The newest art installation by British artist Banksy, a robot and a barcode, is seen on a wall in the Coney Island area of New York City, October 28, 2013. Famously jaded New Yorkers are getting swept up in the hype over Banksy, the renegade graffiti artist who is leaving his mark across the city this month. REUTERS/Brendan McDermid (UNITED STATES - Tags: SOCIETY) - RTX14RU3

Ιδέες

Η εγκληματολογία της αντίστασης

By N.

October 19, 2016

Από τον Νίκο Νικολέτο

Ο τίτλος ”χρεώνεται” στον κριτικό εγκληματολόγο Elbert και συγκεκριμένα στο έργο του ”Rebuilding Utopia”.

Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να από-δαιμονοποιήσει την επιστήμη της εγκληματολογίας στην συνείδηση του μέσου ανθρώπου, ο οποίος έχει μια έστω, υποτυπώδη σχέση με την επιστήμη, καθώς και να διαχωρίσει την, εν πολλοίς, γνωστή συμβατική εγκληματολογία από την κριτική εγκληματολογία υπογραμμίζοντας τις ουσιαστικές τους διαφορές.

Είναι γνωστό ότι το έγκλημα απασχόλησε τον άνθρωπο από αρχαιοτάτων χρόνων και ιδίως τους στοχαστές στην εποχή του Πλάτωνα και στην ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, εντάσσοντας το στο εν γένει δικαιικό σύστημα της κάθε εποχής. Οι πρώτοι εγκληματολόγοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν εντατικά με την έννοια του εγκλήματος ήταν ο Beccaria και ο Lombroso, θεωρίες των οποίων, κυρίως του Lombroso, έχουν αμφισβητηθεί από τους σύγχρονους εγκληματολόγους και δη τους κριτικούς. Ο Lombroso συγκεκριμένα πίστευε στον άνθρωπο εγκληματία με εγγενή χαρακτηρολογικά χαρακτηριστικά, ερευνώντας το κρανίο του.

Όσον αφορά την κριτική εγκληματολογία, η οποία μας ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, θα καταχωρήσω τον ορισμό του Young, ήτοι: κάθε εγκληματολογία, που είναι ικανή να συμβάλλει στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην άμβλυνση της εξαθλίωσης και του φόβου είναι κριτική εγκληματολογία, μια εγκληματολογία <<από τα κάτω>>.

Η κριτική εγκληματολογία αποτελεί μια νέα σχετικά τάση που αποδεσμεύτηκε σε μεγάλο βαθμό από την συμβατική ή καθεστωτική εγκληματολογία. Έλκει την ληξιαρχική πράξη γέννησής της κατά την πενταετία 1968-1973 στις ΗΠΑ, μια περίοδο αναβρασμού στον δυτικό κόσμο. Η κριτική εγκληματολογία έρχεται να διακηρύξει ότι το τρίπτυχο <<ελευθερία-ισότητα-δικαιοσύνη>> παραμένει ανεκπλήρωτο και θα συνεχίσει να παραμένει αέναα όσο αυτός ο κόσμος δεν ανατρέπεται. Το εγχείρημα εδράζεται στην κεντρική θέση ότι ο ταξισμός, ο ανδρισμός και ο ρατσισμός απαρτίζουν βασικές διαστάσεις της κοινωνίας, και όχι πρόσκαιρα προβλήματα. Για να το πούμε αλλιώς είναι συνδεδεμένα με το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο δεν αφήνει περιθώρια για εξάλειψη της ανισότητας, απαγορεύει τη μετάδοση τρόπων συλλογικής δράσης και αυτοδιαχείρισης. Γενικά, διαφυλάττει για μια ελίτ την πραγματική παιδεία, ενώ για τους υπόλοιπους ”παραχωρεί” εκπαίδευση κοινής λογικής και στείρας εξειδίκευσης (Μαρξ ).

Η κριτική εγκληματολογία είναι μια εγκληματολογία από τα κάτω και αυτό σημαίνει ότι θεωρεί πολύ σημαντικότερα τα εγκλήματα των πλουσίων και ισχυρών από τα μικρο-εγκλήματα των αδύναμων, ως προς τις συνέπειες τους. Διαμηνύει ότι ο ποινικός νόμος παρά την φαινομενική ουδετερότητά του, είναι βαθιά άνισος και επιλεκτικός, επιβεβαιώνοντας ότι ”δίκαιο είναι το δίκαιο του ισχυρού”. Σκοπός της δεν είναι να υπηρετήσει το κράτος και την αυθαιρεσία των πολυεθνικών( Christie,1971 ), εν αντιθέσει με την συμβατική, αλλά να τάσσεται διαρκώς με τους πολιτικά ανίσχυρους και χειραγωγούμενους, με τους οικονομικά εκμεταλλευόμενους και κρατικά καταπιεζόμενους. Τελικά, τάσσεται υπέρ των κολασμένων αυτής της γης, γράφει ο Ward(1979).

