Σινεμά

Με αφορμή το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου

By N.

April 14, 2016

Wasted middle age -από τον Old Boy

Καθώς βλέπουμε τον Μάκη Παπαδημητρίου, τον Κωστή, να αποβιβάζεται μες στον χειμώνα με τη βαλίτσα του και το σακίδιό του από το άδειο πλοίο στο άδειο λιμάνι της Αντιπάρου, δεν έχουμε απλά μια πρώτη εικόνα του, είναι σαν να ξέρουμε πάνω κάτω και ποιος είναι: ένας άνθρωπος εκτός εποχής κι εκτός τόπου, ένας άνθρωπος που έχει καταστεί -αν δεν ήταν και πάντα- «irrelevant», ένας άνθρωπος που δεν ήρθε για να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή και να κατακτήσει το νησί, ένας άνθρωπος ημιπαραιτημένος και ημιπαρατημένος, ένας άνθρωπος που πρέπει να προέρχεται από ψυχικά τοπία εξίσου έρημα με αυτά του χειμωνιάτικου πλοίου της γραμμής και του χειμωνιάτικου θερινού προορισμού.

Ο δήμαρχος θα τον υποδεχθεί αυτοπροσώπως, θα τον βοηθήσει και με τις βαλίτσες, θα του δείξει πού είναι το σπίτι που θα μένει και πού το ιατρείο του. Όλα δίπλα. Κι όλοι τους ξέρουν όλους εδώ με το μικρό τους όνομα. Ο Κωστής είναι ο νέος γιατρός του νησιού. Αλλά είναι προφανές ότι δεν πήγε εκεί με μεράκι, είναι προφανές ότι πήγε εκεί επειδή τα πράγματα στη ζωή δεν του πήγαν όπως θα ήθελε. Στην πορεία της ταινίας θα μάθουμε ελάχιστες πληροφορίες για το παρελθόν του κι αυτές εντελώς αόριστες. Και δεν μας λένε κάτι που δεν βλέπουμε ή που δεν διαισθανόμαστε από αυτά τα πρώτα πλάνα και τις πρώτες συζητήσεις με τους ντόπιους.

Αλλά τα μικρά κυκλαδονήσια είναι δυο διαφορετικοί τόποι σε συσκευασία του ενός: την καταθλιπτική επαρχία της χειμερίας νάρκης διαδέχονται οι φουλ ρυθμοί των τουριστικών κυμάτων. Όταν ένας ντόπιος (ο πάντα αποτελεσματικός στις κινηματογραφικές του εμφανίσεις Γιάννης Τσορτέκης) τού εξηγεί πως το καλοκαίρι το νησί είναι πήχτρα στις γυναίκες (δεν χρησιμοποιεί τον όρο γυναίκες, αλλά μετωνυμικά το γεννητικό τους όργανο, καθώς μάλλον στο μυαλό του ένα και το αυτό είναι), ο Κωστής του απαντάει πως είναι μεγάλος πια για αυτά.

Πόσο μεγάλος άραγε; 42 μαθαίνουμε. Υπάρχει πάντα η ηλικία που όντως είσαι, με τον αδιαμφισβήτητο και καθοριστικότατο αντικειμενικό της ρόλο, υπάρχει πάντα και η ψυχική σου διάθεση ως προς την ηλικία που είσαι και τη ζωή, που παίζει κι αυτή το δικό της αδιαμφισβήτητο και καθοριστικότατο υποκειμενικό της ρόλο.

Τα μικρά κυκλαδονήσια είναι δυο διαφορετικοί τόποι σε συσκευασία του ενός

Ο Κωστής λοιπόν πήγε να ζήσει σε ένα μέρος που διέπεται από δυο ριζικά διαφορετικές συνθήκες. Η χειμερινή Αντίπαρος των οκτακοσίων κατοίκων και η καλοκαιρινή που γίνεται ο κακός χαμός. Πήγε, άραγε, εκεί ελπίζοντας στην καλοκαιρινή Αντίπαρο; Δεν προκύπτει και τόσο. Πιθανώς να δεχόταν να πάει και σε μη τουριστική επαρχία αν εκεί προέκυπτε κάποια θέση γιατρού. Παρά ταύτα η παραίτηση δεν είναι απόλυτο μέγεθος, έχει διαβαθμίσεις. Και ο Κωστής δεν είναι τελείως παραιτημένος. Κι έτσι, ενώ δεν είναι εντελώς απίθανο να πέρναγε το καλοκαίρι του μη ψαχνόμενος καθόλου, να πέρναγε το καλοκαίρι του όπως και το χειμώνα του, μια παρέα νέων εισβάλλει κυριολεκτικά στο ιατρείο. Και ξαφνικά η ζωή τον τραβάει απ’ το μανίκι. Κι εκείνος ανταποκρίνεται στο κάλεσμα.

