Σινεμά

Μια γελοία ζωή – Από τον Old Boy

By N.

December 05, 2014

 

Mε αφορμή την «Έκρηξη» του Σύλλα Τζουμέρκα

Σε αντίθεση με τη «Χώρα Προέλευσης», με την οποία ο Σύλλας Τζουμέρκας έκανε ντεμπούτο πριν τέσσερα χρόνια, και η οποία είχε εννέα βασικούς ήρωες, «Η Έκρηξη» έχει μία βασική ηρωίδα την Μαρία (η Αγγελική Παπούλια, κυρίαρχη φιγούρα του ελληνικού σινεμά των τελευταίων ετών). Από εκεί και πέρα γυρίζουν σαν δορυφόροι οι υπόλοιποι: ο Γιάννης, ο καπετάνιος άντρας της, η κάτω του μέσου όρου ευφυίας αδελφή της, η μητέρα της που είναι σε αναπηρικό καροτσάκι, ο πατέρας της, ο άντρας της αδελφής της, τα τρια παιδιά της. Από την αρχή  βλέπουμε ότι η Μαρία κάνει ύποπτες συνεννοήσεις για να της καταθέσουν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, τα μισά εμπρός – τα μισά όταν τελειώσει τη δουλειά. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας λειτουργεί πολύ ο μηχανισμός της αγωνίας για το τι ακριβώς παράνομη πράξη είναι έτοιμη να κάνει και γιατί, κρατώντας πράγματι ψηλά το ενδιαφέρον του θεατή, το οποίο ενισχύεται  από το τσιτωμένο, νευρώδες και έμπλεο αδρεναλίνης σκηνοθετικό ύφος του Τζουμέρκα, όπως αυτό αναδεικνύεται κι από το πολύ σφιχτό μοντάζ, καθώς η ιστορία κινείται μπρος και πίσω στο χρόνο σε διαρκή φλας μπακ.

 

Kάτι λοιπόν έχει φέρει την Μαρία στη θέση της παρανομίας και στα πρόθυρα της έκρηξης, τι; Η Μαρία που ξεκινά με απόλυτη δίψα για ζωή, η  Μαρία που «έζησε μια γελοία ζωή». Καθώς τα μπρος πίσω στο χρόνο δίνουν και παίρνουν, οι στιγμές οι ιδανικές με τις στιγμές τις μαύρες είναι δίπλα δίπλα, το οποίο είναι υπό μια έννοια προτέρημα και θα ήταν και απόλυτο προτέρημα αν δεν έμενε σε μεγάλο βαθμό κενό το ενδιάμεσο. Διάβασα σε μια από τις συνεντεύξεις του Τζουμέρκα ότι ξεκίνησε από τον μονόλογο της Μαρίας που λέει ότι έζησε μια γελοία ζωή. Προφανώς και μια κινηματογραφική ηρωίδα δεν χρειάζεται να κάνει επιλογές που γουστάρουν όλοι και αν μάλιστα οι επιλογές της ενοχλούν τότε πιθανότατα έχει μέσα της κάτι αληθινό. Ας το διαχωρίσω λοιπόν ως εξής: το σκέλος που οι τελικές επιλογές της και η έκρηξή της με ξενίζουν το πιστώνω στον Τζουμέρκα και τη συνσεναριογράφο του Γιούλα Μπούνταλη, τους πιστώνω το ότι έφτιαξαν μια ηρωίδα που δημιουργεί αντιθέσεις και διάθεση για συζήτηση. Το σκέλος όμως τη μη επαρκούς κατανόησης ποιός ακριβώς είναι αυτός ο άνθρωπος και ποιά ζωή ζούσε πριν την έκρηξή της, τους το χρεώνω ως μείον.

Στην «Έκρηξη» μια ακόμη ελληνική οικογένεια έχει τις θεματάρες της, αν και όντως δεν υπάρχει και τόσο φόκους σε αυτές, καθώς το οικογενειακό προσπαθεί να συνταιριαστεί με το κοινωνικό, με την κρίση να είναι πανταχού παρούσα, με τον Παπανδρέου να εμφανίζεται με την μοβ γραβάτα του στο Καστελόριζο, με ειδήσεις για τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έκλεισαν, ακόμη και με το χρυσαυγίτη συγγενή. Σε αντίθεση με την ελληνική οικογένεια άλλων ελληνικών ταινιών που το κύριο τέρας είναι ο πατέρας, εδώ ο πατέρας αφήνει τα πράγματα να συμβαίνουν και δεν παρεμβαίνει στις ζωές των τριων γυναικών της οικογενείας του, ίσως επειδή όπως του λέει η Μαρία τις αγαπούσε πολύ, ίσως επειδή ήταν απλά ηλίθιος. Ο πατέρας στην διαρκή απόσυρση, η μητέρα από ένα σημείο και ύστερα έζησε στην άρνηση, καθώς όταν τα πράγματα σκούρηναν, αντί να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες αποφάσισε να προσποιηθεί ότι δεν υπάρχουν. Ο πατέρας που αφήνει τα πράγματα να πηγαίνουν, η μάνα που τα ήλεγχε μέχρι που της ξέφυγαν.

«Θα με αγαπάς για πάντα; Θα με αγαπάς ό,τι κι αν κάνω; Θα με αγαπάς περισσότερο από όλους; Θα με αγαπάς ακόμη κι αν δεν σε αγαπώ εγώ;»: με το γυμνό της κορμί πάνω στο γυμνό του κορμί, η Μαρία ζητά από το Γιάννη όρκους αγάπης χωρίς τέλος, όρκους αγάπης χωρίς όρους, όρκους αγάπης απόλυτης και κυριαρχικής, όρκους κυριαρχίας ίσως επειδή νιώθει η ίδια ισοπεδωμένη από το δικό της έρωτα. Αλλά ο Γιάννης λείπει σε ταξίδια διαρκώς κι η Μαρία δεν το αντέχει. Όσο πολύ και αναλυτικά μας μίλησε η «Μικρά Αγγλία»  για αυτού του είδους την απουσία, τόσο λίγο τη βλέπουμε εδώ.

Οι γονείς της λοιπόν με έναν τρόπο την προδίνουν, ο άντρας της με έναν τρόπο την προδίνει, περισσότερο ή λιγότερο έχουμε ως προς αυτούς κάτι υπαρκτό και εξηγήσιμο, αλλά τα παιδιά της τι; Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν στην πραγματική ζωή μάνες που τα παιδιά τους μπορεί και να τους είναι βάρος ή να τους είναι ξένα ή εν πάση περιπτώσει να μην πολυέχουν συναισθηματικό δεσμό με αυτά. Δεν λέω πολύ περισσότερο ότι δεν νομιμοποείται ένας καλλιτέχνης να φτιάχνει μια ηρωίδα που κάνει την επιλογή που κάνει η Μαρία για τα παιδιά της. Εκείνο όμως που λέω είναι πως μοιάζει ψεύτικη, μοιάζει κατασκευή, μοιάζει μη σχέση η σχέση που έχει με τα παιδιά της. Δεν μας δείχνει να την πρήζουν, δεν μας δείχνει να χρειάζεται να τα μεγαλώσει, δεν μας δείχνει τίποτα σε σχέση με αυτά.

Στο κείμενο που είχα γράψει για τη «Χώρα Προέλευσης» έγραφα χρησιμοποιώντας τους στίχους του Σαββόπουλου πως «κάτι αλήθεια συμβαίνει στο ελληνικό σινεμά, κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού». Το ότι ο Κούτρας, ο Λάνθιμος, ο Οικονομίδης, ο Τζουμέρκας έχουν τόσο ξεχωριστή υπογραφή, το ότι είναι δημιουργοί του δικού του κόσμου ο καθένας είναι πολύ σημαντικό, αλλά από την άλλη τέσσερα χρόνια αργότερα, οι Άλπεις ήταν δυο βήματα πίσω σε σχέση με τον Κυνόδοντα, το Xenia δεν ήταν καλύτερο της Στρέλλας και η Έκρηξη σαφώς δεν είναι καλύτερη της «Χώρας Προέλευσης». Αυτό δεν σημαίνει πως κάτι δεν εξακολουθεί να συμβαίνει στα αλήθεια εδώ (κι όχι μόνο εδώ, αφού ο Λάνθιμος κάνει πια διεθνή καριέρα), σημαίνει όμως πως αυτό που συμβαίνει μένει να αποδειχτεί αν θα έχει ανοδική, στάσιμη ή κατιούσα πορεία. Το οποίο με τη σειρά του εν μέρει μόνο σχετίζεται με το αν η πορεία αυτή θα παραμείνει εν πολλοίς μακριά από το πλατύ κοινό, καθώς όπως έλεγα πρόσφατα, με αφορμή δυο άλλες ελληνικές ταινίες μικρότερων φιλοδοξιών και μικρότερης απήχησης, υπάρχει ένα μέρος του κοινού που ποτέ δεν θα ενδιαφερθεί ούτε για το καλό ξένο σινεμά, ένα μέρος του κοινού που θα καταναλώσει ελληνικά σίριαλ και ελληνικά τηλεοπτικά σόου, ένα μέρος που πιθανότατα να μην μπορέσει να προσεγγιστεί ποτέ. Το άλλο όμως, το πιο αισθητικά συγγενές, που ψάχνει να βρει την ποιότητα και δεν καταναλώνει μόνο ευκολία, είναι ένα τμήμα του κοινού που δεν αντιλαμβάνομαι γιατί να μην κερδηθεί. Kάτι κάνουν λάθος και οι δυο πλευρές, κάτι πρέπει να ξαναδούν, οι μεν δυνάμει θεατές τις προκαταλήψεις τους, την απροθυμία τους, την δυσπιστία τους, οι δε δημιουργοί και διανομείς των ταινιών τον τρόπο που θα τις προωθήσουν, τον τρόπο που θα προσπαθήσουν να προετοιμάσουν και να ψήσουν το κοινό τους.

Ο Τζουμέρκας παραμένει ένας εξαιρετικά ικανός κινηματογραφιστής, αλλά θεωρώ την «Έκρηξη» βήμα πίσω (και πάντως όχι βήμα εμπρός) σε σχέση με τη «Χώρα Προέλευσης». Είναι όμως ένα βημα που επιβεβαιώνει και τη δυναμική του και τις δυνατότητές του και το ότι αν κατορθώσει να συνταιριάξει καλύτερα όλα τα υλικά του είναι σε θέση στο μέλλον να παραδώσει ταινίες που θα κάνουν πολύ μεγάλη αίσθηση.

Πηγή