Πατρίδα λένε είναι ο τόπος εκείνου που αγαπάς. Αυτό έχω και εγώ κατά νου για πατρίδα. Παράγκες ασυνάρτητες και εργατικές πολυκατοικίες ήταν, φίλε, ο τόπος του. Βρώμικη κωμόπολη, βρώμικη θάλασσα και ψαροταβέρνες. Μυρωδιά από σάπιο φύκι ο τόπος του. Μητρόπολη για εμένα. Μόνο εκεί ήθελα να ζω. Αυτό το βρωμοχώρι ήταν τα Ηλύσια Πεδία μου. Γιατί ήταν στην μέση ο έρωτας.

Βέβαια δεν φταίει αυτός μόνο που έβλεπα εγώ τον τόπο τόσο μαγικό. Ο Πειραιάς βλέπεις, φίλε, μπορεί να σε πλανέψει. Δίνει την ψευδαίσθηση ότι κάπου εκεί σε όλες αυτές τις χαμένες γειτονιές γύρω από το λιμάνι, φωλιάζει ακόμη κάτι από την παλιά ζωή, αυτή που μου περιέγραφε ο παππούς μου.

Τότε που τα πράγματα ήταν ακόμη πολύ πιο αθώα πολύ πιο ρομαντικά. Τότε που ο έρωτας πονούσε αλλά με έναν τρόπο γλυκό για να ακούσεις ένα ρεμπέτικο, να πιεις το τσίπουρο σου στον καφενέ και κάπως καρτερικά να φιλοσοφήσεις για την ζωή, την ύπαρξη, τον θάνατο και μαζεύοντας όλη την σοφία που κουβαλούν οι πονεμένοι να γίνεις μια γραφική φιγούρα σε κάποιο απόμακρο χωριό.

Δεν έχει όλον αυτόν τον σαδισμό του μοντέρνου κόσμου όπου μια επίφαση ευτυχίας πλανάται σαν απειλή πάνω από το κεφάλι όλων μας. Όπου ο πόνος, ο φόβος, η αδυναμία βαφτίζονται σύνδρομα και συνταγογραφούνται. Όπου αν δεν νιώθεις ευτυχισμένος μάλλον πάσχεις από κατάθλιψη και χρίζεις θεραπείας. Αλίμονο δηλαδή στους ερωτευμένους σήμερα.

Εγώ αυτόν τον τόπο πάσχισα, φίλε, αλήθεια πάσχισα να τον κάνω σπίτι μου. Δεν μου ήταν δύσκολο καθόλου. Τίποτε άλλο δεν ήθελα παρά την αίσθηση ότι θα είμαστε τουλάχιστον μαζί. Και ας έσταζε το ταβάνι και έμπαινε μέσα βρόχινο νερό. Δεν πειράζει έλεγα, εμένα η αγάπη μου θα την επισκευάσει την οροφή και στην τελική αυτό που έχει σημασία είναι που είμαστε μαζί. Και ας μην είχε πάτωμα και ταβάνι αυτό το σπίτι και ας ήταν ένα γιαπί πριν πάω εγώ.

Το άβατο, μου έλεγε ή έτσι τουλάχιστον έδειχνε ότι είναι το σπίτι του. Για εσένα, μου είπε, το άνοιξα, να έρθεις να μπεις μέσα. Για εσένα, μου είπε, το έφτιαξα και το έκανα σπίτι. Και το πίστευα εγώ τότε και έμενα. Και το συγύριζα και ένιωθα ευτυχισμένη γιατί αυτός ο απομονωμένος λύκος, με έβαλε στην φωλιά του, με δέχτηκε στο άβατο, μεγάλη μου τιμή, αφού μου άνοιξες θα μείνω και θα το κάνω όμορφο.

Και προσπάθησα, φίλε, πάρα πολύ, αλήθεια στον πόνο μου το ορκίζομαι. Γιατί έτσι είναι πάντα με αυτές τις αναθεματισμένες ευθύνες μέσα σε μια σχέση. Κανένας δεν θέλει να τις αναλάβει. Και όταν είσαι ερωτευμένος λες και ευχαριστώ που στις φορτώνει κάποιος. Σε ευχαριστώ που μου δίνεις να κουβαλήσω τα βάρη σου, τις ευθύνες της δικής σου ευτυχίας! Τι ωραίο δώρο! Μου ακουμπάς πάνω μου την ευθύνη της δικής σου ευτυχίας. Να φτιάξεις το σπίτι σου για εμένα! Τι ωραίο δώρο. Για να είναι στην τελική καλά, ποιος? Εγώ ή εσύ ή εμείς. Το εμείς αποκλείεται, αφού και το άκουσμα μόνο της λέξης τον πάγωνε τον λύκο. Και γιατί δεν ήταν σπίτι τόσο καιρό? Τι περίμενες για να το φτιάξεις? Τον έρωτα? Την αίσθηση ότι μπορείς να μοιραστείς την ευαλωτότητά σου με έναν ακόμη άνθρωπο που σε αγαπάει? Ε, ήρθα! Δεν το άντεξες.

Απίστευτο πόσα κάνουν οι άνθρωποι για να μην αφεθούν να νιώσουν ευτυχισμένοι. Δεν το αξίζουν νιώθουν, Είναι ύβρις, ίσως. Μπορεί και να είναι. Οφείλεις να πονάς για να νιώθεις ζωντανός. Για να μπορείς να πας παρακάτω. Μην επαναπαύεσαι, η ζωή δεν σου χαρίζει τίποτα. Πρέπει να παλεύεις. Πόσο αντρική οπτική Θεέ μου. Μάχη, ανταγωνισμός, διεκδίκηση, επικράτηση. Κι εγώ σου λέω ότι η φύση είναι θηλυκή. Γεννάει, παρέχει ασφάλεια, φροντίζει, ανταποδίδει.

Και παρ’ ότι μέσα σε ενάμιση χρόνο είχε προλάβει να με χωρίσει 6 φορές, γιατί λέει τον πίεζα, αλλά πάντα επέστρεφε, γιατί όταν με χώριζε, εγώ διαλυόμουν αθόρυβα, σπίτι μου νιώθοντας ένοχη που τον αγαπώ τόσο πολύ και τον πιέζω τόσο. Και όταν έβλεπε ότι δεν τρέχω να τον παρακαλέσω πάντα επέστρεφε με ένα ασαφές μήνυμα, χωρίς ποτέ να μου λέει ντόμπρα γύρνα δεν μπορώ χωρίς εσένα. Πάντα η επιστροφή περιείχε μια επίφαση. Η αγαπημένη μου ήταν ότι είχε κάτι ελιές που είχαμε αγοράσει μαζί στο ψυγείο. Τι να κάνω, μου λέει, να τις πετάξω ή θα έρθεις από εδώ να δούμε ταινία? Πήγα να δούμε ταινία φυσικά. Αυτή ήταν η τρίτη φορά που με χώρισε.

Κάπου στην τέταρτη φορά πήγα να μείνω μαζί του Πειραιά. Στο σπίτι μας, σόρρυ, σπίτι του. Λάθος μεγάλο. Παρ΄ότι ένα μήνα φτιάχναμε μαζί το πάτωμα και το ταβάνι, παρ΄ότι μου ζήτησε να διαλέξω χρώματα για τους τοίχους του σαλονιού και της κουζίνας. Ακόμη και κουρτίνες. Τι διάολο με τις κουρτίνες και τα ζευγάρια? Που βάφουν τις κουρτίνες στο χρώμα που μισούσε ο άλλος? Που με άφησε να διαλέξω κουρτίνες? Τι μανία είναι αυτή με τις κουρτίνες? Έχουν κάποιον συμβολισμό? Είναι αυτές που κρύβουν την ιδιωτική ζωή από το μάτι του επίμονου ημίγυμνου άεργου γείτονα στο μπαλκόνι, που παρατηρούσε ποια είναι αυτή η καινούρια που σπίτωσε ο λύκος?

