Τέσσερις μόνο ημέρες μετά την ανάληψη της Προεδρίας από τον Μπάιντεν, η κινητικότητα ως προς τις διαπραγματεύσεις επιστροφής στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είναι έντονη, με ομάδα της Αμερικανικής πλευράς να πρόκειται να ταξιδέψει για νέες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη[1]. Από την πλευρά τους, οι Ιρανοί, φαίνεται ιδανικά να επιθυμούν περισσότερο απλώς μια πλήρη επιστροφή στην ήδη συμφωνηθείσα θέση 6 χρόνια πριν, παρά μια νέα διαπραγμάτευση.

  • από την Βίκυ Ν.


Η γενικότερη στάση της Τεχεράνης ερμηνεύεται ως μια επιπλέον πίεση, προκειμένου στην περίπτωση που εν τέλει καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, να έχουν τη δυνατότητα διεκδίκησης και αποκόμισης περισσοτέρων απ’ ότι το 2015 ωφελειών. Μόνο ο χρόνος θα δείξει ποιο από τα ανωτέρω σενάρια θα εκτυλιχθεί.

Είναι γεγονός, ότι ο Πρόεδρος Μπάιντεν δεν θα επιθυμούσε μια επιστροφή στη Συμφωνία χωρίς διαπραγμάτευση, αφού κάτι τέτοιο δε θα είχε τη σφραγίδα της Προεδρίας του, ενώ αφ’ ετέρου θα προσέδιδε ανάλογη αναγνώριση στη Συμφωνία που επετεύχθη από τον προκάτοχό του Ομπάμα. Ως εκ τούτου, η επαναδιαπραγμάτευση λειτουργώντας διττά, θα προκρίνει τόσο μια “επιτυχία” στο εσωτερικό για τους Δημοκρατικούς, όσο και μια επισφράγιση της νέας αμερικανικής θέσης στα διεθνή πράγματα.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα θέμα, στο οποίο εμπλέκονται περισσότεροι δρώντες από όσους αναφέρονται στο παρόν κείμενο και χωρίς να μας διαφεύγει το ευρύτερο πλαίσιο στο γεωπολιτικό σύμπλοκο της Μέσης Ανατολής, θα εστιάσουμε στο τρίπτυχο των κρατών ΗΠΑ-Ιράν-Ισραήλ, ως τους άμεσα επηρεαζόμενους δρώντες από την πορεία επιστροφής στη Συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Στο ανωτέρω λοιπόν πλαίσιο, έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε κατά πόσον μπορεί η επαναδιαπραγμάτευση για το πυρηνικό πρόγραμμα να εξελιχθεί σε μία αμερικανική στροφή από τον παραδοσιακό της σύμμαχο, το Ισραήλ, προς τον παραδοσιακό της εχθρό, το Ιράν, δεδομένης και της επικείμενης ανάδειξης νέου (ή και όχι) Πρωθυπουργού στο Ισραήλ;

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η διάσταση απόψεων μεταξύ Νετανιάχου και Δημοκρατικών, ειδικά γνωρίζοντας τη στενή σχέση του πρώτου με τον πρώην Αμερικανό Πρόεδρο Ντόναλτ Τραμπ. Μια επανεκλογή Νετανιάχου, ενδεχομένως να φέρει στην επιφάνεια μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης των σχέσεων Ιράν και Αμερικής, την ίδια στιγμή που η Ισραηλινή εξωτερική πολιτική θα αυτονομηθεί σε κάποιο βαθμό από τους Αμερικανούς. Μακρινό σενάριο; όλα θα εξαρτηθούν από το αποτέλεσμα των Ισραηλινών εκλογών τον Μάρτιο. Μένει να δούμε αν θα υπάρξει και συμφωνία μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ για τη Συμφωνία του 2015 πριν τις Ισραηλινές Βουλευτικές Εκλογές ή, αν όλες οι πλευρές θα τηρήσουν στάση αναμονής έως ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων. Παρομοίως, ενδιαφέρον θα έχει και η τυχόν στάση των ψηφοφόρων απέναντι σε μια συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, πριν τις Ισραηλινές εκλογές.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι το Ισραήλ χαρακτηρίζει την προηγούμενη συμφωνία ως “αδύναμη” και ταυτόχρονα προβάλλει τις ανησυχίες του ότι η νέα αμερικανική διοίκηση δεν θα είναι αρκετά σκληρή με τους Ιρανούς κατά τις διαπραγματεύσεις της επιστροφής[2]. Αυτό που φαίνεται να είναι σχεδόν σίγουρο, είναι ότι ΗΠΑ και Ιράν θα επιστρέψουν στην Συμφωνία του 2015, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει για την Αμερική, υποχώρηση σε σημαντικές θέσεις, τις οποίες δε θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει υπό διαφορετικές συνθήκες.

Στο σημείο αυτό ταιριάζει ένα γενικότερο σχόλιο ως προς την αποχώρηση από πολυμερείς ή Διεθνείς Συμφωνίες. Κάθε πλευρά πρέπει να “ζυγίζει” πολύ καλά μια πιθανή αποχώρηση από διεθνή-πολυμερή Κείμενα, Συμβάσεις ή Συμφωνίες, καθώς με οποιαδήποτε διάθεση επιστροφής θα βρίσκεται αυτομάτως σε δυσμενέστερη θέση απ’ ότι προηγουμένως έστω κι αν αυτή η πλευρά είναι μια εκ των μεγαλύτερων διεθνών δρώντων όπως οι ΗΠΑ.

