του Γιάννη Αγγελάκη

(μέρος Β) – Διαβάστε εδώ το μέρος Α’ του αφιερώματος “Κορωνοϊός και τεχνολογία”

Η αλήθεια είναι ότι αρχικά μπροστά στον κίνδυνο μίας αόρατης και άγνωστης βίας με την οποία ήρθε αντιμέτωπος, ο άνθρωπος αναζήτησε καταφύγιο.

Στην Αρχαία Ελλάδα ο ικέτης που προσέφευγε σε «ιερό άσυλο» – έστω και αν ήταν δολοφόνος, στασιαστής, σφετεριστής της νόμιμης εξουσίας, τύραννος – ήταν θεωρητικά προστατευμένος από οποιασδήποτε μορφής βία.

Στο μεσαίωνα η εκκλησία ήταν καταφύγιο, στο οποίο οι κατατρεγμένοι μπορούσαν να αναζητήσουν άσυλο.

Όμως σε αυτή την καταστροφή, ουδείς πιστός – ακόμα και ο πιο πράος άνθρωπος – μπορεί να βρει καταφύγιο και ν’ ακούσει λόγια στήριξης.

Αυτός που αναζητεί καταφύγιο μπορεί να είναι ο ίδιος που μεταφέρει μαζί αυτό το οποίο τον ωθεί να αναζητεί άσυλο. Μπορεί να μεταφέρει μαζί του τη βία από την οποία προσπαθεί να διαφύγει. Κάθε ένας που ζητά άσυλο είναι εν δυνάμει αυτός που θέτει σε κίνδυνο όσους αναζητούν άσυλο, είναι ένας εν δυνάμει δούρρειος ίππος.

Ο άνθρωπος της εποχής της πανδημίας μαθαίνει ότι το μόνο ασφαλές άσυλο είναι η μοναξιά του. Καλείται να αγαπήσει την μοναξιά του.

Τα σπίτια μετατράπηκαν στους τόπους εξορίας. Η εξορία έγινε επιθυμία. Η συνειδητή επιλογή της εξορίας αποτέλεσε μία ευθύνη ατομική που κλήθηκε ο άνθρωπος να αναλάβει, για το καλό του. Όμως η μη αποδοχή της ευθύνης, ακολουθούσε η τιμωρία.

Ζήσαμε μέσα σε ατομικές Σπιναλόγκες της θετικής ενέργειας, όπου μόνο εντός τους μπορούσαμε να είμαστε ασφαλείς και να μην αποτελούμε κίνδυνο για τους άλλους.

Αλλά η απομόνωση επεκτάθηκε και έξω από τα σπίτια.

Ο άνθρωπος περπάτησε στους άδειους δρόμους.

Αν και η παρουσία κάποιου άλλου ανθρώπου αυτόματα τον έλκει κοντά του, καθώς πλησιάζει, το συναίσθημα που επικρατεί είναι ο φόβος. Ο κάθε άνθρωπος είναι πρώτα και κύρια εν δυνάμεις φορέας.

Έμαθε να σκέφτεται τις αποστάσεις και αισθάνεται άβολα όταν κάποιος δεν αντιλαμβανεται ότι έχει παραβιάσει τα όρια ασφαλείας τα οποία επιτρέπονται, όταν με κάποιο τρόπο πλησίαζε τα νοητά σύνορά μέσα στα οποία είναι ασφαλής. Καμία οικειότητα δεν επιτρέπει την διαπέραση τους.

Το σύνορο δεν τέθηκε αυθαίρετα. Βασίζεται σε μία γνώση την οποία μοιράζονται αυθεντίες, ειδικοί και επιστήμονες. Κουβαλά το κύρος τους.

Στην αρχή το όριο ασφαλείας μεταξύ των ατόμων ορίστηκε στα δύο μέτρα. Μετά, πήγε στα 4 μέτρα. Κάποιοι επιστήμονες υποστήριξαν ότι ο ιός μπορεί να μεταφερθεί και από 8 μέτρα απόσταση. Παρουσιάστηκαν απεικονίσεις του φαινομένου όπου ο ιός διασπείρεται σε πολύ μεγάλες αποστάσεις πάνω σε ανυποψίαστους ανθρώπους.

Συζητήθηκε η ανάγκη δημιουργίας ειδικής τεχνολογίας που θα διασφαλίζει την τήρηση των ορθών αποστάσεων ασφαλείας μεταξύ των ατόμων, όπως ήδη υπάρχουν προγράμματα που ενημερώνουν για το ποιος απειλείται από το να κολλήσει τον Covid-19.

Κάποιοι πολιτικοί προχώρησαν ένα βήμα παραπάνω και πρότειναν, την τοποθέτηση τεχνολογίας που θα ειδοποιεί για τη μη τήρηση των απαραίτητων αποστάσεων.

Δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα, όμως διαρκώς υπενθυμίζεται ότι είναι η επιστημονική αυθεντία που εγγυάται την προστασία της ζωής.

Ο άνθρωπος της πανδημίας εμπεδώνει ότι δε μπορεί πραγματικά να εμπιστευθει ούτε τον εαυτό του.

Το άτομο δεν γνωρίζει πραγματικά αν είναι άρρωστος ή υγιής μια δεδομένη στιγμή αφού ο ιός έχει την ιδιότητα να μην παράγει συμπτώματα για αρκετές ημέρες ή ανά περιπτώσεις να μην παράγει καθόλου συμπτώματα.

Κάποιος μπορεί να μεταφέρει τον ιό χωρίς να το γνωρίζει.

Δίχως να γνωρίζει πραγματικά αν είναι φορέας ή όχι, ο άνθρωπος της πανδημίας οφείλει διαρκώς να προστατεύει τον εαυτό για να προστατεύσει τον συνάνθρωπό του.

Πριν τον ερχομό της πανδημίας, στις σύγχρονες κοινωνίες του δυτικού κόσμου, η μοναξιά είχε μετατραπεί σε επιδημία. Η μοναξιά, τώρα αναγνωρίζεται ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο από την πανδημία.

Από το μινιμαλισμό των λίγων επιλεκτικών σχέσεων ως μία επιλογή απελευθέρωσης από ανθρώπινους δεσμούς που δεν είναι αναγκαίοι ή που αποτελούν βάρος ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να αφοσιωθεί σε «αυτά που έχουν πραγματικά σημασία» – δηλαδή στη βελτίωση του παραγωγικού εαυτού του οποίου επιζητεί την ανάδειξη της «αληθινής», απελευθερωμένης από όλα τα περιττά ουσίας του, ο άνθρωπος τώρα, εν μέσω της πανδημίας του κορωνοϊού, καλείται να επιλέξει την μοναξιά των λίγων επιλεκτικών σχέσεων ως μία πράξη ατομικής ευθύνης, για το καλό της κοινωνίας, για να διασφαλίσει την υγεία του και τη δημόσια υγεία.

Καλείται να επιλέξει ελεύθερα τη μοναξιά του, να επανακαθορίσει το νόημά της, να είναι μόνος αλλά να μην αισθάνεται μοναχικός.

Μετά, όταν καταφέρει να αναδείξει την «αληθινή» ουσία της, θα μπορεί να παρουσιάσει τις θετικές κρυφές πτυχές της σε αυτούς που δε μπορούν να τις διακρίνουν, ως το αποτέλεσμα της ηθικής ανωτερότητάς του, μια ηθική επιλογή που οδηγεί στην ανακάλυψη του αληθινού εαυτού.

Δεν αρκεί να κάνεις αυτό που πρέπει, ο άνθρωπος της πανδημίας οφείλει να το επιθυμεί.

Η μοναξιά, μπορεί πάντα να είναι μια ελεύθερη επιλογή, όπως και η διαρκής παρακολούθηση.

Μπορούν να αποτελούν πράξεις ευθύνης προς τον εαυτό και την κοινωνία.

Σα σ’ ένα δυστοπικό νεοφιλελευθερισμό το άτομο που ενδιαφέρεται για τον εαυτό και λαμβάνει αποφάσεις με βάση την προστασία του αναδεικνύεται στον απόλυτο προστάτη του κοινωνικού συνόλου. Όσο πιο πολύ το άτομο επιτυγχάνει την ατομική του ασφάλεια, όσο αναλαμβάνει την ευθύνη της διασφάλισης της υγείας του, όσο πιο πειθήνιος είναι, τόσο περισσότερο διασφαλίζει την ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου.

Η επιτυχία του διασφαλίζει τη δημόσια υγεία.

Η ανθρώπινη επαφή εν καιρώ καραντίνας ποινοκοποιήθηκε. Οι ποινές επιβλήθηκαν για την προστασία του εαυτού και της κοινωνίας.

Λογικά προκύπτει ότι η όποια ποινή, δεν επιβλήθηκε πλέον σε έναν άνθρωπο που βιώνει τους περιορισμούς που του επιβάλλονται ως στέρηση της ελευθερίας του, αλλά σε αυτόν που είναι αδύνατος πνευματικά και ανεύθυνος κοινωνικά, που δεν είναι ικανός να επιλέξει ελεύθερα τη μοναξιά του λόγω χαμηλής αντιληπτικής ικανότητας (σε αντίθεση με την υψηλή αντιληπτική ικανότητα των επιστημόνων και ειδικών) και αδυνατεί ως εκ τούτου να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Πράττει ενάντια στο συμφέρον το δικό του και της κοινωνίας. Είναι ένας ηλίθιος.

Η βία, τότε, δεν είναι η επιλογή του κράτους να ασκήσει βία πάνω σε αυτούς που δεν πειθαρχούν, αλλά προκύπτει ως το αποτέλεσμα της αδυναμίας του ατόμου να συνειδητοποιήσει το συμφέρον του και να πράξει ανάλογα. Είναι η αναγκαιότητα για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος μα κυρίαρχα της δημόσιας υγείας που την επιβάλλει, απέναντι σε ένα άτομο που είναι ένοχο για την χαμηλή αντιληπτική ικανότητα και την αδυναμία του να δράσει ως υπεύθυνος πολίτης και που, ως εκ τούτου, αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και την κοινωνία και μάλιστα των πιο αδύναμων και ευπαθών ομάδων της κοινωνίας.

Είναι ο σεβασμός απέναντι στους πολίτες – της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας που τηρεί τα μέτρα και ακολουθεί τις οδηγίες – που επιβάλλει τη βία εις βάρος των αδύναμων να υπακούσουν και των ανεύθυνων που δε θέλουν να υπακούσουν.

Η μορφή της αρρώστιας η οποία στο αρχικό της στάδιο δε δίνει συμπτώματα μετατρέπει τον καθένα σε εν δυνάμει φορέα. Δε χρειάζεται να αποδειχθεί ότι είναι, αρκεί η πιθανότητα ότι είναι. Ο κάθε ένας είναι εν δυνάμει άρρωστος.

Εκ τούτου προκύπτει ότι η αρρώστια είναι και ο φόβος της αρρώστιας.

Δεν χρειάζεται να έχεις τον ιό, ο φόβος του ιού αρκεί.

Αν όμως όλοι αποτελούν εν δυνάμει φορείς, σίγουρα πιο επικίνδυνοι φαντάζουν οι εκκεντρικοί.

Εν μέσω πανδημίας ο άνθρωπος εμπιστεύεται αυτό που του μοιάζει περισσότερο. Ο φόβος για τον ιό μετατρέπεται σε φόβο για τον συνάνθρωπο, περισσότερο για τον συνάνθρωπο που είναι διαφορετικός, ο οποίος εξαιτίας της διαφορετικότητάς και αντισυμβατικότητάς του μετατρέπεται σε επικίνδυνο, πιθανά παθογόνο. [3, 4]

Αποδέχεται ότι ο καθένας είναι ένας εν δυνάμει κίνδυνος για την κοινωνική σταθερότητα η οποία διασφαλίζεται μόνο με τον κομφορμισμό και την οικειοθελή απομόνωσή.

Γιατί «υπευθυνότητα είναι να συμπεριφέρεσαι σαν να έχεις τον ιό και φοβάσαι μη τον μεταδώσεις».

Φτώχια και πανδημία, δύο φαινόμενα που μοιάζουν

Η επιλογή της αυτο-εξορίας για κάποιους είναι πιο εύκολη από κάποιους άλλους.

Οι πλούσιοι μπορούσαν να αυτο-εξοριστούν σε παραδεισένια σπίτια σε εξωτικά νησιά ενώ άλλοι το μόνο που είχαν είναι ένα μικρό δωμάτιο σε ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους. Κάποιοι δε μπορούσαν να επιλέξουν την εξορία τους αφού έπρεπε να εργάζονται.

Καποιοι δεν έχουν σπίτι.

Πολλές φορές αυτοί που δεν έχουν σπίτι, δεν γεννήθηκαν και στη δική μας χώρα.

Η αδυναμία τους να μείνουν μέσα στα σπίτια που δεν έχουν ή η αναγκαστικότητα να βγουν έξω από τα τα σπίτια τους για να επιβιώσουν, επισύρει τιμωρίας. Οι ποινές επιβάλλονται για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο που αποτελεί η ύπαρξή τους.

Ο μέσος συμπολίτης μας νοιώθει ανασφάλεια για όσα του επιφυλάσσει το μέλλον και ακολουθεί πιστά τις συμβουλές των ειδικών. Εκνευρίζεται με όσους δε μπορούν να πειθαρχήσουν τους εαυτούς τους. Και οι φτωχοί που φταίνε για τη φτώχεια τους είναι τόσο απείθαρχοι.

Ο Όργουελ είπε ότι «οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένο ότι έχουν το δικαίωμα να κάνουν κύρηγμα και να προσεύχονται γι’ αυτόν που το εισόδημά του πέφτει κάτω από ένα επίπεδο». Είπε επίσης ότι η ουσία της φτώχιας είναι ότι εξαφανίζει το μέλλον.

Όταν εισαι φτωχός και πεινασμένος τα σχέδια για το μέλλον δεν έχουν σημασία. Το μόνο που ενδιαφέρει τον πεινασμένο είναι να βρει τρόπο να γεμίσει το άδειο στομάχι του. Το σήμερα που ορίζεται από το στομάχι που είναι άδειο έχει μεγάλη σημασία, όχι το άγνωστο αύριο και ότι θα φέρει αυτό.

Η πανδημία του κορωνοϊού μοιάζει με τη φτώχεια από την άποψη ότι στερεί τον άνθρωπο από την ικανότητα να φαντασθεί το μέλλον.

Για τους ανθρώπους που ζουν μέσα στον φόβο και στην απελπισία, αυτό που έχει σημασία είναι να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα του σήμερα, γιατί η ανάλωση στο τι μπορεί να φέρει το μέλλον φαντάζει μία ανούσια χρονοτριβή και συγχρόνως η προοπτική του μέλλοντος είναι τρομακτική.

Αποτελεί συνθήκη επιβίωσης η αφοσίωση στο τώρα.

Όμως, η αίσθηση ενός άδειου στομαχιού που πρέπει να γεμίσει, είναι πιο δυνατή από τον κίνδυνο του κορωνοϊού.

Όταν ακόμα βρισκόμασταν στην πρώτη περίοδο της επιδημίας, ένας ποδοσφαιριστής που είχε μεγαλώσει μέσα στη φτώχια είχε πει ότι:

«Πεθαίνει περισσότερος κόσμος από πείνα, από φτώχεια, από βία και επειδή μένει στον δρόμο, απ’ ότι από έναν ιό».

Η δήλωση αυτή δημιούργησε αντιδράσεις. Θεωρήθηκε ότι η επισήμανση ότι η φτώχια είναι αιτία θανάτου δε θα έπρεπε να είχε γίνει τώρα. Ότι το να μιλάς για την πείνα εν μέσω της πανδημίας κατ’ ένα τρόπο υποβίβαζε την βαρύτητα που έπρεπε να δώσει ο άνθρωπος στην πανδημία.

Αλλά η δύναμη της πείνας είναι πιο δυνατη από οποιαδήποτε πανδημία. [5]

Η φτώχεια και η πανδημία είναι δύο φαινόμενα που μοιάζουν αλλά είναι ταυτόχρονα πολύ διαφορετικά.

Για τη φτώχεια και τις συνθήκες ζωής που συνεπάγεται μπορεί να κατηγορηθεί ο φτωχός, όμως για την πανδημία δε μπορεί να κατηγορηθεί ο άνθρωπος που ζει υπό το καθεστώς της.

Ο άνθρωπος της πανδημίας δε φταίει για τις πράξεις ενός θεού του οποίου οι βουλές είναι άγνωστες ή ενός ιού που δε λειτουργεί με βάση τις βουλές του ανθρώπου. Όμως ο φτωχός έχει την ευθύνη της φτώχιας του και των κακών αποφάσεών του, ακόμα και αν πολλές από τις λανθασμένες αποφάσεις του οφείλονται στην πείνα και στη φτώχια του. Συνεχίζει να λαμβάνει λανθασμένες αποφάσεις και υπό το καθεστώς της πανδημίας, γιατι το λάθος είναι αναγκαίο για την επιβίωσή του.

Το κήρυγμα που θα δεχθεί το θύμα της πανδημίας θα έχει στον πυρήνα του την κριτική της αδυναμίας του να υπακούσει. Πολλές φορές αυτοί που δε μπορούν να υπακούσουν λόγω των συνθηκών της ζωής τους είναι οι φτωχοί. Ο φτωχός θα κατηγορηθεί για τη φτώχεια του που γιγαντώνει τις συνέπειες της πανδημίας. Φταίει ο φτωχός για τη φτώχια του, οι κακές αποφάσεις που λαμβάνει, δε φταίει η πανδημία. Φταίει το θύμα της πανδημίας. Αυτός που φοβάται την πείνα περισσότερο από τον ιό.

Ο άνθρωπος μέσα στην πανδημία, είναι απόλυτα ξεκάθαρο, μοιράζεται την κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων που αποδέχονται ότι αυτό που προέχει δεν είναι τα σχέδια για το μέλλον.

Σταματά να σκέφτεται τις συνέπειες που θα έχουν στη ζωή του οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα, υπό το καθεστώς της πανδημίας. Όμως, κάποια στιγμή η πανδημία θα τελειώσει, οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα μείνουν μαζί μας για το μέλλον.

Σε αυτό διαφέρει η πανδημία από την φτώχεια.

Οι πανδημίες αλλάζουν το μέλλον ενώ η φτώχεια είναι πάντα φτώχια. Ένα φαινόμενο για το οποίο ποτέ δε λαμβάνεται κανένα ουσιαστικό μέτρο πραγματικής αντιμετώπισής του, παρά μόνο από τους ίδιους τους φτωχούς που συνήθως πέρνουν λάθος αποφάσεις. Πέρνουν λάθος αποφάσεις όχι επειδή είναι ανίκανοι να λάβουν τις σωστές αποφάσεις αλλά επειδή είναι φτωχοί. Και οι πανδημίες εντείνουν τις αντιθέσεις, μεγαλώνουν το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Όσο δεν αντιμετωπίζεται η πανδημία, τόσο μεγαλώνει ο αριθμός των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχιας, που εξ ανάγκης λαμβάνουν κακές αποφάσεις που επιδεινώνουν την κατάσταση. Όσο δεν αντιμετωπίζεται η φτώχεια, τόσο οι συνέπειες της πανδημίας γίνονται πιο μεγάλες. Μαζί, παγιώνουν μία νέα κανονικότητα μεγαλύτερων αντιθέσεων που η σταθερότητά της διασφαλίζεται από την επιστημονική παρακολούθηση και την επιτήρηση.

Ο άνθρωπος αφοσιώνεται στο τώρα, αλλά το μέλλον αλλάζει.

 

Αναφορές:

  1. David Robson, The fear of coronavirus is changing our psychology, https://www.bbc.com/future/article/20200401-covid-19-how-fear-of-coronavirus-is-changing-our-psychology
  2. Justin H.Park, Florianvan Leeuwen, Ian D.Stephenb, Homeliness is in the disgust sensitivity of the beholder: relatively unattractive faces appear especially unattractive to individuals higher in pathogen disgust, https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S1090513812000232
  3. Παίκτης Μπόκα για κορωνοϊό: Πεθαίνει περισσότερος κόσμος από την πείνα από έναν ιό, https://agonaskritis.gr/%cf%80%ce%b1%ce%af%ce%ba%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%cf%80%cf%8c%ce%ba%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%89%ce%bd%ce%bf%cf%8a%cf%8c-%cf%80%ce%b5%ce%b8%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%cf%80/
Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

N.

Αφήστε ένα σχόλιο