Να ήμουν μια από τις πολλές που είχε παρατηρήσει ο γείτονας? Μπα, είχα πάντα την αίσθηση ότι ήμουν κάτι το μοναδικό. Για αυτό κόλλησα τόσο πολύ, φίλε. Λυπάμαι αν ακούγομαι εγωίστρια, μακάρι να μπορούσα να ερωτευτώ διαφορετικά, χωρίς να έχω ανάγκη την αίσθηση ότι για εμένα στον κόσμο δεν υπάρχει άλλος και για εσένα στον κόσμο δεν υπάρχει άλλη. Λυπάμαι αλλά έτσι θέλω, και έτσι νόμιζα ότι ήταν. Οπότε μετά τον τέταρτο χωρισμό πήγα να μείνω μαζί του να βγάλουμε μαζί την πρώτη καραντίνα.

Φυσικά δεν το είπαμε ρητά, τύπου, θα έρθω να μείνω εδώ. Απλά ήταν όλα κλειστά, ήταν Δευτέρα πρωί, εγώ δεν είχα να πάω κάπου και μου λέει θέλεις να μείνεις εδώ? Και έμεινα. Για έναν μήνα. Πατρίδα, η νέα μου πατρίδα. Ο τόπος εκείνου που αγαπάς. Καμίνια. Έβγαινα το πρωί, να ανακαλύψω την γειτονιά. Τα Καμίνια το πρωί, πού είναι τα μπακάλικα? Ποιος κυκλοφορεί το πρωί? Εγώ τα ήξερα μόνο βράδυ. Όταν με έφερνε με την μηχανή του να με πάει σπίτι του. Όχι βόλτα στα Καμίνια μαζί του. Αυτά τα ανακάλυψα μόνη μου εγώ. Και τα έβλεπα όμορφα.

Προσπαθούσα δηλαδή να ξετρυπώσω οτιδήποτε ωραίο υπήρχε και ό,τι δεν ήταν όμορφο το βάφτιζα εγώ με άλλο όνομα και το έβλεπα όμορφο. Εγκαταλελειμμένο οικόπεδο με μπάζα, το βάφτιζα πάρκο για τρέξιμο, επίμονος άεργος γείτονας που με παρατηρούσε καπνίζοντας, το βάφτιζα γειτονιά, άσχημοι δρόμοι χωρίς ίχνος δέντρου, γεμάτοι σκουπίδια και τσιμέντο, το βάφτιζα λαϊκή γειτονιά παλιάς κοπής με μια αθωότητα μιας εποχής που έχει παρέλθει, σπίτι ετοιμόρροπο, μεσοτοιχία με της μάνας του, ουσιαστικά σχεδόν ίδιο διαμέρισμα με της μάνας του, το βάφτιζα το σπίτι μας, η ερωτική μας φωλιά, άντρας φοβικός εγωιστής που φοβάται απόλυτα την δέσμευση, επειδή φοβάται την εγκατάλειψη και μου χειραγωγεί το μυαλό για να με κάνει να νιώσω αδύναμη και εξαρτημένη γιατί φοβάται και την δική μου άνεση, αυτοπεποίθηση, σεξουαλικότητα, ελευθερία και αφού με έχει μετατρέψει σε μια υστερική μου λέει ότι δεν είναι πια ερωτευμένος μαζί μου και με πετάει σαν στυμμένη λεμονόκουπα (συγγνώμη για το κλισέ και την χαμηλή αισθητική πληγωμένης γυναίκας, αλλά εκεί είμαι τώρα) τον βάφτιζα άντρα ευαίσθητο, δυνατό που με προστατεύει.