Το Ιράν δείχνει ήδη πριν από την ανάληψη της Προεδρίας να πιέζει τον νεοεκλεγέντα Πρόεδρο σε ότι αφορά την προσεχή όπως όλα δείχνουν επαναδιαπραγμάτευση, ανακοινώνοντας την επανέναρξη εμπλουτισμού ουρανίου σε ένα ποσοστό 20% με διάθεση περαιτέρω αύξησης[3]. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλο το διάστημα που προηγήθηκε της ορκωμοσίας Μπάιντεν, το Ιράν προχώρησε σε διαδοχικές δηλώσεις ζητώντας την άρση των αμερικανικών κυρώσεων[4] ως βασική προϋπόθεση για την επιστροφή στη Συμφωνία του 2015.

Ταυτόχρονα, ο Πρόεδρος του Ιράν, Rouhani ανέφερε σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ότι η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο της αμερικανικής πλευράς και επαφίεται στους τελευταίους η πορεία των μεταξύ τους σχέσεων στη μετά Τραμπ εποχή, δηλώνοντας ότι “δίνεται τώρα η δυνατότητα να εξαλειφθούν όλες οι μαύρες κηλίδες των τελευταίων ετών”[5]. Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί, δηλώνουν δια μέσου του Antony Blinken (υποψηφίου για τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών) ότι οι διαπραγματεύσεις για το ζήτημα του Ιράν, απαιτούν τη σύμπραξη των υπολοίπων πλευρών συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Κόλπου και του Ισραήλ[6]

Ταυτόχρονα, τις ημέρες των Χριστουγέννων, άρθρα στον Ισραηλινό τύπο[7] έκαναν λόγο για κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ/Ισραήλ, ειδικά εν όψει της επετείου δολοφονίας του πρώην επικεφαλής των Ιρανικών ενόπλων δυνάμεων και κατόπιν της δολοφονίας του επικεφαλής του Ιρανικού πυρηνικού προγράμματος το Νοέμβριο του 2020. Είναι ωστόσο ενδεικτικό, το γεγονός ότι καμία μεταγενέστερη των δύο δολοφονιών, κίνηση του Ιράν δεν μπορεί να εκληφθεί ως αντίποινα στη δολοφονία Soleimani, σαφώς ούτε και για τη δολοφονία του πυρηνικού επιστήμονα Fakhrizadeh στα τέλη του Νοεμβρίου 2020. Έτσι, το Ιράν δείχνει να σκληραίνει τη στάση του σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, κατηγορώντας το ευθέως για τη δολοφονία του κορυφαίου πυρηνικού επιστήμονα, ωστόσο όμως φαίνεται να προτιμά να χρησιμοποιήσει τις δολοφονίες των υψηλόβαθμων στελεχών του ως επιχείρημα κατά τη διαπραγμάτευση, παρά να προχωρήσει σε αντίποινα προ αυτής χάνοντας έτσι το προβάδισμα της θέσης του. Είναι σαφές ότι στην περίπτωση που δεν λάβει τυχόν διεκδικήσεις κατά τις διαπραγματεύσεις, δε θα δυσκολευτεί να βρει στόχους προκειμένου να αντεπιτεθεί.

Ως επιστέγασμα, οι εξελίξεις επάνω στο θέμα της επιστροφής στη Συμφωνία του 2015 προβλέπονται συνεχείς με έντονο ενδιαφέρον για την έκβαση, αλλά και τη στάση του Ισραήλ στο θέμα τόσο πριν όσο και μετά τις βουλευτικές εκλογές.

 

Πώς θα χρησιμοποιηθεί αυτή η επαναπροσέγγιση του ζητήματος της Συμφωνίας για το Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα από τους διάφορους υποψηφίους και αν εν τέλει διαφανεί και σε ποιο βαθμό, απομάκρυνση του Ισραήλ από τις θέσεις των ΗΠΑ; Σε αυτή την προβληματική, είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε μέχρι ποιο σημείο και οι ίδιες οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να θέσουν σε κίνδυνο τις σχέσεις τους με τον παραδοσιακό τους σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Μένει να δούμε τις επικείμενες εξελίξεις στο άμεσο μέλλον και την πραγμάτωση της στρατηγικής καθενός από τα εμπλεκόμενα μέρη.


[1]https://www.haaretz.com/us-news/.premium-with-iran-nuclear-deal-likely-israel-puts-all-options-back-on-the-table-1.9475652

[2] https://www.haaretz.com/us-news/.premium-with-iran-nuclear-deal-likely-israel-puts-all-options-back-on-the-table-1.9475652

[3]https://www.aljazeera.com/news/2021/1/1/iran-iaea-enrich-uranium-to-20-percent

[4]https://www.jpost.com/middle-east/iran-news/iran-will-expel-un-nuclear-watchdog-inspectors-unless-sanctions-are-lifted-654824

[5]https://www.jpost.com/breaking-news/irans-rouhani-urges-biden-to-return-to-2015-nuclear-deal-656050

[6]https://www.jpost.com/breaking-news/irans-rouhani-urges-biden-to-return-to-2015-nuclear-deal-656050

[7]https://www.jpost.com/opinion/will-israel-and-the-us-succeed-in-preventing-war-with-iran-653344

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο