Εβελίνα Παπακωνσταντίνου, Ψυχολόγος – Συστημική Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεύτρια

Διάβασα πρόσφατα ένα κείμενο που είχα γράψει  τρία χρόνια πριν πάνω στην έννοια του νοήματος με τίτλο “Το νόημα μέσα στον χρόνο”. Σ’ αυτό το κείμενο περιέγραφα το νόημα ως μια κατάσταση η οποία έχει εσωτερικευθεί μέσα μας και έχει γίνει βίωμα το οποίο οδηγεί τις αποφάσεις μας.
Στο κείμενο αναφερόμουν κυρίως στο νόημα που έχουμε διαμορφώσει ως ενήλικες και που είναι η  θέση μας πάνω στον τρόπο που θέλουμε να ζούμε. Μέχρι να φτάσουμε όμως στο σημείο να σχηματοποιήσουμε αυτή τη θέση, διαπραγματευόμαστε με διάφορους τρόπους την έννοια του νοήματος μέσα στα χρόνια. Άλλο νόημα δίνουμε στη ζωή μας ως παιδιά, άλλο ως έφηβοι και άλλο ως ενήλικες.
Ως παιδιά νοηματοδούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των γονιών μας. Από την αγάπη, την αποδοχή, την καθοδήγηση και την έμπνευση που μας δίνουν. Αυτοί συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αντίληψης μας για το σωστό και το λάθος, στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης μας και στη συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων μας. Το προσωπικό μας νόημα αρχίζει έτσι να διαμορφώνεται με βάση τις αξίες μας. Αυτές οδηγούν τη συμπεριφορά μας και έτσι αρχίζουμε σταδιακά να αντιλαμβανόμαστε τη μοναδικότητα μας.
Η αντίληψη για τη μοναδικότητα μας αυτή έρχεται να κλονιστεί στην εφηβεία. Ερχόμαστε σε επαφή με νέα ερεθίσματα διαφορετικά απ’ όσα είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν. Αρχίζει έτσι να αμφισβητείται ο τρόπος με τον οποίο μέχρι τότε νοηματοδοτούσαμε τον κόσμο.
Συχνά αυτή η διαδικασία μας μπερδεύει γιατί καλούμαστε να βρούμε τον κατάλληλο τρόπο έτσι ώστε να εξισορροπήσουμε μεταξύ της αμφισβήτησης και της εξέλιξης χωρίς να μας σαμποτάρουμε. Κάτι το οποίο μοιάζει αρκετά δύσκολο γιατί μέχρι τότε ίσως να μη διδαχτήκαμε ποτέ πως η αμφισβήτηση μπορεί να έχει και θετικό πρόσημο. Καθώς μέσω αυτής μπορούμε να βάζουμε καλύτερα όρια και να ξαναδιαβάζουμε τον κόσμο μέσα από ένα πιο κριτικό φίλτρο.
Η αμφισβήτηση λοιπόν στην εφηβεία είναι ακόμα ενοχοποιημένη. Με αποτέλεσμα οι ενοχές συχνά να γυρίζουν προς τα μέσα και να νιώθουμε πως έχουμε χάσει το κεντρικό μας νόημα. Με κίνδυνο κάποιες φορές να φλερτάρουμε με την  αυτοκαταστροφικότητα.
Σκέφτομαι πως αν οι βάσεις που πήραμε ως παιδιά είναι ισχυρές, το κεντρικό μας νόημα δε θα χαθεί έτσι εύκολα. Ακόμα και αν για λίγο βγει εκτός πορείας. Αντιθέτως, ακόμη και αν στο τότε δεν το αντιλαμβανόμαστε, θα εμπλουτιστεί και θα μετουσιωθεί σε κάτι ακόμη  πιο εξελιγμένο.
Έρχεται λοιπόν κάποια στιγμή μέσα στο  χρόνο που το μέχρι τότε νόημα που έχουμε διαμορφώσει για τον κόσμο παύει να αμφισβητείται και γίνεται θέση. Απόφαση για το  πως θέλουμε να ήμαστε.
