Ιδέες

Νεοφιλελεύθερος Παγανισμός

By Μιχάλης Χιωτίνης

October 13, 2016

Από τον Μιχάλη Χιωτίνη

Ως βιολογικοί οργανισμοί, οι άνθρωποι είμαστε υποκείμενοι σε έναν κύκλο ζωής. Ο θάνατος, υπ’ αυτή την έννοια, είναι μία φυσική εξέλιξη της υλικής μας υπόστασης, η οποία είναι κλειστή στο χρόνο, πεπερασμένη.

Ως νοήμονα όντα, όμως, η συνειδητότητά μας έχει την φυσική τάση να τείνει προς το μέλλον απεριόριστα, άπειρα.

Η ανθρώπινη συνείδηση δεν ακολουθεί τον κύκλο της ζωής. Είναι ανοιχτή στο χρόνο. Δεν αντιλαμβάνεται κύκλο στο «είναι» της. Γίνεται μάρτυρας στα μυστήρια της ύπαρξης και της συνείδησης, ένα διπλό μυστήριο στο οποίο ο χρόνος δεν φαίνεται να έχει εξουσία. Ο κόσμος «είναι», κάτι που αναγνωρίζουμε με τη συνείδησή μας, και έχουμε συνείδηση του κόσμου δεδομένου του «είναι» μας. Και τα δύο είναι αδύνατον να αντιληφθούμε πώς θα μπορούσαν να τελειώσουν με τον χρόνο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο χρόνος να φθείρει το ίδιο το «είναι»;

Ο ανθρώπινος νους βρίσκει το τέλος της ίδιας του της ύπαρξης ανορθολογικό. Το όριο του θανάτου είναι, με έναν αθώο και πρωτόγονο τρόπο, παράλογο. Ο θάνατος είναι μία αφύσικη και απροσδόκητη ασυνέχεια στη φυσική και προσδοκώμενη συνέχεια της ανθρώπινης συνειδητότητας. Τέμνει βίαια την τάση της συνείδησης για άπειρη επέκταση προς το μέλλον.

Ο θάνατος, λοιπόν, είναι λογικά αφύσικος.

Απαρχή των θρησκειών

Λέγεται ότι η θρησκεία γεννιέται από την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο. Ότι αποτελεί συστηματοποιημένη παρηγοριά ότι η ζωή με όλες τις χαρές της συνεχίζεται.

Αυτή η υπόσχεση, όμως, δεν φαίνεται σε καμία σχεδόν από τις πρώιμες οντολογίες και θρησκευτικές πρακτικές. Αν μπορούμε να βασιστούμε στη μυθολογία για την εξαγωγή συμπερασμάτων, τότε οι πρώτοι γνωστοί πολιτισμοί δεν αναφέρονται σε καμία μετά θάνατον συνέχεια παρά στην καλύτερη περίπτωση σε μία σκιώδη, θολή και ημιτελή ύπαρξη χωρίς μνήμη, ευτυχία ή νόημα.

Στο Έπος του Γκιλγκαμές από την περιοχή της Μεσοποταμίας, το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, ο Γκιλγκαμές αναζητά το μυστικό της αθανασίας. Αποτυγχάνοντας να εφαρμόσει τις συνταγές που του συνέστησε ο Ουτναπιστίμ, επιστρέφει στην πόλη του άπραγος. Στην είσοδο της πόλης, βλέπει τα τεράστια τείχη κι υμνεί τον αδιάκοπο μόχθο των ανθρώπων. Εκεί συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι αποκτούν την αθανασία με τον πολιτισμό τους, με δημιουργήματα που μένουν για πάντα στον κόσμο, και στις μνήμες των ανθρώπων.

Παρομοίως, στην ελληνική παράδοση, όταν ο Οδυσσέας συναντά τον Αχιλλέα στον Άδη, και προσπαθεί να τον παρηγορήσει που είναι μεν νεκρός, αλλά δοξασμένος, ο Αχιλλέας του απαντά:

«Μη μου παρηγορείς το θάνατο, λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα δούλος πάνω στη γη σε αφέντη ακτήμονα μικρής περιουσίας, παρά βασιλιάς σ’ όλους τους αφανισμένους νεκρούς.»