Καμίνια λοιπόν εν μέσω πρώτης καραντίνας. Ένιωθα τέτοια ευτυχία την πρώτη εβδομάδα. Θυμάμαι ξυπνάω το πρωί και καθαρίζω το σπίτι μας, σόρρυ, σπίτι του, να το κάνω πανέμορφο, να τον περιμένω να γυρίσει. Έφτιαξα και φαγητάρα, γαριδομακαρονάδα, νομίζω, έγινα κούκλα, και τον περιμένω να γυρίσει.

Βρήκα και την ψυχική ηρεμία να περάσω χρόνο με τον εαυτό μου ευτυχισμένη, ευτυχισμένη εγώ, με την φαντασίωση ότι επιτέλους έχω μια όμορφη σχέση, ισότιμη, με αμοιβαίο σεβασμό και πολύ έρωτα, κάπου θα μου μάθει η ζωή στο μέλλον ότι πολύς έρωτας και αμοιβαίος σεβασμός δεν πάνε μαζί. Ή μπορεί και να πάνε και για αυτό θα συνεχίσω να πλοηγούμαι στην άβυσσο του δράματος του έρωτα πιστεύοντας ότι μπορώ να το ζήσω.

Ο παππούς μου και η γιαγιά μου το έζησαν, Αλλάξαν οι εποχές? Αλλάζουν όμως τόσο βασικές αρχέγονες ανάγκες των ανθρώπων? Εκτός αν γίνανε οι άνθρωποι ρομπότ. Αν είναι έτσι αφήστε με να πλοηγούμαι στον Πειραιά, όπως μου τον διηγήθηκε ο παππούς μου. Τότε που οι άνθρωποι ερωτευόντουσαν και έμεναν μαζί μια ζωή, όχι επειδή πρέπει. Επειδή έτσι καραγούσταραν.

Γυρίζει λοιπόν, φίλε, βλέπει το σπίτι έτσι, βλέπει εμένα έτσι, βλέπει το φαγητό, κατεβάζει μούτρα μέχρι το πάτωμα και μου λέει ότι του θυμίζω την μάνα του που περίμενε τον άντρα της στο σπίτι να γυρίσει και ήταν μια παθητική άβουλη γυναίκα και ότι δεν θέλει να γίνει σαν την μάνα του και τον πατέρα του και κάπως σαν να μου θύμωσε.

Ε, μου θύμωσα κι εγώ που φέρθηκα τόσο χαζά και ασεβώς και δεν σεβάστηκα την αγάπη μου και την τρόμαξα με την γαριδομακαρονάδα μου και το καθαρό του σπίτι και εμένα κούκλα. Μαλακία είχα κάνει και με τιμώρησα με αρκετές ενοχές που φέρω ακόμη για την πατριαρχία που κουβαλάω μέσα μου και νιώθω όμορφα με τον ρόλο μια γυναίκας που νιώθει ευτυχισμένη με την μονογαμική, μακροχρόνια σχέση, με ένα όμορφο σπίτι φτιαγμένο από αγάπη και θαλπωρή, Θεέ μου τι λέξη και αυτή. Μόνο λέξη. Σε αίσθηση δύσκολα να βρεθεί.

Πατρίδα λένε είναι ο τόπος εκείνου που αγαπάς. Το συμπέρασμά μου είναι ότι μάλλον τον αγάπησα πολύ. Έγιναν τα Καμίνια πατρίδα μου. Σήμερα μπορώ περήφανα να πω ότι είμαι και από τα Καμίνια, ήταν κάποτε πατρίδα μου. Αλλά σαν ερωτικός μετανάστης αναγκάστηκα να φύγω. Είχε πόλεμο στην πατρίδα μου και βομβάρδιζαν άμαχο πληθυσμό. Μπήκα σε βάρκα φουσκωτή φίλε, και ψάχνω καινούριο μέρος να φτιάξω νέα πατρίδα. Κατά προτίμηση λιμάνι. Θα ήθελα να θυμίζει κάπως τον Πειραιά.


Το διήγημα έγραψε η Βικτώρια, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Η πρώτη παράγραφος είναι από το “Πιο πολύ, πιο πολλοί” της Μαλβίνας Κάραλη.

Sanejoker

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο