Τέχνη & Πολιτισμός

Οι ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’ του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

By Σίμος Ανδρονίδης

February 10, 2017

Από τον Σίμο Ανδρονίδη

«Ίσως να κυβερνάς ακόμα τη φωνή σου· – αύριο, μεθαύριο, κάποτε, την ώρα που θα φωνάζουν κάτω απ’ τις σημαίες, φώναξε κι εσύ, μονάχα πρόσεξε να κατεβάσεις το κασκέτο σου χαμηλά, πολύ χαμηλά, μη δουν που κοιτάζουν τα μάτια σου, όσο κι αν ξέρεις πως αυτοί που φωνάζουν δε βλέπουν πουθενά» (Γιάννης Ρίτσος, ‘Προφυλάξεις’, Συλλογή ‘Διαδρομές και Σκάλα’).

Οι ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’ του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι συνιστούν λογοτεχνικό έργο-υπόδειγμα μίας λογοτεχνίας διαπεραστικής, που όσο κορυφώνεται, άλλο τόσο θέλει να εκκινήσει από την αρχή.. Η οικογένεια Καραμάζοφ, ο Φιόντορ Πάβλοβιτς & οι γιοι του, ο Ντμίτρι, (Μίτια) ο Ιβάν και ο Αλεξέι  (Αλιόσα) Καραμάζοφ, δρουν ως πρόσωπα σπαρακτικά που διαμεσολαβούν μία αδιόρατη ειρωνεία, τη βία στο θρυμματισμένο σώμα,  πρωταγωνιστές ενός θιάσου πραγματικής διαπάλης, συσχετίσεων, μοιραίων αποδράσεων..

Ο καθένας και όλοι μαζί, συγκροτούν μείζονες πλαισιώσεις της ανθρώπινης συνθήκης-κατάστασης, μετατοπίζουν την αλήθεια & μετατοπίζονται προς αυτά που θα αποκαλούσαμε ως ‘δίκτυα ανερχόμενου θρήνου’: παλινδρόμηση & καταστροφή, η θανάτωση του συνηθισμένου, η ‘ονοματοτοποίηση’ της πράξης: έγκλημα από ποιον και για ποιον;

Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς συγκροτεί με ενάργεια αξεδιάλυτα πεδία, τις συνηχήσεις-απολήξεις των ανθρώπινων σχέσεων, τα όρια και την υπέρβαση τους, αποκρυσταλλώνοντας παράλληλα όρια ‘ανάγνωσης’ και, προσίδια αντιστρέφοντας την αλληλουχία μίκρο-μάκρο: Είναι στους Αδελφούς Καραμάζοφ που η ιστορία εκκινεί από την κάθε ελάσσονα πράξη, την κάθε ελάσσονα κίνηση, η οποία και ‘εδαφικοποιείται’ ως άτυπο πρόταγμα..

Οι πράξεις αποκλίνουν και συγκλίνουν, διαπραγματεύονται έναν εαυτό που αναζητεί περισσότερες όψεις: την θέαση, την αμφισβήτηση, την θρησκευτική έγκληση, την ανοιχτότητα, την πρόσληψη του πάτερ-φαμίλια, του Φιόντορ Πάβλοβιτς, ο οποίος ανέρχεται στο βάθρο του απροσπέλαστου (επιδιώκοντας να διατηρήσει τύπους & αποστάσεις ασφαλείας κυρίως από τον Μίτια), την ίδια στιγμή που καθίσταται προσπελάσιμος, ευάλωτος, επισφαλής μέσα στην ισχύ του, ‘ανοιχτό γράμμα’ και για τον υπηρέτη Σμερντιακόφ, η δράση του οποίου παρεμβάλλεται στην πλοκή, μεταβάλλει τα δεδομένα, αναδεικνύει εκ νέου τα ερωτήματα: ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα; Πως σχετικοποιείται το έγκλημα στην τοπική κοινωνία;