Αν η απόφαση μας είναι πως θέλουμε να μας φροντίζουμε και να μας αγαπάμε, αυτό θα νοηματοδοτεί τον τρόπο με τον οποίο θα επιλέγουμε να υπάρχουμε σε όλους τους τομείς. Στον ερωτικό τομέα, οι επιλογές μας θα γίνονται με γνώμονα ποιοτικά κριτήρια που θα μας πάνε ψηλά και όχι τοξικές καταστάσεις. Αντίστοιχα, στον επαγγελματικό τομέα θα βάζουμε πιο ξεκάθαρα όρια προκειμένου να μην νιώθουμε εκμετάλλευση ή αδικία στη διαδρομή για την επίτευξη των στόχων μας.  Σ’ αυτή τη περίπτωση λοιπόν, το κεντρικό μας νόημα είναι κοινό σε όλους τους τομείς της ζωής μας: να μας αγαπάμε και να μη μας κλέβουμε. Έστω και αν ο τρόπος που αυτό εφαρμόζεται στην πράξη είναι σε κάθε τομέα διαφορετικός.
Τι γίνεται όμως όταν το προσωπικό μας νόημα αναμετριέται με πρωτόγνωρες προκλήσεις για τις οποίες δεν είχε ποτέ προετοιμαστεί; Όπως αυτές που έφερε τα τελευταία δύο χρόνια η πανδημία;
Στο προηγούμενο κείμενο μου είχα αναφέρει πως το νόημα δε βρίσκεται μόνο στο μέλλον με την έννοια της προοπτικής αλλά και στο παρελθόν και το παρόν μας. Καθώς συχνά επαναλαμβάνουμε το τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαμε στο παρελθόν προκειμένου να διαμορφώσουμε το παρόν επηρεάζοντας έτσι τις αποφάσεις μας για το μέλλον.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια όμως που το παρόν είναι τόσο απρόβλεπτο, μπορούμε να οραματιζόμαστε το μέλλον; Ή καθώς μέχρι πρόσφατα ο χρόνος έμοιαζε σαν να έχει παγώσει -λόγω του εγκλεισμού- κινδυνεύαμε να ζούμε στο παρελθόν; Μια διαδικασία που μπορεί να ενίσχυε περαιτέρω τα συμπτώματα άγχους, θλίψης και εμμονών που μπορεί ήδη να βιώναμε λόγω του ατέρμονου κλεισίματος.
Ένα κλείσιμο που σε κάποιες περιπτώσεις συνέβαλε στην αυξημένη χρήση ναρκωτικών και αντικαταθλιπτικών ουσιών καθώς και στην έξαρση της έμφυλης βίας μέσα από μια από τις πιο διαδεδομένες μορφές της, την ενδοοικογενειακή βία Καθώς και στην έξαρση των πιο ακραίων εκδηλώσεων της, των γυναικοκτονιών που η συχνότητα τους έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις μέσα στο 2021.
Σκέφτομαι πως ένας τρόπος για να αποφεύγουμε να εγκλωβιζόμαστε μέσα στο παρελθόν και να δίνουμε προοπτική στο μέλλον είναι να προσπαθούμε να διαμορφώνουμε το παρόν μας με τους όρους που εμείς θέλουμε.
Αναρωτιέμαι λοιπόν αν κατά την περίοδο του εγκλεισμού το απρόβλεπτο παρόν μας λειτούργησε κάποιες φορές με αντίστροφο τρόπο μέσα μας. Κάνοντας μας να μην θέλουμε να αφήνουμε καταστάσεις στην τύχη τους και να διεκδικούμε ουσιαστικά τις επιθυμίες μας κάνοντας τες πράξη. Μια διαδικασία που μπορεί συχνά να αναβάλλαμε στο παρελθόν τοποθετώντας τον εαυτό μας στον αυτόματο πιλότο.  Παίρνοντας τον ρόλο του θεατή και όχι του σκηνοθέτη της δικής μας ζωής.
Μήπως λοιπόν στην προσπάθεια μας να γεφυρώσουμε την απόσταση μεταξύ των επιθυμιών και των πράξεων μας γίναμε περισσότερο εφευρετικοί; Και μέσω αυτής της εφευρετικότητας καταφέραμε να νιώσουμε κάποια ψήγματα ζωντάνιας που λειτούργησαν ως αντίδοτα στο γενικότερο σκοτάδι; Με αποτέλεσμα να εκπλήξουμε και οι ίδιοι τον εαυτό μας και με αυτό τον τρόπο να νιώσουμε ανά στιγμές πιο δημιουργικοί και ανανεωμένοι. Όπως για παράδειγμα, με το να εντάξουμε στη καθημερινότητα μας νέες δραστηριότητες  τις οποίες ενδεχομένως να είχαμε απορρίψει ως ιδέες στο παρελθόν τόσο σε επίπεδο ατομικό όσο και σε συντροφικό ή φιλικό.
Ίσως λοιπόν το ευρύτερο νόημα μας για τη ζωή να εμπλουτίστηκε ακόμη περισσότερο μέσω των βραχυπρόθεσμων στόχων που θέταμε καθημερινά προκειμένου να ομορφύνουμε το απρόβλεπτο παρόν μας.
Ίσως έτσι το νόημα να έπαψε να είναι μια ιδέα που έμενε στο επίπεδο της σκέψης αλλά εντάχθηκε στην καθημερινότητα μας μέσω των πράξεων μας. Με αποτέλεσμα να ισχυροποίησε περαιτέρω την υπόσταση του γιατί μας θύμισε τα κομμάτια εκείνα που το έκαναν ξεχωριστό εξαρχής. Περνώντας δηλαδή ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό μας αλλά και με τους κοντινούς μας ανθρώπους στην πράξη, ίσως μας υπενθύμισε το συναίσθημα της χαράς, που μπορεί από πριν να ήταν μια θεμελιώδης αξία μας. Η οποία όμως υπονομευόταν από την ταχύτητα της καθημερινότητας  ή από τις επιφανειακές ευχαριστήσεις.
Σκέφτομαι αν αυτές οι στιγμές χαράς θα καταφέρουν να μας αφήσουν ένα τόσο ισχυρό αποτύπωμα μέσα στον χρόνο έτσι ώστε όταν βγούμε από αυτή την κατάσταση, αυτή να είναι ακόμη πιο αδιαπραγμάτευτη αξία για εμάς απ’ ότι προηγουμένως. Γιατι χρειάστηκε να τη δημιουργήσουμε μέσα σε μια τόσο δύσκολη συνθήκη και έτσι η βαρύτητα της πολλαπλασιάζεται.
Αναρωτιέμαι αν η επαφή με την πιο ρεαλιστική διάσταση του νοήματος μας συμφιλίωσε περισσότερο με την έννοια της αποτυχίας. Δηλαδή, αν λόγω της γενικότερης αβεβαιότητας οι προσδοκίες που έχουμε από μια κατάσταση είναι πιο ρεαλιστικές και όχι εξιδανικευμένες. Με αποτέλεσμα να ήμαστε πιο ψύχραιμοι. Χωρίς όμως να υπονομεύουμε τον ρομαντισμό και τη φλόγα των βαθύτερων επιθυμιών μας. Γιατί εκεί υπάρχει ο κίνδυνος  να μπερδέψουμε τον ρεαλισμό με τον κυνισμό με αποτέλεσμα να γινόμαστε άκαμπτοι και μονοδιάστατοι.
Με το να έχουμε πιο ρεαλιστικές προσδοκίες, η ματαίωση που θα παίρνουμε από τη μη εκπλήρωση τους δε θα είναι στην ουσία ματαίωση αλλά απογοήτευση σε λογικά πλαίσια. Χωρίς να καταστέλλει όλες μας τις λειτουργίες και να μας εγκλωβίζει στην παθητικότητα.

Στο προηγούμενο μου κείμενο ανέφερα πως αν ορίσουμε το νόημα μόνο από την επιτυχία ενός συγκεκριμένου στόχου, τότε με την πρώτη (δεύτερη ή πολλαπλή) αποτυχία αυτό θα  πάψει να υφίσταται, καθώς δεν θα έχει μάθει να υπάρχει από μόνο του.

