Τέχνη & Πολιτισμός

Καίτη Δρόσου, ή πώς να γερνάς αντίστροφα -της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου

By N.

February 08, 2016

«Ακολούθα, μου λένε,

το μεγάλο ποτάμι που για σένα,

τη στιγμή τούτη ανοίχτηκε

Ιδού, ο οβολός σου

για τον πορθμέα»

(Καίτη Δρόσου, από την ποιητική

της συλλογή Οι τοίχοι τέσσερις, Κείμενα,1985)

Την προηγούμενη Τρίτη πέθανε η ποιήτρια και δημοσιογράφος Καίτη Δρόσου σε ηλικία 94 ετών. Δεν θα γράψω «έφυγε» — της άρεσαν τα σταράτα λόγια, κι ας είναι ενίοτε σκληρά. «Τίποτα δεν υπάρχει μετά, σκοτάδι, σκοτάδι, τίποτα», μου είχε πει κάποτε που μιλούσαμε για τον θάνατο.

Από το 1967 ζούσε στο Παρίσι, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα. Αυτοεξόριστη. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που με τη μεσολάβηση του Λουί Αραγκόν είχε συνδράμει πολλούς Έλληνες που είχαν φύγει στη Γαλλία, δασκαλεμένο για την «περίπτωση», δεν έκανε τίποτα για κείνη και τον σύντροφό της Άρη Αλεξάνδρου. Δεν το ζήτησαν ούτε εκείνοι. Η απομόνωση του αποδιοπομπαίου αντιρρησία συνείδησης Αλεξάνδρου υιοθετήθηκε από το αδελφό κόμμα. Επί δεκαπέντε χρόνια, η Καίτη Δρόσου, ήταν αναγκασμένη να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο για να μπορέσει να επιζήσει. Ο Αλεξάνδρου, οδοκαθαριστής και νυχτοφύλακας.

Η Καίτη πέθανε μόνη, διαβάζοντας, γράφοντας, όπως έκανε πάντα. Το μυαλό της λειτουργούσε άριστα. Η ψυχή της το ίδιο.

«[…] κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,

 (δεν είναι τούτο η λύπη μου — η λύπη μου

 είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου»

 Αυτοί οι στίχοι του αγαπημένου της Γιάννη Ρίτσου από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος είναι σαν να γράφτηκαν για κείνη. Η Καίτη Δρόσου είχε αντιστρέψει την συνήθη πορεία κι εξέλιξη των ανθρώπων στον χρόνο. Τη στιγμή που οι άλλοι γερνούσαν υποχωρώντας με συγκατάβαση, συμβιβαζόμενοι, αποδεχόμενοι, η Καίτη γερνούσε επαναστατώντας, αντιδρώντας. «Τώρα μη σε δω να κλάψεις» μου είχε πει κάποτε, σε δύσκολη στιγμή, «να θυμώσεις θέλω! Θύμωνε! Θύμωνε!» Η Καίτη ήταν νέα, επειδή παρέμενε –ή μάλλον γινόταν με τα χρόνια, όλο και πιο πολύ– επαναστάτρια.

Αγανακτούσε και μιλούσε. Δεν ήταν πάντα αρεστή. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αγώνα για την αλήθεια που πανταχόθεν κουκουλωνόταν ή διαστρεφόταν επιμελώς. Διατηρούσε ασίγαστο το ενδιαφέρον της για την ιστορία, την πολιτική, την ποίηση. Ξεκοκκάλιζε καθημερινά τη Monde, διάβαζε καθετί που αφορούσε την εξέλιξη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην πρώην ΕΣΣΔ, κυρίως όλα όσα αποδείκνυαν το λάθος, το αδειανό «κιβώτιο» της πολιτικής της πορείας. Διάβαζε τους απαγορευμένους Ρώσους ποιητές σε γαλλική μετάφραση, αλλά και στα ρωσικά. Περπατούσε χιλιόμετρα ολόκληρα μέχρι που την εγκατέλειψαν οι δυνάμεις της· κατέβαινε κάθε χρόνο στην Ελλάδα, για να επισκεφθεί τα Κύθηρα, να περάσει μερικές μέρες στην Κυψέλη, να δει την πολυαγαπημένη εγγονούλα της, να φροντίσει για το αρχείο του Άρη που στο τέλος αποφάσισε και –σωστά κρίνοντας– το παραχώρησε στο ΕΛΙΑ. Στις αφηγήσεις της θυμόταν εκπληκτικές λεπτομέρειες από τη ζωή της, ήταν σε θέση να κάνει βιβλιογραφικές αναφορές, να σχολιάζει λογοτεχνικά έργα, να κρίνει την ακρίβεια μεταφράσεων ακόμα και από τα ρωσικά, που με τη βοήθεια λεξικού καταλάβαινε πολύ καλά.

Η Καίτη ταλανιζόταν συνεχώς από τη νοσταλγία και την πίκρα συγχρόνως, που προκαλούσε ο ακάματος καθημερινός της αναστοχασμός. Οι απώλειές της –πρώτα ο Άρης Αλεξάνδρου, ύστερα ο Γιάννης Ρίτσος, και τελευταίο και πολύ οδυνηρό χτύπημα, ο γιος της Άγγελος Καμπάνης– της είχαν κληροδοτήσει το πένθος, μόνιμο πια στο τέλος της ζωής της. Σαν τάμα απέναντι σε αυτούς τους νεκρούς κατέθετε τη μαρτυρία της. Υπήρχαν και πράγματα που επιθυμούσε να μην ειπωθούν. Στην παραίνεσή μου «γράψ’ τα αυτά!», υπήρξε φορά που απάντησε: «Όχι. Ζουν ακόμα οι άνθρωποι».

Η κομματική της ζωή — από μικρή στις τάξεις του ΚΚΕ της είχε αφήσει βαθιά σημάδια, και όχι μόνο λόγω της σκληρής απομόνωσης που υπέστη ο Άρης. «Εσένα γιατί δεν σε διέγραψαν ακόμα»; — τη ρωτούσε ο Αλεξάνδρου με το δικό του πικρόχολο χιούμορ. «Είναι ύποπτο αυτό». Σε μια εξομολογητική της στιγμή, μου φώναξε «κουβαλάω νεκρούς στην πλάτη μου εγώ!», και όταν, έκπληκτη, τη ρώτησα τι εννοούσε αφού δεν είχε σκοτώσει κανέναν, μου μίλησε για όσους νέα κοπέλα ακόμα, γειτονιά-γειτονιά, δρόμο-δρόμο είχε πείσει και είχε επιστρατεύσει στις γραμμές του κόμματος. Ανθρώπους που αργότερα σκοτώθηκαν στις μάχες, στο βουνό, χάθηκαν στην εξορία και την πολιτική προσφυγιά.

Στις διηγήσεις της αμέσως διαπίστωνες τον έρωτα που έτρεφε ακόμα για τους δυο μεγάλους ποιητές-συντρόφους της ζωής της, τον Άρη Αλεξάνδρου και τον Γιάννη Ρίτσο. Της είμαι ευγνώμων για το πορτρέτο του Ρίτσου που μου σκιαγράφησε, υποσκάπτοντας την αγιογραφία προς την κατεύθυνση ενός όλο χιούμορ, ζεστού, οργιαστικού και συνάμα τρυφερού συντρόφου ζωής, ενός πολυτάλαντου, διονυσιακού ανθρώπου που την έκανε να γελάει με τα αληθινά ανατρεπτικά και ιερόσυλα αστεία του. Τρανή απόδειξη της μοναδικής αυτής φιλίας, βεβαίως, η έκδοση της αλληλογραφίας τους από τις εκδόσεις «Άγρα» σε επιμέλεια Λίζυς Τσιριμώκου με τίτλο Τροχιές σε διασταύρωση (εκδ. «Άγρα» 2008). Ο Αλεξάνδρου, πιο δύσκολος σαν χαρακτήρας, κλειστός, δυσπρόσιτος, της αφιέρωσε μερικά από τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα της ελληνικής ποίησης. Μου είχε πει πως όταν ο Αλεξάνδρου πρωτάκουσε τη μελοποίηση του Μιχάλη Γρηγορίου («όπου πατάς/ πέφτουν πράσινα φύλλα…») είχε κλάψει από συγκίνηση — του άρεσαν πολύ. Και δεν συγχωρούσε στον εαυτό της που κάποτε, απελπισμένη από την οικονομική πίεση, πιο γήινη εκείνη, πιο ανήσυχη, τον είχε μαλώσει που δεν «έριξε τον εγωισμό του» να κάνει σωστά, δηλαδή με μια δόση ταπείνωσης, την αίτηση για την –τελικά χαμένη– υποτροφία μιας Φιλέλληνος Γαλλίδας.

Δεν ήταν όμως αυτό η Καίτη Δρόσου – δεν ήταν μόνο η μούσα και συνομιλήτρια, η πρώτη αναγνώστρια και καλύτερη φίλη των δυο ποιητών. Ήταν η ίδια ποιήτρια. Οι τρεις συλλογές της, που σύντομα θα εκδοθούν απ’ τις εκδόσεις Πανοπτικόν στη Θεσσαλονίκη, προδίδουν ευαισθησία ανάλογη των δυο αγαπημένων της, τη νοσταλγία για την Ελλάδα, τον πόνο του χωρισμού απ’ τους αγαπημένους, την χαρά της μητρότητας, τη γενναία αποδοχή της μοναξιάς και του θανάτου. Οι μικρές της πραγματείες —Ο αποστάτης Μαγιακόβσκι και η Οκτωβριανή Επανάσταση (ύψιλον/βιβλία, 1990) και Ιωσήφ Μπρόντσκι. Ο ποιητής και η Κα-Γκε-Μπε (ύψιλον/βιβλία, 1988)–, την εποχή που γράφτηκαν με δυσεύρετες τις σχετικές πληροφορίες έσπασαν τις «αποσιωπήσεις» της επίσημης, με θρησκευτική συνέπεια υιοθετημένης και στην Ελλάδα λογοτεχνικής ιστορίας της ΕΣΣΔ.

Είναι δύσκολοι οι καιροί που διανύουμε και η Καίτη αγωνιούσε, όχι μόνο για τους φίλους και την εγγονούλα της, παρά για την πορεία όλης της Ελλάδας. Παρακολουθούσε τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις καθημερινά. Και οργίζονταν για τις χαμένες ευκαιρίες και τα όσα συνέβαιναν στην Ευρώπη. Δεν της άρεσαν. Η φωνή της, η αγανάκτηση και η έγνοια της θα λείψουν. Η κηδεία της Καίτης, μαθαίνουμε, θα γίνει στο Παρίσι. Ήθελε να ταφεί δίπλα στον Άρη Αλεξάνδρου, να σφραγίσει έτσι οριστικά την εξορία.

«Σταυρώθηκα μόνη μου/ Μη με ξεχνάτε», είχε γράψει σε ένα ποίημα της. Δεν την ξεχνάμε.

Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου είναι σλαβολόγος και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

 

 

Πηγή