Ο Ντοστογιέφσκι, γνώστης και ανατόμος των ανθρώπινων παρορμήσεων, απεικονίζει πρόσωπα την στιγμή της ‘ανίερης’ κρίσης, συγκροτεί παραλλαγές του ‘χάους’ μέσα σε μία κατά τα άλλη ‘λογική’ κοινωνία, επανεγγράφει στο πεδίο την έννοια της κατεστημένης Ρωσικότητας και των συσχετίσεων-ανταλλαγών με Ευρωπαϊκούς λαούς-πολιτισμούς, αναπαριστά τον ‘άβουλο’ έρωτα (έξοχη η αγωνιώδης και διαρκής καταδίωξη της ποθητής Γκρούσενκα από τον Μίτια), και την ‘έκρηξη’ της συνειδησιακότητας, καθίσταται λόγος (λογοθετική δυναμική) που δεν κρύβεται, αλλά αποκαλύπτει: τον Καραμαζοφικό καμβά, τον αυταρχικό και αδιάφορο απέναντι στα παιδιά του πατέρα, τον αυθόρμητο και παρορμητικό Ντμίτρι, τον οριακά κινούμενο Ιβάν, τον συμπονετικό Αλιόσα, και, την ίδια την κοινωνική ολότητα που αλλάζει, που συναρθρώνει μία παράδοση ταυτίσεων και προσμείξεων, θρύλων, στοιχεία που καθίστανται εργαλεία, κεκτημένα, βαρίδια..

Είναι η στιγμή του Ντοστογιέφσκι να συνδιαλλαγεί δομικά και ριζικά με αυτά τα στοιχεία που κρύβονται πίσω από τις γραμμές του ‘δεδομένου’, να κανοναρχήσει την τυπικότητα που, συνειδησιακά, αντιστρέφεται και μετασχηματίζεται σε πόθο, πρακτικό & μη, λεκτική βία, σε πράξεις που καραδοκούν για να ‘μετρήσουν’ αναστήματα..

Ο συγγραφέας  συνομιλεί με τις αντηχήσεις της διαχεόμενης συναισθηματοποίησης, δομεί ορίζουσες-προσλαμβάνουσες εκ νέου, προσδιορίζεται τα όρια της κατήχησης (ο Στάρετς- Γέροντας Ζωσιμάς) διαμέσου του λόγου, της πράξης και του υποδείγματος.. Την τελευταία στιγμή, ο ‘απογαλακτισμός’ ή η απο-συσχέτιση του Αλιόσα επιτελείται σύνθετα και αντιφατικά ενάντια στην Καραμαζοφικό παρορμητισμό και μαζί με αυτόν, ενάντια στη μνήμη-πράξη αλλά και μαζί με αυτήν.. Μαζί με τις διδαχές του Γέροντα Ζωσιμά, ο Αλιόσα κινεί για την δική του ‘αποϊεροποίηση’, για την δική του έφοδο..

Είναι σε ένα παραστατικό  κεφάλαιο όπου ο Ντοστογιέφσκι αναμετράται με τα επίδικα: η σκηνή του εφιάλτη του Ιβάν Φιοντόροβιτς Καραμάζοφ, η ‘συνομιλία’ με τον Διάβολο, (με γειωμένο, ανθρώπινο πρόσωπο), η επιστροφή ακριβώς στην προηγούμενη λογοθετική δυναμική και αυτο-κυριαρχία του Σμερντιακόφ, ο οποίος αποκαλύπτοντας στον Ιβάν ότι αυτός είναι ο δολοφόνος του πατέρα του, αυτοκτονεί..

Ο Ιβάν καλείται να διαχειριστεί το βάρος της απώλειας, τη μνήμη δίχως ελαφρυντικά, τα διαρκώς εναλλασσόμενα όρια μεταξύ θύτη και θύματος (να επανατοποθετηθεί απέναντι στον αδελφό του που δεν σκότωσε τον πατέρα τους), τον έρωτα που ‘εκλογικεύει’ το δικό του τίποτα, το προφίλ του ιδανικά κατασκευασμένου από μία κοινωνική ολότητα των ψιθύρων, εγκληματία, την υποκειμενοποίηση του στενού ορίζοντα, τις προσλαμβάνουσες του, την κατασκευή ενόχων, το λόγο & την αφήγηση μίας κοινωνίας που όσο ομιλεί τόσο περισσότερο ξεχνά, που καταπίπτει στην ‘ιδανική σιωπή’: στην επιτελεστικότητα δίχως επιτελεστικότητα..

Πραγματικά, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς ανασυνθέτει μία κοινωνία που ξεχνά, μέσω των θραυσματικών-τραυματικών απολήξεων των Καραμάζοφ, οι οποίοι και συνιστούν μία ιδιαίτερη, όσο & ‘λειτουργική’ ζώνη αλήθειας.. Και είναι κατά την διάρκεια της δίκης του που ο Ντμίτρι επιδιώκει, κινησιολογικά, λεκτικά, να αναπαραστήσει την ΄θραυσμένη’ φωνή του ‘βιασμένου’ θύματος..

Του κάποτε θύτη, του τοποθετούμενου σε απολήξεις, που καθίσταται θύμα μίας ανατρεπτικής όσο και βαθιάς σχεσιακότητας, της πραγματικής βίας.. Που επιθυμεί τον θάνατο, χωρίς να τον διαπράξει.. Και όλοι μαζί συγκροτούν ένα παλίμψηστο διάτρητο από επιθυμίες, από τροπικότητες, αναθεωρήσεις, έμπροσθεν της ‘χαώδους’ ζωής και του ‘λογικού’ θανάτου.. Οι ανθρωπολογικοί τύπο του Ντοστογιέφσκι, οι αλληλοτροφοδοτούμενες αντινομίες-αντιφάσεις τους, εγκιβωτίζονται στο πεδίο.. Ο Ιβάν Καραμάζοφ παλινδρομεί στις δικές του ρίζες.

Και δίπλα, ο ‘Μεγάλος Ιεροεξεταστής’, απόσπασμα που ανασημασιοδοτεί το πεδίο της θρησκευτικής πίστης, καθώς και τις χρήσεις της.. Εντός διαμεσολαβήσεων.. Όπως αναφέρει ο Θανάσης Γεωργίλας για το συγκεκριμένο έργο του Ντοστογιέφσκι: «Αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση της διαρκούς προσπάθειας του νου για πράξη σε εγγενή αντίφαση με την εγγενή εντροπία της ζωής έκανε με την πένα του ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι γόνιμο υλικό για τη συγγραφή του πέρα από  κάθε αμφιβολία αριστουργηματικού του έργου με κεντρικό του πυρήνα τον υπαρξισμό και τον μηδενισμό».[1]

Εσωτερικοί & εξωτερικοί θάνατοι αναδύονται, όπως και η κατάστικτη προσδοκία, η κίνηση προς τα εμπρός με τις ανακατατάξεις της, με ότι δύναται να σημαίνει αυτή η λέξη.. Η ελπίδα και η λύτρωση στο πραγματικό ή εντός του πραγματικού, η περιδιάβαση στο φόβο, στη λύτρωση και στη μη λύτρωση. Ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς παραδίδει ένα έργο ‘επιστημολογικής’ αξίας, ιστορικότητας που ‘κερδίζεται’ σε κάθε πράξη..

