Απόψεις

Μετά τα 40

By Άρης Κεραμάρης

October 08, 2019

Του Άρη Κεραμάρη

1993. Σκαστός από Αυλώνα. Ρόδον. Συναυλία Τρύπες. Λίγο πριν κυκλοφορήσουν τα “9 πληρωμένα τραγούδια”. Ο κόσμος διπλάσιος. Μια μάζα παστωμένη, ο Αγγελάκας με φωτοστέφανο (μάλλον έχει αρχίσει να τσατίζεται, ήδη, που του ζητάμε συνέχεια τον παράδεισο) και οι Παπαδόπουλος – Ζαμπέτας με έναν ανατριχιαστικό κιθαριστικό διάλογο σε όλο το σετ. Ο Καράς σαν είμαστε ζόμπι, μας απειλεί με το μπάσο του και ο Τόλιος μοιάζει εκεί πίσω, με βαρύ ρολόι τοίχου.

“Κι αν ζήσω απόψε, πως να γυρίσω σε 17 μήνες θητεία;”

Τρία χρόνια αργότερα, ο Ρέντον είχε αϋπνίες εκείνο το βράδυ. Έπρεπε να αποφασίσει. Έτσι παίρνονται οι αποφάσεις. Το πρωί έκλεψε τα λεφτά και έφυγε. Διάλεξε ζωή, αφήνοντας το φωτοστέφανο στο κομοδίνο.

Έσυρε την κουρασμένη ουρά του, σύμφωνα με το παράδειγμα ή το κείμενο.

Λίγα χρόνια πιο πριν, ο ξάδελφος μου ο Λεό, σαν να βγαίνει από μια βινιεταρισμένη φωτογραφία στον τοίχο, δίπλα στο κόκκινο πόστερ του Γκεβάρα. Έρχεται και κάθεται δίπλα μου, στον παλιό καναπέ του σαλονιού. Κρατάει στα χέρια την κιθάρα, φοράει τζάκετ στρατιωτικό, καρό πουκάμισο, κοτλέ παντελόνι.

Έξω είναι 1985. Καπνίζει Μάρλμπορο σκληρό, γρατζουνώντας τις χορδές.

Χαίρομαι που ποτέ δεν μου γύρισε την πλάτη, όπως χαίρομαι για κάθε καλοθελητή που μου εμπιστεύτηκε τις φιγούρες του.

Τον κοιτάζω σαν άγγελο ή μάλλον κοιτάζω τα μακριά μαλλιά του, που προεξέχουν του φωτοστέφανου. Αφήνει το τσιγάρο.

Τραγουδάει “Break on through to the other side….”

Τον κοιτάζω σαν αρχάγγελο. Έχω περιέργεια να ακούσω τα καλύτερα λόγια του. Κοιτάζω στις τσέπες του. Πάντα κάτι τρέχει από εκεί. Πότε Μαρξ, πότε Καρυωτάκης, πότε Ντύλαν Τόμας. Ύστερα με πάει στο παράθυρο. Το ανοίγει. Κάτω δεν φαίνεται η γη.

“Πόσο ψηλά είμαστε;”

Έξω μαζί με όλα τα άλλα, υπάρχει ο τρόμος. Ο τρόμος για όλα τα άλλα. Όλοι έχουν δικαίωμα σε αυτόν τον τρόμο. Με σπρώχνει.

”Δεν θα σε ξαναδώ ποτέεε….”, του φωνάζω.

”Μην μάθεις να πετάς ….”, μου φωνάζει.

Έξω δεν ξέρω τι χρονιά είναι κι έχω ζήσει τρεις ζωές από τότε. Δεν τον ξαναείδα.

Οι ήρωες μας ή ισοπεδώθηκαν χυδαία, μαζί μας, στην καθημερινή λάντζα του χρόνου ή κάλπασαν με μανία προς το χειρότερο, τις καλύτερες απαντήσεις τους.

Από τότε κύκλους κάνουν σαν περίεργοι γείτονες, όταν βρίσκεις από χρόνια ξεχασμένα μπλοκάκια και δεν θυμάσαι ή χειρότερα ακόμα, δεν είσαι σίγουρος ποια ήταν η Σεμίραμις που είχε την λύσσα του κύματος στο χάδι που τόσο πρόχειρα, έγινε στιχάκι.

