Τέχνη & Πολιτισμός

Νίκος Νικολάου: “Η εποχή μας είναι εποχή αισθητικής”

By Άννα Αρβανιτίδου

February 20, 2017

Από την Άννα-Μαρία Αρβανιτίδου

ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΑ ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΟΡΑΛΗ

O Nίκος Νικολάου, Έλληνας ζωγράφος της γενιάς του ’30 γεννήθηκε στην Αίγινα το 1909 και σύντομα μετακόμισε με την οικογένεια του στην Αθήνα, όπου κι έμεινε ως το τέλος της ζωής του. Το 1929 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα και φοίτησε στα εργαστήρια του Ουμβέρτου Αργυρού και του Κωνσταντίνου Παρθένη, όπου γνώρισε τους πιστούς του φίλους Γιάννη Τσαρούχη και Γιάννη Μόραλη.

Η φιλία του με τον Γιάννη Μόραλη ήταν καίριας σημασίας και κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Συμφοιτητές στο εργαστήρι του Ουμβέρτου Αργυρού διαγωνίστηκαν μαζί για μια υποτροφία στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία το 1936. Η μεταξύ τους συμφωνία ήταν ότι όποιος κερδίσει την υποτροφία, θα πάρει και τον άλλον μαζί του στην Ιταλία. Την υποτροφία κέρδισε ο Γιάννης Μόραλης, με το έργο «Γυμνό» και οι δύο φίλοι ταξίδεψαν μαζί για την Ρώμη. Το φως της Αναγέννησης του μάγεψε. Επισκέπτονταν μαζί το Βατικανό και τη Villa Borghese και τσακώνονταν για το ποιος θα αναλάβει υπό την ‘’Προστασία’’ του τον Ραφαήλ και ποιος τον Μιχαήλ Άγγελο. Το μυαλό τους, όμως ταξίδευε στη Γαλλία παρ’ όλο που η υποτροφία προοριζόταν για τη Ρώμη. Ο Μόραλης πείθει την ακαδημαϊκή επιτροπή και η υποτροφία μεταφέρεται για το Πανεπιστήμιο Καλλών Τεχνών της Γαλλίας.

Μετά τη Ρώμη το ταξίδι των δύο ζωγράφων συνεχίστηκε στο Παρίσι προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες και να αφουγκραστούν τον μοντέρνο παλμό της Δύσης. Λάτρεψαν τον Κυβισμό του Πικάσο και του Μπρακ, την γνησιότητα της απόδοσης της φύσης του Ματίζ και τις αναλογίες των σωμάτων της Αναγέννησης.  Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τους ανάγκασε να γυρίσουν πίσω, χωρίς όμως αυτό να εμποδίσει την καλλιτεχνική τους δράση. Συμμετείχε στην ίδρυση της καλλιτεχνικής ομάδας «Αρμός και στις εκθέσεις, που αυτή πραγματοποίησε. Μάλιστα το 1947 πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στην αίθουσα τέχνης «Ρόμβος». Από το 1949 ανέλαβε να φιλοτεχνήσει τοιχογραφίες με την τεχνική της νωπογραφίας σε διάφορα δημόσια κτίρια, μεταξύ των οποίων στην Πάντειο Σχολή (σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο).

Λάτρεψε την Ελλάδα και τα χρώματά της, τη φύση και την αρχιτεκτονική της Αίγινας, το γυναικείο σώμα και την αρχαιοελληνική τέχνη. Υποστήριξε την ιδέα πως η φύση δεν έχει τέλειες αναλογίες μιας και η τελειότητα είναι δημιούργημα του ανθρώπου. Η φύση έχει μια δική της τάξη και πειθαρχία την οποία θα πρέπει αν σεβόμαστε και να ακολουθούμε και στην τέχνη. Κοινή καλλιτεχνική γραμμή με τον πιστό του φίλο Γιάννη Μόραλη ήταν η πειθαρχία και η λακωνικότητα στην τέχνη και συγκεκριμένα στην τεχνική του σχεδίου. Την ίδια πειθαρχία στην γραμμή των αναλογιών και των όγκων που απέδωσαν οι Έλληνες τεχνίτες στη Γεωμετρική Εποχή και συγκεκριμένα στα αγάλματα του Κούρου και της Κόρης, την ίδια ακριβώς πειθαρχία επιθύμησε να δείξει κι ό ίδιος στη ζωγραφική του αποβάλλοντας κάθε περιττό σχέδιο. Ο υπολογισμός των αναλογιών και του όγκου, όχι μόνο στην πλαστική αλλά και στη ζωγραφική ήταν υπόθεση της καθαρότητας του βλέμματος του τεχνίτη στο πως προσλαμβάνει τη φύση των σωμάτων και στις αναλογίες της φύσης. Αυτές οι θεωρίες του περί αναλογιών και όγκου βασίστηκαν στις μελέτες που έκανε πάνω στην αρχαία ελληνική γλυπτική.