Tο γεγονός ότι η επιστήμη της εγκληματολογίας έχει θεωρηθεί ένα συντηρητικό εγχείρημα οφείλεται, αφενός, στην μιντιακή παραπληροφόρηση και αφετέρου, στην λανθασμένη ταύτιση της (νέο-μαρξιστικής) κριτικής εγκληματολογίας με την καθεστωτική-συμβατική, η οποία δεν έχει αρνηθεί τον υπηρετικό της ρόλο στο σύστημα, οδηγούμενη έτσι σε αδιέξοδα.

Για να διατηρήσουμε ακέραιη τη σκέψη μας θα επιχειρήσουμε να άρουμε την ταύτιση αυτή, αναφέροντας τις πιο σημαντικές διαφορές των δύο τάσεων. Η πρώτη διαφορά μεταξύ κριτικής και συμβατικής εγκληματολογίας αφορά ένα ζήτημα που απαντάται πολύ συχνά στην κριτική εγκληματολογική βιβλιογραφία και αφορά στην εμμονή της συμβατικής, την εμμονή στο άτομο-εγκληματία. Από τον Lombroso, η σκέψη και η συμπεριφορά του εγκληματία προσεγγίζεται με ηθικούς-ψυχολογιστικούς όρους, με αποτέλεσμα να παράγονται σώματα γνώσεως μιας μεσαιωνικής αντίληψης για το έγκλημα καθεαυτό (Γρ. Λάζος). Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνονται στερεοτυπικές πλασματικές θεωρήσεις, οι οποίες διαιωνίζουν τις ανισότητες και τον κρατικό κοινωνικό έλεγχο.

Δεύτερον, η συμβατική εγκληματολογία έχει στραμμένη την προσοχή της στο μικρο-έγκλημα, αδιαφορεί για τα εγκλήματα του κράτους και καταλήγει να αναπαράγει το έγκλημα μέσω ενός ποινικού νόμου, ο οποίος δείχνει να μην έχει διάθεση να αντιμετωπίσει πραγματικά το έγκλημα, αλλά να το γεννά διαρκώς, με τη φυλακή ως θεματοφύλακα της εξουσίας των προνομιούχων.

Η κριτική εγκληματολογία διαφωνεί ρητά και με το ότι ο εγκληματίας πράττει έγκλημα ορμώμενος από την ελεύθερη βούλησή του, και όχι από τις κοινωνι(α)κές συνθήκες, αθωώνοντας έτσι την κοινωνία. Την κάθετη ρήξη με αυτή την άποψη της συμβατικής εγκληματολογίας την δίδει ένας αναρχικός εγκληματολόγος, ο Ferrell:

”Μια κοινωνία που θυσιάζει τις μέρες και τις νύχτες των γονέων και το μέλλον των παιδιών, προωθεί όχι μόνο συμμορίες του δρόμου, αλλά και ένα αίσθημα απόγνωσης. Ένα κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα, το οποίο πανηγυρίζει τη βίαιη δύναμη των ανδρών και τη σαγηνευτική υποταγή της γυναίκας παράγει καθημερινές εκρήξεις σεξουαλικών επιθέσεων. Μια κοινωνία, τέλος, μολυσμένη από έλλειψη ανεκτικότητας και εθνοτικές διακρίσεις, ξεβράζει μια ανερχόμενη παλίρροια βίαιων εγκλημάτων μίσους και διαρκούς ταπείνωσης.”

Η κοινωνία μας, λοιπόν, δεν έχει άλλοθι, δεν έχει ούτε καν ψήγματα αθωότητας. Είναι μια κοινωνία βρώμικη, καταστρεπτική. Στόχος μας δεν πρέπει να είναι η, έστω στο ελάχιστον, βελτίωση της, μα η άρδην ανατροπή της, στην αναζήτηση μας για την δαιδαλώδη κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτός είναι ο ρόλος του κριτικού εγκληματολόγου, του ενταγμένου στο πλευρό των αδικημένων του κόσμου.

Βιβλιογραφία