του Νικήτα Φεσσά

Τι συμβαίνει αν διασταύρωσεις το Μπάρι Λίντον, τις Επικίνδυνες Σχέσεις του Λακλό, το Πανηγύρι της Ματαιοδοξίας του Θάκερεϊ, τη Μαρία Αντουανέτα της Κόπολα, τις Δούλες του Ζενέ, τους Κανόνες του Παιχνιδιού του Ρενουάρ, και το Ηigh Rise του Ballard (σκηνοθετημένο απ τον Μπεν Γουίτλεϋ), διανθισμένα με εικονογραφία δανεισμένη από τον Πίτερ Γκριναγουέι; Μα φυσικά Η Ευνοούμενη, του Γιώργου Λάνθιμου. Μία μαύρη κωμωδία (με κάποια μικρά συγκινητικά διαλείμματα), ένα ιδιότυπο huis clos που περιστρέφεται γύρω από το σαδομαζοχιστικό αριστοκρατικό λεσβιακό ερωτικό τρίγωνο εξουσίας, και τις ίντριγκες, τις δολοπλοκίες, τις κραιπάλες και την παρακμή στην αυλή της βασίλισσας Άννας στα 1700 (τα πιο εξωφρενικά από τα περιστατικά που απεικονίζονται στην ταινία είναι βασισμένα σε ιστορικά γεγονότα).

Εκ πρώτης όψεως το υλικό φαίνεται να είναι ‘ταμάμ’ για τον Έλληνα auteur, προκειμένου να δομήσει ένα ακόμη αξέχαστο κλειστοφοβικό σύμπαν γύρω από εμμονές, τελετουργικά, και φετίχ, αλλά και να κάνει τη μετάβαση στον (πιο) εμπορικό κινηματογράφο. Διότι πράγματι, συγκρίνοντάς τη με τον Κυνόδοντα ή τον Αστακό, Η Ευνοούμενη είναι η πιο μέινστριμ και ‘προσβάσιμη’ ταινία του Λάνθιμου.

Αυτό όμως έχει τίμημα, καθώς είναι ακριβώς το κρυπτικό και αδιαπέραστο των προηγούμενων ταινιών του (σημείωση: στην Ευνοούμενη ο Λάνθιμος επιλέγει να δουλέψει με νέους σεναριογράφους, και όχι με τον τακτικό συνεργάτη του, Ευθύμη Φιλίππου) που τις κάνει αυτό που είναι. Όταν έχεις μία κλασική αφήγηση, θα πρέπει ως δημιουργός να γνωρίζεις κατά που πηγαίνει το πράγμα, και που θα καταλήξει.

Εκεί είναι που χωλαίνει το τελευταίο πόνημα, το οποίο, πάρα τους περιστασιακούς ‘Λανθιμισμούς’, και τους αδιάκοπους πειραματισμούς του σκηνοθέτη με διαφόρων ειδών (ευρυγώνιους) φακούς για να φιλμάρει (σε) εσωτερικούς χώρους, βασίζεται περισσότερο στις καλές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστριών (Olivia Coleman, Rachel Weisz, Emma Stone), και στον αναχρονισμό/ρεβιζιονισμό του να βάζεις Άγγλους ευγενείς να χρησιμοποιούν όρους οπως «μουνόπλακα», πάρα στο πόσο ουσιαστικά προβοκατόρικο είναι (;) το θέμα του. Λόγου χάρη, η αναπαράσταση του γυναικείου βασιλικού σώματος ως αποκείμενο, θυμίζοντας εκδοχή ‘έμφυλης-τράμπας’ του βαρόνου Χαρκόνεν του Dune, είναι ενδιαφέρουσα φυσικά, αλλά δεν αρκεί. Αν χρειαζόταν κάτι εδώ, ήταν περισσότερη ‘ιεροσυλία’, κάτι το οποίο ο Λάνθιμος έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι δεν φοβάται.

Το πολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι επίσης κρίσιμα υπο-αναπτυγμένο, ενώ το σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη φύση και τις παντός είδους ‘‘διαστροφές’’ που τη συνιστούν, αν και πιο πετυχημένο, και πάλι δεν καταλήγει σε κάποιο ανατρεπτικό ή πρωτότυπο insight. Επιπλέον, όταν έχεις, ως άνδρας δημιουργός, όχι έναν, αλλά τρεις γυναικείους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες σε κλασική αφήγηση, χρειάζεται να τους δώσεις μεγαλύτερο βάθος, αλλιώς μπορεί να κατηγορηθείς για χρήση gimmick. Τέλος, το υλικό δεν δικαιολογεί τη διάρκεια των δύο ωρών.

Είχα προβλέψει ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για τον ταλαντούχο σκηνοθέτη να ξεπεράσει την καλλιτεχνική κορυφή που έπιασε με τον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού, αλλά και με τον Αστακό. Στις καλύτερες στιγμές της, Η Ευνοούμενη είναι μία κοφτερή βιτριολική κωμωδία, ανορθόδοξα κινηματογραφημένη. Της λείπει όμως αυτό το έξτρα ‘κάτι’ που θα την έκανε ξεχωριστή, που θα την έκανε «ταινία του Λάνθιμου».

Βαθμολογία 4/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία

 

Μοιραστείτε.

2 Σχόλια

  1. Φάνης στις

    Διαφωνώ ότι ο Λάνθιμος έφτασε στην κορυφή με τον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού και τον Αστακό. Την έπιασε με τον Αστακό και τον Κυνόδοντα που άξιζε Όσκαρ ξενόγλωσσης. Κάτι που λείπει από το άρθρο είναι η έντονη χρήση φεμινιστικών στοιχείων (σημείο των καιρών που ο Λάνθιμος δεν μπόρεσε να αποφύγει;). Επίσης δεν με πείραξε ο χρόνος της ταινίας αλλά το τέλος της που ήταν απότομο. Θα μπορούσε να το παρουσιάσει καλύτερα χωρίς να αλλάξει το στόρυ.

  2. Foivos στις

    Μπράβο! Πολύ σωστή κριτική. Αν κ διαφωνω σε μερικά σημεία.
    Συμφωνώ στο ότι δεν είναι σίγουρα η καλύτερη ταινία του.

Αφήστε ένα σχόλιο