και τη σιγουριά μέσω της πίστης στις Αρχές της Νόησης.

Όμως σήμερα ο Θεός της Διανόησης έχει από καιρό αντικατασταθεί με τον αποκτηνωμένο αδελφό του, εκείνον της στείρας από ανθρωπισμό Τεχνολογικής Προόδου. Ο Θεός έπνευσε τα λοίσθια  όπως απέδειξε ο Νίτσε και για αυτό θα παραμείνει για πάντα μία θλιβερή Χίμαιρα, ένας Χαμένος Παράδεισος για εμάς.

ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Η Νοσταλγία αποτελεί μια ωδή στη μελαγχολία, έναν φάρο της αδιάκοπης εσωτερικής αναζήτησης του ανθρώπου. Αισθανόμαστε θλίψη για τη χαμένη πατρίδα, για τους παιδικούς μας φίλους, στην ανάμνηση  αγαπημένων προσώπων ή εξαιτίας της αποκοπής του ομφάλιου λώρου που στάζει αίμα και μας συνδέει με τις ρίζες μας.

Η ταινία όπως προείπαμε είναι αφιερωμένη στη μνήμη της μητέρας του Ταρκόφσκι. Δυστυχώς οι μάνες μας πεθαίνουν, η κοιτίδα της ζωής και η ασφάλεια σβήνουν. Η απώλεια αυτή αποτελεί την ύψιστη θυσία, την ύψιστη νοσταλγία. ο Παράδεισος της παιδικής μας αθωότητας βυθίζεται στο σκοτάδι.

Έργο της Τέχνης είναι να κρατάει ζωντανή την ανάμνηση της τρυφερής αγκαλιάς, του στοργικού χαδιού και του ενθαρρυντικού μητρικού χαμόγελου. Ο Ποιητής φέρνει  κοντύτερα το παρελθόν με το παρόν, χωρίς να αιχμαλωτίζεται σε αυτό, ανοίγοντας το δρόμο για ένα καθάριο μέλλον.

Εμείς από την πλευρά μας ωστόσο δεν πρέπει να επαφιόμαστε μονάχα στις συναισθηματικές εξάρσεις των ποιητών με κοινωνικοπολιτική δράση, ένα άλλωστε υπό εξαφάνιση είδος.

Αγωνιζόμενοι, αλληλέγγυοι μπορούμε να διατηρήσουμε ακμαίο το δικό μας αναμμένο κερί και με τη φλόγα της Δημιουργικής Αγάπης και Πίστης στον Άνθρωπο, να διασχίσουμε ακέραιοι και κυρίως αξιοπρεπείς τα κοχλάζοντα βαλτωμένα νερά της ιστορικής μας ευθύνης.