Άλλοτε πάλι σαν γαλαντόμοι, που από περίσσευμα αίματος, με αίμα υπόγραφαν, έρχονται να ελέγξουν τις ρυτίδες μας και να ξεροβήξουν σε οποιαδήποτε νότα ξεπετιέται αλαζονικά για να μπερδέψει την κατάσταση.

Δεν έχει σημασία τώρα. Το αλισβερίσι που μένει στα μάτια, πάντα για γέλια ήταν κι ας υπάρχει αλήθεια στον εθισμό ετούτου του εντευκτηρίου.

“Μετά τα σαράντα, όλοι βρικόλακες είμαστε. Σκύβουμε πάνω στον τρυφερό λαιμό μιας μαρτυρίας – τιμωρίας και ρουφάμε ζωτικότητα. Προσωπικά δεν καταδέχομαι να σταματήσω, πριν τον τρίτο αναστεναγμό. Μετά τα σαράντα φοβάσαι μήπως ξεκίνησες αργά. Φοβάσαι όμως πιο πολύ, πως στο τέλος θα αναρωτιέσαι μήπως ξεκίνησες νωρίς.”

Η αληθινή, no more heroes, στάση.

Σαν δέρμα στεγνώνουν οι τρυφερές αναμνήσεις. Ποιες λέξεις ήταν δικές μας; Ποιες νότες; Οι αρνήσεις ή οι άλλες που άνοιγαν τα πόδια, για να τρέξουν σαν ρετσίνι άλλες λέξεις, άλλες νότες;

Στην τελική, ούτε αυτό έχει σημασία.

Ίχνη στιγμών αφήνουμε όλοι, αλλά είναι κι αυτό μια μορφή αθανασίας. Δεν είναι; Κάθε φορά που βρίσκω ένα τέτοιο ίχνος, αλλάζω τα μάτια μου και τα προβάρω στον καθρέφτη.

Πεντακάθαρα νερά και οι φόβοι ξεραμένα δέντρα. Σαν το τελευταίο όνειρο του Ταρκόφσκι.

Μια συνομιλία στον ενικό με τις ευτυχισμένες μέρες.

Εκ φύσεως και βάσει ενστίκτου.

Πως θα μπορούσε να είναι αλλιώς;

Η επιστροφή εκεί που όλοι θέλουμε να γυρίσουμε .

Αλλάζοντας όψη και μην προσδοκώντας συμπάθεια και βεβαιότητα.

Έχω πολλά χρόνια να πάω στον Αγγελάκα. Δεν έχω τι να σμίξω, με το τωρινό του κοινό και δεν θέλω την ταξιδιάρα ψυχή… ταξιδιάρικη, με τρομπέτες.

Θέλω όμως εκείνος να βγάζει φως, όπως τότε, στο τέλος κάθε συναυλίας. Θέλω να γεράσει όμορφα, σαν μάγος μιας φυλής που διαιωνίζεται. Να φτάσει να μιλάει μόνο με νεύματα.

Ο Ρέντον έφυγε στην Ολλανδία, παντρεύτηκε μία που τον χώρισε και γύρισε στην Σκωτία στο παιδικό του δωμάτιο.

Όταν είσαι παιδί φυτρώνεις στην πέτρα, γυρνώντας την πλάτη στον ήλιο, σκανδαλίζοντας κάθε νόημα κι αυτό σημαίνει περίσσιο τρελό αίμα, ζωή με απολαυστικές ανάσες, επίτηδες αποκοτιά και για αυτό… ακατάπαυστη μνήμη .

Σημαίνει ειρωνικό κλείσιμο του ματιού στην ερώτηση, “τρελάθηκες;”

Δεν είναι αλαζονεία. Είναι συναίσθηση της μοναδικότητας…

Ο Ρέντον δεν είναι παιδί. Στα 45 του, όμως, έχει πατέρα και φίλους. Θα γεράσει όμορφα. Στο δεύτερο Trainsporting δάκρυσα.

Σκόνταφτα πάνω και στους δυο, την τελευταία βδομάδα, συνέχεια. Πάνω σε ίχνη τους. Τον Λεό, δεν τον ξανάδα. Στην πτώση μου ξέχασα τους ήρωες μου κι έμαθα πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος, μα και η μεγαλύτερη αλήθεια μας θα είναι, για πάντα, τα πρωτεύοντα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι.

Μετά τα 40, ο μόνος ήρωας σου, είσαι εσύ. Εκείνος, που με την πλάτη στον τοίχο, τα ίδια θα έκανε.