Όταν όμως μέσα στην πανδημία η εκπλήρωση των στόχων μας συχνά καθυστερεί ή ακυρώνεται , αυτό θα εξακολουθούμε να το εκλαμβάνουμε ως αποτυχία; Απλώς και μόνο επειδή οι στόχοι μας δεν εκπληρώνονται; Ή επειδή ακριβώς μπορεί να μην εκπληρώνονται λόγω των αντικειμενικών συνθηκών, αυτό μπορεί να μας κάνει να επαναπροσδιορίζουμε την σχέση μας και με τον έλεγχο; Καθώς  αντιλαμβανόμαστε πως δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα. Με αποτέλεσμα, σε  κάποιο βαθμό να χαλαρώνουμε και να ερχόμαστε σε επαφή με άλλου τύπου επιτυχίες όπως το να καταφέρνουμε να δημιουργούμε τη χαρά μέσα στο γενικότερο σκοτάδι. Ή το να επικοινωνούμε ουσιαστικά τα συναισθήματα μας σε όσους τα αξίζουν γιατί δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Αντιθέτως, έχουμε μόνο να κερδίσουμε.
Ίσως, λοιπόν η πιο πραγματική αντίληψη της αποτυχίας να επαναπροσδιόρισε  την αντίληψη μας και για το νόημα. Και μέσα στον ρεαλισμό της να ισχυροποίησε τα υπάρχοντα θεμέλια μας ακόμη περισσότερο έτσι ώστε να μπορούμε να ονειρευόμαστε πατώντας γερά πάνω σ ‘αυτά. Και όχι να μένουμε μόνο στο επίπεδο των φαντασιώσεων. Έτσι, διαμορφώνουμε το παρόν μας δίνοντας του προοπτική χωρίς να μηρυκάζουμε το παρελθόν αλλά αξιοποιώντας το. Έχοντας αντιληφθεί πως όσες δεξιότητες κατακτήσαμε στην αναμέτρηση με την αποτυχία θα λειτουργήσουν υπέρ μας στην επόμενη προσπάθεια μας.
Όλα τα παραπάνω φυσικά δεν ισχύουν στον ίδιο βαθμό για τις περιπτώσεις που η μη εκπλήρωση των στόχων λόγω της πανδημίας έχει οδηγήσει σε έντονη οικονομική αβεβαιότητα. Γιατί εκεί τίθεται θέμα επιβίωσης το οποίο λόγω της ανασφάλειας που το συνοδεύει μπορεί να δυσχεραίνει τη δυνατότητα ανεύρεσης προοπτικής στο πιο μακρινό μέλλον.
Σκέφτομαι αν ταυτόχρονα με την σχέση μας με την αποτυχία επαναπροσδιορίστηκε και η σχέση μας με το πένθος και την απώλεια. Δηλαδή αν η πιο πραγματική αντιμετώπιση της αποτυχίας επηρεάζει τον χρόνο στον οποίο την πενθούμε. Γιατί μας βοηθάει να εξοικονομούμε χρόνο από περιττές υπεραναλύσεις πάνω στο τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. Αναλύσεις οι οποίες δεν λειτουργούν με γνώμονα την εξέλιξη μας γιατί μένουν αποκλειστικά στο επίπεδο της σκέψης χωρίς να γίνονται πράξη.  Βυθίζοντας μας στην παθητικότητα που αυτή με τη σειρά της φέρνει περαιτέρω -ίσως ασυνείδητο- πένθος για τη ζωή που αφήνουμε να χάνεται μέσα από τα χέρια μας χωρίς να κάνουμε κάτι.
Ίσως ο χρόνος που επιλέγουμε για να πενθήσουμε μια αποτυχία να επηρεάζει και την έκταση στην οποία αυτή τελικά  θα μας απασχολήσει. Κάτι που σίγουρα συνδέεται με την ωριμότητα , τις εμπειρίες και την αυτοεκτίμηση μας. Σε διαφορετικό βαθμό θα πενθήσουμε μια χυλόπιτα στην εφηβεία μας και σε διαφορετικό στην ενήλικη ζωή μας.

Ίσως λοιπόν η πιο ρεαλιστική ανάγνωση της αποτυχίας συνδυαστικά με όλες τις  απώλειες που έχει φέρει η πανδημία να  συμβάλλει σε μια πιο σωστή ιεράρχηση των διαφόρων απωλειών της ζωής μας ανάλογα με την ουσιαστική βαρύτητα τους. Μια διαδικασία που αν την κάνουμε πράξη ,η καθημερινότητα μας μπορεί να αλλάξει αισθητά προς το καλύτερο.

Στο προηγούμενο κείμενο μου αναφέρθηκα στην αλλαγή ως μια παράμετρο του νοήματος που συχνά μας εκπλήσσει γιατί φαίνεται σαν να μας πιάνει εξαπίνης. Κάτι που περιέγραψα πως δεν είναι ετσι γιατί για να ήμαστε σε θέση να την καλωσορίσουμε χρειάζεται πρώτα να την έχουμε προετοιμάσει πολύ καλά μέσα μας. Μόνοι μας αλλά και μαζί με τους άλλους. Των οποίων τα καθρεφτίσματα χρειαζόμαστε προκειμένου να συνειδητοποιούμε καλύτερα τη φάση ζωής στην οποία βρισκόμαστε.

Σκέφτομαι πως η πιο απτή αλλαγή που έχω παρατηρήσει τα τελευταία δύο χρόνια τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο αλλά και μέσα από τις συνεδρίες μου είναι το ότι επικοινωνούμε και μοιραζόμαστε την ευαλωτότητα μας πιο απενοχοποιημένα. Μοιάζει σαν η κοινή απειλή να μας προίκισε με θάρρος στο να φοβόμαστε λιγότερο τις λέξεις. Οι λέξεις, ένα από τα πιο σημαντικά εργαλεία του επαγγέλματος μου, είναι το αποτύπωμα της αρχής των αλλαγών μας. Και μόνο που κάτι ειπώνεται- με όποιο τρόπο και αν γίνεται αυτό- αρχίζει να βγαίνει στο συνειδητό και να είναι δεκτικό στην αλλαγή. Οι λέξεις βέβαια θέλουν και φροντίδα γιατί εκτός από εγγύτητα μπορεί να φέρουν και πόνο. Να τραυματίσουν μέσα από την παρόρμηση τους.

Σκέφτομαι πως η έκφραση της ευαλωτότητας γενναίων ανθρώπων στη δημόσια σφαίρα σε συνδυασμό με τα δύσκολα συναισθήματα που νιώθαμε- και μπορεί να εξακολουθούμε να νιώθουμε- λόγω της κατάστασης μπορεί να λειτούργησαν ως ένας εσωτερικός μοχλός πίεσης που μας έκανε να μοιραζόμαστε και εμείς ευκολότερα αυτά που νιώθουμε. Σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις · από εξομολογήσεις που ξεδιαλύνουν μπερδεμένες ερωτικές σχέσεις μέχρι το να μιλάμε πιο ανοιχτά και με περισσότερη φροντίδα  στους γονείς μας. Γιατί  η επαφή με την θνητότητα μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε πως δε θα τους έχουμε για πάντα κοντά μας.

Κάτι που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα είναι πως αρκετοί θεραπευόμενοι μου που προηγουμένως δεν μοιράζονταν το ότι κάνουν θεραπεία, μέσα σ’ αυτή την περίοδο άρχισαν να το επικοινωνούν πολύ πιο ανοιχτά στους γύρω τους. Συχνά προτρέποντας τους να κάνουν το ίδιο προκειμένου να βοηθηθούν.
Το μοίρασμα λοιπόν μπορεί να έχει τη δύναμη να δημιουργεί νέα νοήματα τα οποία εμπλουτίζουν τις υπάρχουσες αξίες μας. Γιατί εμπεριέχει μέσα του τη κίνηση και τη σύνδεση, φέρνοντας μας έτσι σε μεγαλύτερη επαφή με την τρωτότητα μας και κάνοντάς μας πιο ανθρώπινους. Συνδέοντας μας περισσότερο με τον περίγυρο μας και κάνοντας μας να νιώθουμε  λιγότερο μόνοι.
