Στις 11:30 το βράδυ της 11ης Ιανουαρίου του 1949 ισχυρές δυνάμεις του ΔΣΕ προσβάλλουν τα φυλάκια του Κυβερνητικού Στρατού στον Άγιο Θεολόγο, και το γήπεδο της Νάουσας. Ένα τάγμα της 18ης καταφέρνει να ανοίξει πέρασμα εξουδετερώνοντας παγιδευμένα συρματοπλέγματα κοντά στο ύψωμα του Αϊ-Λια. Ανοίγει ο δρόμος για τη Νάουσα. Σε 15 λεπτά, μετά από μεγάλη έφοδο της 103ης, πέφτει το ύψωμα του Θεολόγου, βασικού στηρίγματος του κυβερνητικού στρατού, η πιο στρατηγική θέση του. Το Κουκούλι βόρεια της Νάουσας έχει καταληφθεί καθώς είναι αφύλακτο. Το ξημέρωμα βρίσκει κυβερνητικό στρατό, χωροφύλακες, ΜΑΔ και ΜΑΥδες ταμπουρωμένους στα κτίρια του Σιδηροδρομικού Σταθμού, του Υδραγωγείου, του Γυμναστηρίου, του Νοσοκομείου, του εργοστασίου Λαναρά, στην Ασφάλεια της Νάουσας και στις βίλες των πλουσίων και των προυχόντων της πόλης.


“Κάψτε τα, κάψτε τα!”

Ακολουθεί μια ιστορία από τα κάτεργα των Λαναράδων, το τελευταίο οχυρό των μοναρχοφασιστών στην μάχη της Νάουσας με τον ΔΣΕ, το οποίο πυρπόλησαν οι αντάρτες και την νίκη του ΔΣΕ στην μάχη της Νάουσας, που ξεκίνησε σαν σήμερα, 11 Ιανουαρίου 1949.

Ένα κεφάλι φάνηκε στο παράθυρο κάποιου χαμόσπιτου η Ζίνα Σπυροπούλου, η παλιά υφαντουργίνα. Οι καπνοί που ανέβαιναν από τις καμινάδες γεννούσαν στην ψυχή της ανείπωτη χαρά. Ξαναθυμήθηκε τα περασμένα. Από μικρή έμεινε ορφανή. Τον πατέρα της δεν τον θυμόταν καλά καλά. Σκοτώθηκε, λένε, στον Μικρασιατικό πόλεμο. Από τότε η μάνα της φορούσε μαύρα, έτσι όπως μαύρη ήταν η ζωή τους. Δούλευε πολύ καιρό στα πλουσιόσπιτα για ένα κομμάτι ψωμί. Ύστερα έπιασε δουλειά στα υφαντουργεία του Λαναρά. Μα όσα έπαιρνε, δε φτάναν πουθενά, ούτε τον μπακάλη, ούτε τον φούρναρη ξοφλούσε.

Για αυτό πήρε και την μικρή Ζίνα από το σχολείο στο εργοστάσιο. Μαζί σηκώνονταν τα χαράματα, άφηναν τον Γιαννάκη στη γειτόνισσα και τραβούσαν για δουλειά. Όλη μέρα η μικρή σκέβρωνε διπλωμένη στα δύο να γεμίζει μασούρια να μαζεύει κλωστές και να ανοίγει μαλλιά. Και όταν κάποτε τέντωνε τα χέρια της να ξαποστάσει, άκουγε το αφεντικό να φωνάζει: “Άντε μυξιάρικα! Δουλέφτε”. Πολλά παράξενα έβλεπε εκεί μέσα. Το αφεντικό να δέρνει τα παιδιά, να διώχνει τις κοπέλες από την δουλειά, ενώ αυτές χύνανε μαύρα δάκρυα….και όλα αυτά άναβαν φόβο και μίσος στην ψυχή της. Ένα Σάββατο, θυμάται, που παίζαν το μεσημέρι στην αυλή τα παιδιά, σπάσανε κατά λάθος ένα τζάμι. Το αφεντικό αγρίεψε. Έδειρε κάμποσα παιδιά εκείνη την μέρα και από τα άλλα κράτησε όλα τα μεροκάματα της εβδομάδας. Κράτησε φυσικά και της Ζίνας.

Έκλαιγε όλη νύχτα για την αδικία αυτή γιατί δεν έπαιξε καθόλου με τα παιδιά εκείνη την μέρα. “Μάνα, θα πάω να του σπάσω όλα τα τζάμια”, λέει ανάμεσα στα δάκρυα. “Θα του τα σπάσω και δεν θα ξαναπατήσω εκεί. Θα βάλω φωτιά στο εργοστάσιο. Φωτιά μωρέ, φωτιά να τον κάψει”. Πέρασαν έτσι τα χρόνια. Η χλομή Ζίνα έγινε κοπέλα δεκαοκτώ χρονών. Δε γέλασε και και δεν χάρηκε ποτέ. Η μόνη αγάπη που ένιωθε ήταν η αγάπη για τη μάνα και τον Γιαννάκη, που τώρα στο κρεβάτι έλιωνε από το χτικιό. Έτσι ήταν η ζωή τους όταν ξέσπασε μια απεργία στο εργοστάσιο. Εργάτες και εργάτριες ξεχύθηκαν στα πεζοδρόμια.

Και η Ζίνα ήταν πρώτη. Άδικα η μάνα της την τραβούσε από το φουστάνι… φώναζε μαζί με τους άλλους στην πρώτη γραμμή. Μερικοί πυροβολισμοί ακούστηκαν στον αέρα και άρχισαν να πέφτουν τα γκλόμπς. Η Ζίνα δεν βάσταξε. “Τι καθόμαστε μωρέ, και μας σκοτώνουν; Χτυπάτε!” φώναξε και αυτή και άρπαξε το χωροφύλακα απο το γιακά. Όταν διαλύθηκε το πλήθος, πάνω στο πλακόστρωτο είχαν μείνει κάμποσοι νεκροί και τραυματίες. Τα πεζοδρόμια της Νάουσας βάφτηκαν με αίμα εργατικό. Την άλλη μέρα η αστυνομία έπιασε πολλούς. Και τη Ζίνα τη φώναξε στο γραφείο του ο γιός του Λαναρά.

“Απέργησες και εσύ;” “Ναι, μήπως απεργήσαμε κρυφά; Το δίκιο μας θέλουμε” “Μα εσύ κοπέλα μου δεν έχεις ανάγκη να απεργήσεις. Τι θέλεις με τους άλλους; Τώρα θα σε διώξουμε από το εργοστάσιο. Τι θα απογίνεις;”. Κι αν με διώξετε; Δε θα πεθάνω. Τα χέρια μου να είναι καλά”. “Βέβαια… αλλά εγώ δεν θα το κάνω. Εάν ήταν καμία άλλη θα την έδιωχνα, μα εσύ είσαι τόσο ωραία… καταλαβαίνεις”. Άπλωσε και έπιασε τα χέρια της. “Εσύ μπορείς να έχεις ότι θέλεις, μα όχι την απεργία… είσαι ωραία και μου αρέσεις πολύ”. Και προσπάθησε να την τραβήξει κοντά του. Τράβηξε το χέρι της απότομα… έτρεξε στην πόρτα. Της έφραξε τον δρόμο. “Κάτω τα χέρια”. Τον έσπρωξε με δύναμη και βγήκε από την πόρτα. Έκανε πολλούς μήνες να βρει δουλειά σε άλλο εργοστάσιο, μα στου Λαναρά δεν ξαναπήγε. Εκεί, στο νέο εργοστάσιο γνώρισε τον Θανάση. Μιλούσε για την αδικία για τα κλεμμένα πλούτια των Λαναράδων.

Μια μέρα διώξανε είκοσι εργάτες γιατί, λέει, μοίραζαν προκηρύξεις. Και η απεργία ξέσπασε την άλλη μέρα. Ύστερα όμως από δύο μέρες πιάσαν τον Θανάση και άλλους. Πιάσαν και αυτήν. Σε λίγες μέρες τις εργάτριες τις άφησαν. Όμως τον Θανάση και τους άλλους τους έστειλαν εξορία. Στο σταθμό χαιρετίστηκαν μόνο από μακριά. “Θα ξαναγυρίσουμε γρήγορα”, είπε ο Θανάσης και κοίταξε την Ζίνα. Νόμισε πως το έλεγε μόνο για εκείνη. Τα μάτια της βούρκωσαν σαν χάθηκε το τραίνο στον κάμπο. Τώρα καταλάβαινε πως τον αγαπούσε περισσότερο από φίλο. Και την αγάπη της αυτή την ξερίζωσαν οι Λαναράδες. Τώρα τους μισούσε πιο πολύ. Μετρούσε τους μήνες πότε θα γυρίσει. Μα δε γύρισε. Άρχισε η δικτατορία του Μεταξά.

Οι εξόριστοι και φυλακισμένοι πληθαίνανε. Έπειτα πέθανε ο Γιαννάκης, ήρθε η κατοχή, έμαθε πως και τον Θανάση τον σκότωσαν στο Χαϊδάρι. Τα βάσανα όλα μαζεύτηκαν και τυπώθηκαν πάνω στο πρόσωπο της. Φόρεσε μαύρα, χλόμιασε πολύ και δύο ζάρες γύρω από τα χείλη της την έδειχναν γριά. Μετά τους Γερμανούς ξανάκαναν φτερά οι ελπίδες της. Πίστεψε πως θα γλίτωνε από τα νύχια του αφεντικού.

Μα σε λίγο άρχισαν πάλι οι δολοφονίες των εργατών στους δρόμους. Τούτο το δειλινό έβλεπε μέσα στους πυκνούς καπνούς που βγαίναν από τα ερείπια των εργοστασίων όλη την ζωή της. Να, έτσι μαύρη ήρθε και πέρασε και αυτή. Μα τώρα παράξενη, άγρια χαρά, έφεγγε στο πρόσωπο της, λες και ήταν η λάμψη από τις κόκκινες φλόγες της πυρκαγιάς. Ξαναθυμήθηκε εκείνο το παιδικό όνειρο της να πάει να κάψει το εργοστάσιο του Λαναρά. Και όπως σκάγαν τα πυρομαχικά και γκρέμιζαν τους τοίχους των εργοστασίων, ξέσπασε το άγριο της μίσος.

Από το παράθυρο του χαμόσπιτου φώναξε με παράξενη πνιγμένη φωνή, σαν να φώναζε σε όλους τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού: “Κάψτε τα…Αυτού μέσα έφαγα τα νιάτα μου. Αυτού άσπρισαν τα μαλλιά μου. Κάψτε τα”. Και σκούπισε ένα δάκρυ. Το δάκρυ της χαράς και της εκδίκησης.

  • απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Κυτόπουλου, “Η μάχη της Νάουσας”, σελ. 83-89

Praxis Review

Μοιραστείτε.

Σχετικά με τον συντάκτη

N.

Αφήστε ένα σχόλιο