Κι ενώ από την παρέα των πέντε αυτών εικοσάχρονων αγοριών και κοριτσιών διαφόρων εθνικοτήτων είναι η Άννα που θα του μιλήσει με νάζι, είναι η Άννα που θα του μιλήσει φιλικά και με μια υποψία φλερτ, είναι σε αυτή την υποψία που θα ανταποκριθεί κι αυτή η υποψία που θα τον ξυπνήσει και θα τον κινήσει, το γεγονός παραμένει πως εκείνο που αλλάζει διαμετρικά τον ως τότε τρόπο ζωής του στο νησί δεν ήταν μόνο η Άννα. Ένας σίφουνας μπήκε στο ιατρείο του, ένας σίφουνας νιάτων, ένας σίφουνας μιας άλλης ζωής, που είτε ανήκει στο μακρινό παρελθόν του, είτε ενδεχομένως και να μην έζησε ποτέ σε τέτοια έκταση.

Έκτοτε λοιπόν ο Κωστής αρχίζει να ζει για αυτό. Περιμένει πώς και πώς να πάει τρεις το μεσημέρι, να κλείσει το ιατρείο και να τρέξει στο κάμπιγκ των γυμνιστών που ζει η παρέα. Ο ορισμός του αντιτουριστικού τύπου, με το παράταιρο καπέλο του, πασαλειμμένος με στρώματα αντηλιακό, κάνοντας βουτιά και κρατώντας το καπέλο του έξω από το νερό για να μη βραχεί. Από τα ημίγυμνα σώματα των μεγάλων ανθρώπων που έβλεπε όλο το χειμώνα, τώρα ολόγυμνα νεανικά σώματα στην παραλία. Ο Κωστής θα πάει στην παρέα, θα αρχίσει να είναι μαζί της τα μεσημέρια στη θάλασσα και τα βράδια στα μπαρ και τις ντίσκο.

Αρχίζω να νιώθω ξανά, δεν σημαίνει ότι από εκεί που είχα πάψει να νιώθω, τώρα θα νιώθω μόνο ωραία

Μπορεί το να κλείνεσαι στον εαυτό σου, το να παραιτείσαι, το να μη ζεις, να είναι κάτι που κανείς δεν θα επαινέσει, κανείς δεν θα υπερασπιστεί καν -και πολύ καλά θα κάνει δηλαδή- απλά τα πράγματα στη ζωή σχεδόν ποτέ δεν είναι άσπρο – μαύρο. Ή αν η αντιδιαστολή μεταξύ του να ζεις και του να φυτοζωείς είναι η αντιδιαστολή μεταξύ άσπρου και μαύρου, είναι πάντως ένα άσπρο κι ένα μαύρο που έχουν κι αυτά υπέρ και κατά. Αν αποφασίσεις να ανοιχτείς, να νιώσεις και να ζήσεις, θα πάρεις μαζί σου πακέτο και τα σχετικά ρίσκα. Αρχίζω να νιώθω ξανά, δεν σημαίνει ότι από εκεί που είχα πάψει να νιώθω, τώρα θα νιώθω μόνο ωραία. Αρχίζω να νιώθω ξανά, σημαίνει ότι είναι εξαιρετικά πιθανό -αν όχι και βέβαιο- πως κάποια στιγμή θα πονέσω. Κι αν έχω ξεσυνηθίσει μάλιστα θα πονέσω και πολύ.

Υπό αυτή την έννοια το μότο της ταινίας «Κάποιοι μαυρίζουν. Άλλοι καίγονται» δεν είναι ακριβές. Ακόμα κι αν δεν καίγονται τώρα, όλοι σε κάποια φάση της ζωής τους κάηκαν. Το δίπολο δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν να χειρίζονται τον ήλιο και σε αυτούς που δεν ξέρουν, το δίπολο δεν είναι ανάμεσα σε αυτούς που ο ήλιος κάνει ποθητή την επιδερμίδα τους και σε αυτούς που τσουρουφλίζονται. Το δίπολο είναι ή μακριά από τον ήλιο ή κοντά του.

Είναι βγαίνω ή δεν βγαίνω στον ήλιο. Άπαξ και βγεις, αργά ή γρήγορα θα καείς. Και θα ξανακαείς. Το δίπολο τελικά είναι αν προτιμώ να μην ζήσω για να μην πονέσω ή αν λέω θα ζήσω κι ας καώ, χαλάλι. Είναι ο ήλιος, είμαι άνθρωπος, μια ζωή μου αναλογεί και χρόνια που περνάνε γρήγορα, θέλω να τον δω όσο περισσότερο μπορώ, θέλω να εκτεθώ όσο περισσότερο μπορώ, με αντηλιακό ή χωρίς, με εμπειρία ή χωρίς, με φίλτρα ή χωρίς, με ανοικτό μυαλό ή χωρίς κι ό,τι γίνει ας γίνει, χρόνο για να πεθάνω θα έχω άφθονο μόλις πεθάνω.

Το «Suntan» ενώ είναι πολύ διαφορετική ταινία από την προηγούμενη του Αργύρη Παπαδημητρόπολου, το «Wasted Youth» μοιράζεται όμως μαζί της και μια βασική εμμονή. Όπως λέγαμε τότε για το «Wasted Youth»: Ο κόσμος των εφήβων και ο κόσμος των σαραντάρηδων είναι το βασικό αντιστικτικό μοτίβο της ταινίας.

Από τη μια πλευρά η ελευθερία που ψάχνεται, η ορμή που δεν καταλαγιάζεται, τα νιάτα που ο μόνος (;) τρόπος για να τα ζήσει κανείς είναι σπαταλώντας τα και που η έννοια «σπατάλη» δεν είναι αντίθετη αλλά σύμφυτη με την έννοια «ζωή», και από την άλλη η στέρηση της ελευθερίας, το τέλος του ψαξίματος, το κλείδωμα, ο συμβιβασμός, η παραίτηση. Και το ενδιαφέρον είναι ότι ο σαραντάρης ήρωας του Wasted Youth, ενώ είναι σαν τον Κωστή, κλειδωμένος και παραιτημένος, σε αντίθεση με εκείνον, η ζωή του τα είχε φέρει περίπου όπως τα περίμενε.

Ενώ όλα όσα συμβαίνουν στο «Suntan» μπορείς να τα συνοψίσεις σε λίγες γραμμές, ενώ μοιάζουν στην πορεία του να επαναλαμβάνονται μοτίβα και σκηνές, παρά ταύτα δυσκολεύομαι να σκεφτώ μια σκηνή αχρείαστη, αφού o Παπαδημητρόπουλος με τον μοντέρ του Nαπολέοντα Στρατογιαννάκηβρήκαν έναν ρυθμό στην ταινία όπου όλα έχουν το νόημά τους και τη θέση τους και όπου, τρόπον τινά, οι επαναλαμβανόμενες αυτές σκηνές προωθούν την ιστορία όσο δεν την προωθεί το πολύ λιτό σενάριο.Παραδόξως, η μόνη σκηνή που βρήκα ότι τράβηξε ίσως λίγο παραπάνω από ό,τι θα έπρεπε είναι η τελευταία.

Το σενάριo μπορεί να είναι λιτό, αλλά είναι λειτουργικό, ξέρει από πού ξεκινάει και πού θέλει να πάει, δίνει στην ταινία μια στέρεα βάση

Το σενάριo μπορεί να είναι λιτό, αλλά είναι λειτουργικό, ξέρει από πού ξεκινάει και πού θέλει να πάει, δίνει στην ταινία μια στέρεα βάση για να χτίσει πάνω της κι ενώ χτίζεται κάτι δυνατό, θα μπορούσε ίσως να έχει σκαλιστεί περισσότερο στους χαρακτήρες, στις λεπτομέρειες, στα συμβάντα, με τρόπο που δεν θα υπονόμευε την αναμφισβήτητη πρωτογενή δύναμη που έχει, ώστε να κάνει αυτή την καλή ταινία, ακόμη καλύτερη.

Ο χαρισματικός Μάκης Παπαδημητρίου σκηνοθετείται από τον Παπαδημητρόπουλο με τρυφερότητα και σε αντάλλαγμα παίρνει την ταινία στις πλάτες του και μας βάζει τελείως μέσα στον χαρακτήρα του. Μπορεί να μην ταυτιστούμε με ό,τι κάνει, μπορεί να εκπλαγούμε από αυτά που λέει και κάνει. Αλλά πάντως είμαστε εκεί δίπλα του. Στο «Suntan», Παπαδημητρόπουλος και Παπαδημητρίου μάς χάρισαν έναν ολοζώντανο ήρωα. Η ταινία τελειώνει, ο Κωστής όμως είναι κάπου δίπλα σου και θα αργήσει μάλλον να φύγει και θα θελήσεις μάλλον να τον ξαναεπισκεφτείς γιατί είναι αληθινός, έχει οστά και σάρκα που καίγεται.

elculture