Αναρωτιέμαι αν όλα τα παραπάνω μας βοήθησαν να νιώσουμε πιο ουσιαστικά τη διαφορά μεταξύ της μοναξιάς που αποξενώνει από τη μοναχικότητα που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για υγιείς σχέσεις. Γιατί ίσως κάποιες φορές στο παρελθόν η μοναξιά μας να λειτουργούσε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία η οποία μας επιβεβαίωνε συνεχώς πως δεν χρειαζόμαστε κανέναν και πως ήμαστε καλυτέρα μόνοι. Και άρα πως δεν χρειάζεται να καταβάλουμε καμια προσπάθεια για να συνδεθούμε με τους γύρω μας αφού αυτή είναι η μοίρα μας.
Σκέφτομαι αν μια τέτοιου είδους μοιρολατρική και απλοϊκή αντίληψη του εαυτού και των ανθρώπινων σχέσεων κατάφερε να συντηρηθεί κατά τη περίοδο του εγκλεισμού.
Ή αν τελικά αυτή η αντίληψη μας κλονίστηκε από την πολυπλοκότητα αυτού που μας συνέβαινε. Με αποτέλεσμα, να αρχίσουμε να βγαίνουμε δειλά απ’ το καβούκι μας και να επικοινωνούμε περισσότερο τις απορίες μας για την κατάσταση με το περιβάλλον μας. Αρχικά με πιο εγκεφαλικό τρόπο και στην συνέχεια με πιο συναισθηματικό.Γιατί παρατηρώντας πως και οι γύρω μας ένιωθαν παρόμοια συναισθήματα με τα δικά μας μπορεί να μας οδήγησε να τα εκφράσουμε με μεγαλύτερη ευκολία χωρίς να φοβόμαστε πως θα φανούμε περίεργοι. Με αποτέλεσμα, να αρχίσουμε να αποδομούμε την ιδέα της αποστειρωμένης- αλλά μέχρι τότε γοητευτικής – μοναξιάς που τόσο μεθοδικά οι ίδιοι είχαμε κατασκευάσει. Και να φλερτάρουμε με τη γοητεία της πολύπλευρης μοναχικότητας όπου το κοντά και το μακριά γεφυρώνονται με γνώμονα την εξέλιξη μας.
Στο σήμερα, εξακολουθούμε να αναμετριόμαστε με την απειλή του κορονοϊού. Η ποιότητα ζωής μας δεν είναι η ίδια, η σωματική και ψυχική μας υγεία διακυβεύεται καθημερινά, οι άνθρωποι που αγαπάμε ίσως και να μη βρίσκονται πλέον στη ζωή. Ή αν βρίσκονται πιθανόν να μην μπορούμε να τους χαρούμε όπως θα θέλαμε.  Οι ψυχικές συνέπειες αυτής της αναμέτρησης πολλές: άγχος, κόπωση, θλίψη, θυμός και τόσες άλλες. Το ότι ήρθαμε όμως σε επαφή με τα πιο ευάλωτα κομμάτια του εαυτού μας, τα αφουγκραστήκαμε και τα επικοινωνήσαμε έχει από μόνο του νόημα.

Ένα νόημα που έχει τη δύναμη να αμφισβητεί βεβαιότητες πάνω στο πως πρέπει να ήμαστε γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο. Και να ισχυροποιεί περαιτέρω τις  σταθερές μας πάνω στο πως θέλουμε να ήμαστε.

Γιατί πλέον δε θέλουμε να κάνουμε εκπτώσεις. Έτσι λοιπόν γκρεμίζονται και πολλές αβεβαιότητες μας.
Ή αλλιώς αμφιβολίες οι οποίες μας κλέβουν την αποφασιστικότητα μας. Μια αποφασιστικότητα που με συνέπεια και επιμονή μπορεί να γίνει ένα όμορφο πείσμα για ζωή. Ένα ναι.
Ας βρούμε λοιπόν νόημα ξανά στο ναι.
Για να μπορούμε να λέμε όπου χρειάζεται και το όχι.
Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο