Τέχνη & Πολιτισμός

Η Κίναρος μέσα μας

By N.

August 27, 2016

Από τον Άγγελο Χριστοφίδη

Αφήνοντας πίσω την Αμοργό, η Κίναρος δεν άργησε να φανεί στον ορίζοντα, έστω και αχνά. Το κουπί σπρώχνει το μικρό βαπόρι αβίαστα πάνω απ’ τα μεταξένια κύματα της ρεστίας, χαράσσοντας μικρές ρωγμές στον καθρέφτη, που σβήνουν γρήγορα μαζί με τ’ απόνερο. Το μπουγάζι ανάμεσα στα δυο νησιά, διαβόητο για τις φουρτούνες του και τρόμος για τα μικρά σκάφη, ποιός ξέρει τι ιστορίες θα κρύβουν τα νερά του, απλωνόταν τώρα αποκοιμισμένο. Την ησυχία σπάει σταθερά μόνο ο παφλασμός του κουπιού και, κάποια στιγμή, οι μηχανές από δυο γκαζάδικα που κροσάρουν από μπροστά, με αντίθετες ρότες. Όσο τα μίλια περνούν, το βραχώδες σώμα του νησιού διακρίνεται όλο και πιο καθαρά.

Προσεγγίζοντας, πρώτη μας καλωσορίζει η δροσερή σκιά του μεγάλου κάθετου βράχου. Μέσα στον μακρόστενο κόλπο που μοιάζει με φιορδ ήταν αρόδου αραγμένα δύο καΐκια, ενώ ένα τρίτο έφτασε λίγο μετά. Πλησιάζω να χαιρετήσω. Βουτηχτάδες από την Κάλυμνο, θα αράζανε εκεί για το βράδυ και θα φεύγανε ξημερώματα για πίσω. Η δουλειά για το μεροκάματο βγαίνει στα 70 και στα 80 μέτρα βάθος, για σφουγγάρια και αστακούς. Τους είπα από που ερχόμουν και που πήγαινα και μου δώσανε μια γαβάθα κακαβιά, ένα κομμάτι ψωμί και στο τέλος μια μεγάλη φέτα καρπούζι για επιδόρπιο. Ψάρι γενικά δεν τρώω, αλλά το μοίρασμα του φαγητού εν πλω είναι μια τελετουργία που φέρνει πιο κοντά τους ανθρώπους μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας.

 

Βγάζω το σκάφος στη μικρή παραλία στο βάθος του κόλπου, σε ένα μικρό κομματάκι με λίγη άμμο ανάμεσα στα βότσαλα, ίσα για να ακουμπήσει γλυκά η γάστρα. Τόσα χρόνια που σχεδίαζα το ταξίδι, η Κίναρος είχε αποκτήσει στο μυαλό μου την αίγλη ενός τόπου μυθικού, τόσο για την απομονωμένη θέση της, ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα και χωρίς ακτοπλοϊκή σύνδεση αλλά κυρίως γιατί ήθελα να γνωρίσω από κοντά τους μοναδικούς δύο κατοίκους της, τον Μικέ και τη σύζυγό του Ειρήνη. Δυστυχώς, όμως, τον Μικέ δεν τον πρόλαβα για λίγο. Είχε πεθάνει ήδη έναν χρόνο πριν. Λίγο πριν τον θάνατό του, είχε επιστρέψει στο νησί, από το Ντάργουιν που είχε εγκατασταθεί ως μετανάστης, όπως και πολλοί άλλοι Καλύμνιοι, και ο γιος τους ο Γιώργος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε πλέον μόνος να φροντίζει τη μάνα του.

Μόλις που είχα τελειώσει με το συμμάζεμα του σκάφους, όταν κατέβηκε στην παραλία κι ο Γιώργος, επιστρέφοντας από τα ζώα. Χαιρετηθήκαμε και τον ρώτησα αν ήταν εκεί και η κυρία Ειρήνη. Μου είπε ότι μόλις μια βδομάδα πριν είχε πέσει κι είχε σπάσει το χέρι της και την είχαν πάρει στην Κάλυμνο. «Έλα, πάμε να κάτσουμε πάνω». Στο ντοκάκι μπροστά από το σπίτι κάθεται η Φρίντα, το πανέμορφο λευκό λυκόσκυλο της οικογένειας, χρόνια κι αυτή στο νησί. Κάτσαμε στο τσιμέντο. Ο Γιώργος έπιασε να καθαρίσει κάτι ψάρια που του είχανε φέρει κι από τα εντόσθια που πέταγε στο νερό εμφανίστηκε ένα μουγκρί να κόβει βόλτες κάτω απ’ τα πόδια μας. Αμέσως έπιασε το ψαροντούφεκο και το σημάδεψε από πάνω. Το κάρφωσε με την πρώτη, το σήκωσε και το άφησε παραδίπλα μισοκουλουριασμένο γύρω από τη βέργα, «να το κάνουμε σούπα το βράδυ».

Το νησί είναι αυτόνομο. Υπάρχει όμως κι ένα καΐκι που πηγαινοέρχεται και τους φέρνει ό,τι χρειαστούν. Το μόνο που του λείπει, μου είπε ο Γιώργος, είναι ένας λιμενοβραχίονας για να κόβει τους νοτιάδες που μπουκάρουν στον κόλπο τον χειμώνα. Για χρόνια το ζητούσανε από την πολιτεία και είχε δρομολογηθεί αλλά την τελευταία στιγμή το κονδύλι που ήταν να διατεθεί πήγε αλλού, το έργο δεν έγινε ποτέ και ο κόλπος παρέμεινε ανοχύρωτος. Πάνω που πιάσαμε την κουβέντα για τους κροκόδειλους του Ντάργουιν, το ζωντανό ακόμα μουγκρί έκανε ένα απότομο τίναγμα σε μια απέλπιδα προσπάθειά του να ξαναγυρίσει στο νερό, παίρνοντας μαζί του και το όπλο. Το πρόλαβε όμως ο Γιώργος, το κράτησε γερά και του έκοψε το κεφάλι. Λίγο αργότερα μπήκε στην κατσαρόλα μαζί με τα υπόλοιπα ψάρια, με καρότα και πατάτες, ενώ έφερα κι εγώ τις προμήθειές μου από το σκάφος, κάτι κονσέρβες, ελιές και παξιμάδια που είχα. Αφού φάγαμε, πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του στην Κάλυμνο, για να μιλήσει και με τον δύο-τριών χρονών γιο του, κι εγώ βγήκα έξω για να στήσω τη σκηνή μου στον ντόκο.

Τα φώτα των καϊκιών λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Οι ψαράδες κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα με λίγες λέξεις. Η Φρίντα κάθεται παραδίπλα σιωπηλή. Για τους περισσότερους ανθρώπους και μόνο η σκέψη του να μένεις μόνος σε ένα νησί αποκομμένο, έστω και με όλες τις βασικές ανέσεις, ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, μάλλον θα μοιάζει με παράνοια, με φυλακή κι εξορία και με έναν αργό θάνατο μέσα στην κατάμαυρη άβυσσο της μοναξιάς. Όμως, η μοναξιά δεν συνδέεται απαραίτητα με τη φυσική απουσία άλλων ανθρώπων γύρω μας και, πολύ περισσότερο, η φυσική παρουσία άλλων δεν εγγυάται την απουσία της μοναξιάς. Οι βαθύτερες ρίζες της τρέφονται από την ανυπαρξία σκοπού και νοήματος αλλά και από την αδυναμία να μοιραστούμε τον οποιονδήποτε σκοπό μπορέσαμε να ανακαλύψουμε. Από την αδυναμία να εκφράσουμε τις πιο μύχιες σκέψεις μας, τις ανησυχίες μας, τα όνειρά μας, ή να μοιραστούμε ακόμα και τα πιο μικρά και όμορφα πράγματα γύρω μας. Το να μιλήσεις στο τηλέφωνο με τον μικρό γιο σου για ώρα, αργά τη νύχτα. Ή, ίσως, και το να μοιραστείς ένα πιάτο φαΐ με έναν ξένο.

Άγγελος Χριστοφίδης,συνιδρυτής και κωπηλάτης του South Evian Gulf team, για το Νόστιμον ήμαρ.