Φαίνεται ότι στις αρχαίες οντολογίες, συνέχεια της παρουσίας του ανθρώπου νοείται η υστεροφημία, η συνέχεια μέσα από το έργο που αφήνει πίσω, ή μία συνέχεια προσωποποιημένη στους απογόνους του.

Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμα και χωρίς σαφή υπόσχεση για μετά θάνατον ζωή, θρησκευτικές πρακτικές υπήρχαν παντού και πάντα.

Μία εναλλακτική ερμηνεία

Μία ενδιαφέρουσα αλλά για πολλούς αυθαίρετη ανθρωπολογική υπόθεση ισχυρίζεται ότι η εμφάνιση των θρησκειών προκύπτει από μία ανάγκη εκλογίκευσης, άρσης του «παράλογου» του θανάτου. Από την ανάγκη ένταξής του σε μία λογική αφήγηση της κοσμικής τάξης, στην οποία ο θάνατος είναι προϋπόθεση της ζωής. Η ζωή είναι το νόημα του θανάτου, και ο θάνατος το τελικό νόημα της ζωής (τέλος = σκοπός).

Μέσα σε ένα τέτοιο αφήγημα, ο θάνατος γίνεται λογικός, νοηματοδοτείται, και τον αποδεχόμαστε τελικά ως κάτι φυσικό. Μπορούμε να παραδοθούμε σε αυτόν, να «αποδοθούμε» στον Κόσμο, να ηρεμήσουμε ψυχικά καθώς με τον θάνατό μας επιτελούμε έναν ρόλο, εκπληρώνουμε έναν σκοπό στην εκάστοτε κοσμική τάξη.

Έτσι, κατά μία έννοια, κάθε θάνατος είναι για τους πρώιμους πολιτισμούς μία θυσία. Μέρος μίας κοσμικής «οικονομίας». Ακριβώς όπως το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και ο άνθρωπος θυσιάζει ζώα για να επιβιώσει, έτσι και ο θάνατος του ανθρώπου είναι μία θυσία για τη συνέχιση της ζωής, τη διατήρηση του Κόσμου.

Με τις θυσίες, άλλωστε, οι πρώτες θρησκείες «ταΐζουν» τους θεούς με οτιδήποτε πιστεύουν ότι αυτοί χρειάζονται, κάποιες φορές για να λάβουν υλικά ανταλλάγματα (πολιτικά, κοινωνικά, να πάρουν κομμάτι από τη δύναμη κάποιου θεού) αλλά κυρίως για να συνεχίσει να γυρνά ο τροχός της Ιστορίας. Τις περισσότερες φορές, δε, ούτε οι θεοί μπορούν να ξεφύγουν από τον τρόπο που λειτουργεί ο Κόσμος (γεννιούνται, πεθαίνουν, ενίοτε τρώγονται μεταξύ τους).

Ας κρατήσουμε αυτή την ιδέα της «θυσίας» και την ψυχολογική αναγκαιότητά της, θα τη χρειαστούμε στη συνέχεια στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε τη σημερινή μας κατάσταση.

Η τομή του χριστιανισμού

Μία έννοια αθανασίας της ψυχής συναντάμε πρώτα στους Πυθαγόρειους και τον Πλάτωνα, συνέχεια της παράδοσης των οποίων αποτελεί η νεοπλατωνική οντολογία του χριστιανισμού.

Ο χριστιανικός μύθος, όπως κάθε ανθρώπινο έργο της διάνοιας, οφείλει να ερμηνεύεται με βάση την εποχή του. Άλλωστε η σημασία του έργου τέχνης πρέπει να αναζητείται στις προθέσεις του δημιουργού του και να εξηγείται με βάση το ιδεολογικό υπόβαθρο του κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Στην ερμηνεία του μύθου της Ανάστασης που προτείνει ο καθηγητής φιλοσοφίας και θεολόγος David Bentley Hart, η καινοτομία της χριστιανικής οντολογίας είναι ότι ο χριστιανικός Θεός δεν αποδέχεται αυτή την οικονομία του θανάτου.

Με την ανάσταση του Χριστού, προσβάλει την μέχρι τότε θεωρούμενη ως κοσμική τάξη, συνθλίβει το αφήγημα για τη χρησιμότητα του θανάτου και διαταράσσει τη συμφιλίωσή μας με αυτόν. Η ανάσταση είναι μία δήλωση από τον Θεό ότι ο θάνατος δεν αποτελεί φυσικό μέρος της δικής Του κοσμικής τάξης. Μας αφήνει ξανά ξεκρέμαστους, με τον θάνατο να γίνεται και πάλι αφύσικος, ακατανόητος, παράλογος.

Η Ανάσταση ως προσβολή της νομιμότητας

Η θρησκευτική διάσταση της θανατικής ποινής, σύμφωνα με τον Hart, αναφέρεται με σαφήνεια στους νόμους των Ρωμαίων. Για παράδειγμα, η θανάτωση στρατιωτών που καταδικάστηκαν για δειλία, εκτός από εφαρμογή του νόμου και χρήσιμη για την κοινωνία αφαίρεση του παράγοντα αστάθειας, είναι ταυτόχρονα θυσία στον Άρη, θεό του πολέμου.

Με την ίδια λογική, ο Ιησούς, παλαβός άποικος και ταραχοποιό στοιχείο, καταδικάζεται σε σταύρωση χάριν διατήρησης της κοινωνικής, πολιτικής και κοσμικής τάξης που στις παγανιστικές θρησκείες αποτελούν, εν τέλει, μέρος της ίδιας οικονομίας.

Τιμωρείται από τη νόμιμη πολιτική αρχή και σταματάει να παράγει αστάθεια στην αποικία. «Αποδίδεται» στην κοσμική τάξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που δεν είναι άλλη από το πρόταγμα επέκτασής της στον υλικό κόσμο (προτεινόμενη ερμηνεία του σχήματος του σταυρού / σημεία του ορίζοντα). Αυτό είναι ταυτόχρονα και το θέλημα των θεών.

Μένοντας κανείς πιστός στην επικρατούσα κοσμοεικόνα στον τόπο και τον χρόνο που δικάζεται ο Ιησούς, δεν μπορεί παρά να συμφωνεί με τη σταύρωσή του.

Δεν τίθεται ζήτημα ενοχής ή αθωότητας με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Κάθε λογική δικαίου και ηθικής είναι με το μέρος των δικαστών του. Ο νόμος, η κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα, η κοσμική τάξη, δικαιολογούν απόλυτα την καταδίκη και θανάτωση του Ιησού.

Η ιστορία θα μπορούσε να τελειώνει εκεί, να είναι διδακτική, και να μας μιλάει για την όμορφη ιστορία του Χριστού, που έζησε και πέθανε διδάσκοντας την αγάπη και τον λόγο του Θεού.

Σε εκπληκτική αντίθεση, αυτό που συμβαίνει είναι η Ανάσταση.

Η λογική της πράξη της Ανάστασης εξυψώνει την αξία του φτωχού, του αδικημένου, του αδύναμου, πάνω από την εξουσία των ισχυρών. Εισάγει την ιδέα ότι η αγάπη νικάει τον θάνατο, ότι η κοινωνία δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την τιμωρία του αποκλίνοντα, και τελικά καταρρίπτει την εκλογίκευση του θανάτου. Ο χριστιανισμός, στην ουσία του, αρνείται τον θάνατο σαν αναγκαία πραγματικότητα, μας προσκαλεί να επιστρέψουμε σε μία πρωτόγονη αθωότητα. Μιλάει για τον Θεό για τον οποίο ο θάνατος δεν είναι φυσικό μέρος του κόσμου, για την κοινωνία που δεν θεμελιώνεται στην πάταξη της απόκλισης, για την κοινωνία που δεν αναζητά την ευημερία της στην ανθρωποθυσία.

Νεοφιλελεύθερος Παγανισμός

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μετά από τον 20ο αιώνα, τον πιο αθεϊστικό αιώνα στην ιστορία, φαίνεται να έχουμε επιστρέψει για τα καλά στις παγανιστικές μας ανάγκες, στην τάση των κοινωνιών να θυσιάζουν τους αδυνάμους για να εξασφαλίσουν τη συνέχεια. Κατά πάσα πιθανότητα δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ.

Στο πρόσωπο του Χριστού θα μπορούσαμε να βάλουμε τους σημερινούς θεωρούμενους εχθρούς της κοινωνικής, πολιτικής και κοσμικής τάξης. Χριστός είναι ο δανειολήπτης που δεν μπορεί να αποπληρώσει λόγω αποπληθωρισμού και μείωσης ή εξαφάνισης του μισθού του. Χριστός είναι ο φτωχός που απέτυχε με τα κριτήρια ενός καπιταλισμού που έχει χάσει την υπόσταση του ως οικονομικό σύστημα και λαμβάνει το χαρακτήρα νεοδαρβινικής οντολογίας. Χριστός είναι ο πρόσφυγας στη βάρκα που παλεύει για τη ζωή των παιδιών του.

«Όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει» όπως είχε πει και ο σημερινός αντιπρόεδρος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Άδωνις Γεωργιάδης.

Για τον νεοφιλελευθερισμό, όλοι αυτοί προσφέρονται ως θυσία για τον εξευμενισμό της θεότητας της οικονομίας, κάποιας ανώτερης ανθρωποφάγας δύναμης, της «Ευρώπης», του «εγχειρήματος της ενοποίησης», της «προσαρμογής», ή όποιου άλλου μύθου τύχει να εφευρεθεί. Αυτοί οι μύθοι ως πολιτισμική πρόταση ή καθοδηγητική ιδεολογία δεν διαφέρουν ποιοτικά από τη φυλετική καθαρότητα και τη ρατσιστική ψευδοεπιστήμη που χρησιμοποίησε ως ιδεολογικό πυρήνα το 3ο ράιχ.

Αυτή την ανθρωποφαγία δεν μπορούμε παρά να την καταδείξουμε ως προσπάθεια ικανοποίησης των ταπεινότερων ενστίκτων μίας χειμαζόμενης κοινωνίας, αλλά και ως παγανιστική πρακτική.

Η κοινωνία μας όπως αποτυπώνεται στα κυρίαρχα πολιτικά δόγματα είναι στην ιδεολογική της βάση μία πρωτόγονη παγανιστική κοινωνία.

Ας δούμε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για «επιβολή της νομιμότητας», για «υπεύθυνη διακυβέρνηση», το ιερό καθήκον κάθε λογής Αδώνιδος.

Η σταύρωση των ανθρώπων και σήμερα είναι η εφαρμογή μίας ιερής δικαιοσύνης, που είναι πάντα πρόθυμη να καταστρέψει το ειδικό χάριν του γενικού, την απροσάρμοστη θορυβώδη μειονότητα χάριν της ενάρετης σιωπηλής πλειονότητας. Όλα για την κοινωνική ισορροπία, όπως την αντιλαμβάνεται ο εκάστοτε ακροδεξιός παγανιστής.

Τα μνημόνια και η αμείλικτη εφαρμογή τους έχουν βρει ιδεολογική πρόσφυση στην κοινωνία ως η θεία τιμωρία όσων δεν προσαρμόζονται.

Είναι ένα μόνο παράδειγμα ενός νομικού, θρησκευτικού, και πολιτικού αφηγήματος με βάση το οποίο η ανθρώπινη κοινωνία συντηρείται και δικαιολογεί τον εαυτό της, εκλογικεύει τη βαρβαρότητά της.

Οι εικονιζόμενοι κύριοι, πέραν όλων των άλλων, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον χριστιανισμό και την ορθοδοξία. Είναι ειδωλολάτρες παγανιστές. Δεν είναι καν μονοθεϊστές. Μιλούν για τον Θεό όχι όπως τον θεωρεί ο χριστιανισμός, δηλαδή την άπειρη πηγή του «είναι», της συνείδησης και της άνευ όρων αγάπης, αλλά σαν έναν θεό που είναι «δικός τους», που δικαιολογεί τις δικές τους πράξεις και θεωρήσεις, που επιβραβεύει τις πολιτικές επιδιώξεις του τάγματος των οικονομικά ενάρετων και των καινοτόμων.

Είναι ένας θεός που ξεδιαλέγει τους ανθρώπους, ένα πεπερασμένο ον που θυμώνει και τιμωρεί, άρα δεν μπορεί παρά να είναι ένας θεός ανάμεσα σε πολλούς. Τυχαίνει να είναι ένας μόνο σε πληθυσμό, όχι σε ουσία. Το δόγμα που λιβανίζουν οι κύριοι είναι ένας μονο-πολυθεϊσμός.

Από αυτό που αντιπροσωπεύουν Αδώνιδες και Άνθιμοι, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο απομακρυσμένο από τον χριστιανισμό, είτε στη φιλοσοφική του ουσία είτε στην πρότασή του για συγκρότηση μιας ώριμης κοινωνίας αγάπης.