Η αγάπη του για το νησί της Αίγινας και η διαμονή του εκεί αποτέλεσαν καίριο σημείο στην καλλιτεχνική του πορεία. Μια πληθώρα τοπιογραφιών του νησιού και της αρχιτεκτονικής του βρίσκονται τόσο στην κατοχή της προσωπικής του συλλογής, όσο και στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης Αθηνών. Το φυσικό φως του ήλιου και το καθαρό πράσινο και γαλάζιο καθώς και η λιτή αρχιτεκτονική του νησιού ήταν αρκετά ώστε να επηρεαστεί και να ακολουθήσει μια σειρά από έργα βασισμένα στην ομορφιά της ελληνικής φύσης.

Ένα από τα κυριότερα σημεία των θεωρητικών του τοποθετήσεων σχετικά με την τέχνης ήταν αυτό περί αισθητικής. «Η εποχή μας είναι εποχή αισθητικής. Όλοι κάνουμε αισθητική σε όλα όσα κάνουμε. Αισθητική εννοώντας ότι ό,τι κάνουμε, ζητάμε να μοιάσει σε κάτι που μας αρέσει πάρα πολύ και δουλεύουμε προσπαθώντας αυτό που κάνουμε να μας δίνει την αίσθηση που μας δίνει αυτό που μας αρέσει Σε αυτό το σημείο έγκειται και η λατρεία του προς τον Σεζάν, ο οποίος στόχευε στην απόδοση της αλήθειας κι όχι στο αισθητικά ωραίο.

Η λατρεία του για το φύλλο της συκής βασίζεται πάνω στις αναλογίες του. Όταν πρωτοπαρατήρησε το φύλλο συκής θεώρησε πως είναι ένας εξαιρετικός τρόπος απόδοσης καμπυλών σχημάτων, τις οποίες καμπύλες έχει το γυναικείο σώμα το οποίο αγάπησε. «Αγαπώ το γυναικείο σώμα και την αίσθηση της αφής που αφήνουν οι καμπύλες του. Δεν το κόβουν τόσες γωνίες όπως το ανδρικό. Το χέρι κυλά στο γυναικείο σώμα γι’ αυτό το αγαπώ με πάθος.» συνήθιζε να αναφέρει ο ίδιος σε συνεντεύξεις του. Οι πίνακές του και ιδιαιτέρως τα γυμνά και οι προσωπογραφίες συνδυάζουν τον σύγχρονο εξπρεσιονισμό με την αρχαία ελληνική και αιγυπτιακή παράδοση, την αγγειογραφία και τα Φαγιούμ. Τα μάτια είναι μεγάλα κι ανέκφραστα. Μια μαύρη γραμμή για περίγραμμα λες κι είναι μια ευθεία που προσπάθησες να τη λυγίσεις με το ζόρι και σχηματίστηκε αυτό το αμυγδαλωτό σχήμα. Βλέμμα κενό, όπως αυτό του Κούρου, αλλά μάτια καθαρά, όπως αυτό της καθαρής ελληνικής φύσης.

Απεχθάνεται τον όγκο και τις λεπτομέρειες και στηρίζει τη λιτότητα γιατί η ομορφιά βρίσκεται εκεί, όπως και στη μονοχρωμία. Παρομοίως λιτές και εκφραστικές είναι και οι τοπιογραφίες του. Ο ίδιος έχει γράψει σχετικά: «Τη φύση την είδα μέσα από μια ιδέα που σχημάτισα βλέποντας τους Έλληνες.» Η μοναδικότητα του σχεδιασμού του και του χρώματός του, όπως και το φύλλο της ελιάς ήταν αρκετά γι’ αυτόν.

Από το 1965 ξεκίνησε να ζωγραφίζει πάνω σε πέτρες διάφορες προσωπογραφίες και για τις οποίες είναι γνωστός πλέον. Το 1991 πραγματοποιήθηκε έκθεση έργων του στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας. Την άνοιξη του 2005, το Μουσείο Μπενάκη διοργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση με έργα του Νικολάου. Η ίδια έκθεση μεταφέρθηκε λίγο αργότερα από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο.