Επικαιρότητα

Οι … ”ανάπηροι” και οι Ψώρρες

By Γιάννης Δημογιάννης

September 09, 2016

Από το Γιάννη Δημογιάννη

Ποτέ σου, δεν κατάλαβες τι σημαίνει οδύνη, γιατί συνήθισες να ζεις ανώδυνα. Ποτέ, δεν υποψιάστηκες τις άπειρες ανατροπές, γιατί κοιμόσουν πάνω σε δεδομένα. Ποτέ δεν κατάλαβες το μυστήριο του λίγου, γιατί πάντα λάτρευες το «Ολύμπιο» τίποτε. Ποτέ δε σε άγγιξε το μεγαλείο της Αγάπης, γιατί παραδόθηκες στη μικρότητα του Μίσους. Ποτέ δε ζήτησες με συντριβή το έλεος, γιατί ναρκώθηκες απ’ την έπαρση της αλαζονείας. Ποτέ, δε σεβάστηκες την Άρτεμη, γιατί ποτέ σου δεν υπήρξες αθώος κι ανυπόκριτος. Ποτέ, δεν ένιωσες τη σοφία της σιωπής, γιατί πάντα ήσουν στο λόγο, φλύαρος και φελλός. Ποτέ, δεν χώρεσες το ανάπηρο σώμα, γιατί μέσα σου ήσουνα λειψός και λίγος. Ποτέ, δεν έπαιξες μπάλα με τυφλούς, γιατί ποτέ δεν είδες με τα μάτια της ψυχής. Ποτέ, δεν θα μπορούσες να παίξεις πινγκ πονγκ με το στόμα, γιατί μόνον τρως μ’ αυτό. Ποτέ, δεν θα έκανες ποδήλατο μ’ ένα πόδι, γιατί δύσκολα ισορροπείς στα δύο. … Θα μπορούσα να προσθέσω και άλλα πολλά «Ποτέ», αλλά δε θα ενδώσω στη ρητορική της ματαιότητας. Εξάλλου, μερικές φορές, «κρείττον του λαλείν, το σιγάν».

Είναι, όμως, αλήθεια, πως πολλοί φίλοι με νουθέτησαν ν’ αντισταθώ στον πειρασμό ∙ να μην ασχοληθώ με τον κήρυκα του Μίσους. Να αγνοήσω τον πρεσβευτή της «καταληπτικής ηλιθιότητας». Να απαξιώσω, πρωτίστως, την αβάσταχτη ελαφρότητά σου.

Δε θα το κάνω, όμως. Δε θα κλείσω τα μάτια, αυτή τη φορά. Δε θα στρέψω αλλού, το βλέμμα, και τ’ αυτιά μου. Δε θα αγνοήσω τις κραυγές, περί «Ολύμπιων» μύθων και Εθνικών ψεμάτων.

Γιατί, ούτε μπορώ, ούτε θέλω πια να εγκαταλείψω την κοινωνία μου ∙ να την αφήσω να παραμένει δέσμια ενός παρανοϊκού Θιάσου. Να γίνει το λάφυρο στα χέρια ανθρώπων που μαχαιρώνουν το Φως και την Ελπίδα.

Γιατί δεν αντέχω άλλο, ούτε ανέχομαι να συναντώ παντού στην καθημερινότητά μου, τα εμπόδια που υψώνονται από τον αφυδατωμένο σου στρατό. Γιατί δεν ανέχομαι πια να παρακολουθώ αδιαμαρτύρητα κάποιους υπανθρώπους σαν και του λόγου σου, να αρθρώνουν τις Ύβρεις τους, ανερυθρίαστα. Γιατί δεν επιτρέπω πια στον εαυτό μου να παρακολουθώ απαθής, το έγκλημα που συντελείται σε βάρος των παιδιών και των αθώων.

Όχι Αρτέμη! Αδυνατώ να υπομείνω στωικά τις ψώρες σου, και να τις βλέπω να διαβρώνουν το σώμα και την ψυχή αυτού του τόπου. Να λέω απλά, σαν δουλικός πιστός «συμβαίνουν και αυτά». Να σκύβω το κεφάλι, και να ψελλίζω το προσφιλές και «δε βαριέσαι αδελφέ».

Από εδώ και στο εξής, να ξέρεις, Θα με βρίσκεις πάντα μπροστά σου, Αρτέμη. Μέσα μου θα ηχεί μόνον ο λόγος του ποιητή:

«Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε. Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς. Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.»