Που αναμετράται ταυτολογικά με την συγχρονία.. Μία ιστορικότητα του ιδίου και του αλλότριου, κοινωνιών που λειτουργούν-αναπαράγονται υπό το πρίσμα συνθέσεων.. Επρόκειτο όχι μόνο για αναπαραγόμενες αλλά & για συμβολικές φωνές, που, όσο προχωρούν, τόσο περισσότερο ‘εξετάζουν’.. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ντοστογιέφσκι, διαμορφώνει τους δικούς του όρους για τον ‘διεμβολισμό’ υπάρξεων.. Πέρα από την αλλοτρίωση, ενυπάρχει ο λόγος που διερωτάται για το θεωρούμενο ανοίκειο, για το οικείο, δίχως συμβατικές περιγραφές..

Όπως το θέτει (με μία ριζικά στοχαστική εμβάθυνση) στο έργο ο εισαγγελέας Ιππολίτ Κυρίλλοβιτς κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του στη δίκη: « Ακριβώς γιατί είμαστε φύσεις ανοιχτές, καραμοζοφικές- προς τα εκεί το πάω-, ικανές να συνταιριάξουμε τις πιο πιθανές αντιφάσεις και να βλέπουμε την ίδια στιγμή και τις δυο αβύσσους, την άβυσσο από πάνω μας, την άβυσσο των υψηλών ιδανικών, και την άβυσσο από κάτω μας, την άβυσσο της πιο αισχρής και ζέουσας κατάπτωσης».[2]

Υποκείμενα ανοιχτά στις μικρές αποστάσεις της ζωής και του θανάτου, στις εναλλαγές-μετατοπίσεις μεταξύ πρόκλησης και αυθάδους έγκλησης του άλλου, στα όρια που προκαλεί η ενατένιση της ιστορίας. Το μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι συναρθρώνει πράξεις, λεκτικές απολήξεις, επαναπροσδιορίζοντας την δολοφονία ως αφορμή για να εμβαθύνει στον αξιακό λόγο  μίας κοινωνικής ολότητας. Ποιος είναι ο λόγος της αλήθειας, ο λόγος που περικλείει και περικλείεται από δολοφονίες;

Oι ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’ αυτό που περισσότερο ζητούν είναι να ακουστούν, να καταστούν όψεις των διαρκών αλληλοσυσχετίσεων, ή της μοναδικότητας που συγκροτεί το δικό της γνωσιακό-εννοιολογικό γίγνεσθαι, ανοιχτής στις διαστάσεις ενός χρόνου που μεγεθύνεται. Ο λόγος αναπαρίσταται ως κατεύθυνση, ως απίσχναση του οριακά σημαίνοντος. Όπως αναφέρει ο Ρώσος φιλόσοφος Μιχαήλ Μπαχτίν, «η ετερογλωσσία αντιπροσωπεύει τη συνύπαρξη κοινωνικοϊδεολογικών αντιφάσεων ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές του παρελθόντος, ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικοϊδεολογικές ομάδες του παρόντος, ανάμεσα σε τάσεις, σχολές, κύκλους κλπ. που παίρνουν σωματική μορφή. Αυτές οι γλώσσες της ετερογλωσσίας αλληλοτέμνονται ποικιλοτρόπως, σχηματίζοντας νέες κοινωνικά τυποποιητικές γλώσσες».[3]

Η ετερογλωσσία του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι «ανασυστήνει» τον εαυτό της, συγκρούεται με τις τυπικές και τις άτυπες παραδόσεις (κώδικες) μίας εποχής, «ανακαλύπτει» δομικούς προσδιορισμούς εκεί που δεν υπάρχουν. Η «υλικότητα» της ετερογλωσσίας του διαμορφώνεται-διαμεσολαβείται με τις πολλαπλές μνήμες των χαρακτήρων του, με την γλώσσα που θέτει εκτός εαυτού, με τους όρους της γλώσσας όσον αφορά την κατανόηση των πράξεων.

Δίχως τον ηθικολογικό διδακτισμό, ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι, αρθρώνει την αντιφατικότητα του υποκειμένου, την σχέση-ταυτότητα και την δομική άρση της, ‘διασταυρώνει’ μαρτυρικές εγκλήσεις, την κοινωνία που θέλει να αναπαραστήσει πάλι την εξαίρεση στον κανόνα, ‘ενσαρκώνει’ το ‘άγνωστο’ που καθίσταται ανθρωπολογικά οικείο, τους δυϊσμούς που ανακύπτουν & εξωτερικεύονται δίχως αναστολές, υπό τον αδιόρατο φόβο της μίας και μόνο γνώμης, για τις έκδηλες δίκες προθέσεων..

Και η συσσωρευόμενη & αναπαραγόμενη γνώση ίσως δεν μας καθιστά σοφότερους, αλλά πιο πρακτικούς.. Οι ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’ ζουν, ανατρέπονται, συγκροτούν-αποδομούν, προσδοκούν, μεταξύ πτώσης & ‘πτώσης’, διαβούν υπό το πρίσμα του εκρηκτικού, του ‘παλαιού και του καινούργιου, της δικής τους λειτουργικότητας.. Ο Ντοστογιέφσκι αναπλάθει εικόνες ‘ανήλεων’ μαχών..

Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι συγκροτεί ένα είδωλο όπου πρόσωπα δοκιμάζουν να καταδυθούν σε έναν ίδιον εαυτό, ΄ενσαρκώνει’ υποδείγματα που ζητούν να ακουστούν, ‘συλλαμβάνει’ την ονοματοδότηση του αφηγήματος: ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’, αδελφοί εντός του πεδίου της ανθρώπινης επιτελεστικότητας, εκεί όπου αφήνουν ή μετασχηματίζουν την δική τους αντινομία σε ικανότητα.. Αδελφοί που πλεονάζουν, πλειοδοτούν σε λόγους συγ-κίνησης, κινητοποίησης.. Ο Ντοστογιέφσκι παραδίδει υποδείγματα του χρονίζοντος καιρού, ‘προϊόντα’ της ‘επικράτειας’ του ορατού..

Ο συγγραφέας στοχάζεται για το πόσο απέχει η καταστροφή από την σχετικοποίηση της. Η μαρτυρική τους ανάδυση καθίσταται έκκεντρη, ‘εμβαπτίζεται’ σε ένα πράττειν το οποίο συσχετίζεται με μία ‘πράξη προσομοίωσης: αδελφοί, αλλά & υποκειμενικές μορφές που δύνανται να καταστείλουν και να διευρύνουν.. Και το τέλος, σχετίζεται με μία κίνηση που ενέχει την μνήμη ως διαδικασία αναγνώρισης.. Μία προσδοκία δι-επαφής, που θυμίζει κάπως το τέλος της νουβέλας του ‘Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου’..

Όπως αναφέρει και η Αθηνά Αθανασίου, «ταυτόχρονα,η μονοσήμαντη κατηγορία του ανθρώπινου αμφισβητείται και στοιχειώνεται διαρκώς από την πάλλουσα ανθρωπινότητα εκείνων που ζουν, διαφέρουν, σεξουαλικοποιούνται, υλοποιούνται, σημαίνονται, αγγίζονται και αγγίζουν αλλιώς και αλλού».[4] Αυτήν την ‘μονοσήμαντη κατηγορία του ανθρώπινου’ διεισδύει και αμφισβητεί ο Ντοστογιέφσκι..

[1] Βλέπε σχετικά, Γεωργίλας Αθανάσιος, ‘Το πάθος και το παράλογο στους Αδελφούς Καραμαζόφ’, www.respublica.gr

[2] Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέφσκι Φιόντορ, ‘Αδελφοί Καραμάζοφ’, Μετάφραση από τα Ρωσικά: Μπακοπούλου Ελένη, Πρόλογος: Βελιτζανίδης Μιχάλης, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2016, σελ. 1316.

[3] Αναφέρεται στο Μιχαήλ Σάββας, ‘Τα Γιαννώτικα Εβραϊκά τραγούδια’, Συλλογή ‘Homo Poeticus’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 71.