Ιδέες

Ελλείψεις μητέρων παιδεύσουσι τέκνα

By N.

October 21, 2017

Από τον Παναγιώτη Μουντούρη*

Η γέννηση μας – ή καλύτερα η σύλληψη μας – αποτελεί μια ψυχική συνομιλία τριών γενεών.  Είναι η συνάντηση της εγκύου γυναίκας με τη μητέρα της (το πώς δηλαδή έχει βιώσει και έχει αποθηκεύσει μέσα της τη μητέρα των παιδικών της χρόνων), η συνάντηση με τον ίδιο της τον εαυτό (το πώς βιώνει η ίδια το ρόλο της ως μητέρα) και η συνάντηση με το παιδί που κυοφορεί ή έχει γεννήσει.

Συναισθηματικές ελλείψεις, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, απώλειες, στερήσεις, απογοητεύσεις, αποτελούν το ακατέργαστο υλικό  πάνω στο οποίο σμιλεύεται η προσωπική ιστορία του καθενός η οποία εκχωρείται ασυνείδητα από τη μητέρα στο παιδί  και αυτό με τη σειρά του ως μελλοντικός ενήλικας στους δικούς του απογόνους.

Είναι γνωστό πλέον ότι το βρέφος αποκτά ψυχολογικά θεμέλια και διαμορφώνει ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος της ταυτότητας του κατά τους πρώτους μήνες της σχέσης με τη μητέρα. Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν η μητέρα, ως φορέας της δικής της ψυχικής κληρονομιάς από τη δική της μητέρα,  προάγει την αυτονομία και την εξέλιξη της προσωπικότητας του παιδιού της ή αν αυτή η κληρονομική μετάγγιση εμποδίζει την δημιουργία μιας ανεξάρτητης και αυθύπαρκτης ταυτότητας.

Ο τρόπος με τον οποίο το βρέφος συνάπτει σχέσεις με τη μητέρα στα πρώτα χρόνια της ζωής του θα μπορούσε να περιγραφεί, συνοπτικά, ως το διάσελο μιας διαδρομής που έχει αφετηρία την πλήρη συγχώνευση με τη μητέρα και η οποία οδεύει προς τη σχετική διαφοροποίηση, μέχρι να καταλήξει – εφόσον το επιτρέψει η μητέρα και το περιβάλλον –  σε μια ολοκληρωμένη, ανεξάρτητη και αυτόνομη ταυτότητα.

Αν σε αυτή τη διαδρομή της ψυχικής εξέλιξης του παιδιού, το οποίο αρμολογείται προς μια συνεχή ροπή προς την ανεξαρτητοποίηση, οι συναισθηματικές ελλείψεις και τα ψυχικά κενά της μητέρας έρθουν σε προτεραιότητα τότε εγκαθιδρύεται μια συγχωνευτική σχέση μητέρας και παιδιού  η οποία λειτουργεί προς όφελος των ελλείψεων της μητέρας και όχι προς όφελος των αναγκών του παιδιού.

Η ενορχήστρωση μιας συχγωνευτικής σχέσης αποτελείται από μια εύθραυστη και στερημένη μητέρα, με έντονες συναισθηματικές ελλείψεις και εξαρτητικές ανάγκες από τη μια και ένα παιδί, το οποίο νιώθει το συναίσθημα του πνιγμού, της ασφυξίας και της φίμωσης της ύπαρξης του  ως επακόλουθο  της υπερπροστατευτικότητας της μητέρας. Όσες περισσότερες ελλείψεις υπάρχουν στη μητέρα, από τη δική της τη μητέρα, τόσο πιο άκαμπτη θα είναι η συναισθηματική θηλιά  που θα περισφίγγει τη σχέση με το παιδί της. Ίσως θα μπορούσε να μας επιτραπεί να πούμε ότι η μητέρα έχοντας νιώσει θύμα στη σχέση με τη δική της τη μητέρα τώρα αναλαμβάνει το ρόλο του θύτη στη σχέση με το δικό της το παιδί. Αυτό μεταφράζεται σαν  οι ελλείψεις και η αποστέρηση που ένιωσε ως παιδί να μετατρέπονται  σε υπερπροστασία στο δικό της το παιδί, (να μεταθέτει στο παιδί της τις δικές της εξαρτητικές ανάγκες), σαν να μην αντέχει δηλαδή το παιδί της να βιώσει την απόσταση, τις ελλείψεις και τα κενά που η ίδια βίωσε με τη δική της μητέρα.

Μέσα σε μια τέτοια αποπνικτική και πνιγηρή διαλογή σκιάζεται, εμποδίζεται ή/και απαγορεύεται  κάθε προσπάθεια αυτονόμησης του παιδιού. Το παιδί λειτουργεί ως ένα εξάρτημα της μητέρας, μια προέκταση της για να καλύπτει τις ανεπούλωτες ελλείψεις της.  Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι ήδη εγκαθιδρύεται στον ψυχισμό του παιδιού ο τρόπος να συνάπτει σχέσεις υπηρετώντας  τις ανάγκες του άλλου και κάθε προσπάθεια για διαφοροποίηση και ανεξαρτητοποίηση να κυοφορεί τις πρώτες ενοχές. Ενοχές ότι κάνει κάτι που απαγορεύει και πληγώνει τη μητέρα.

Η μητέρα είναι το πρόσωπο εκείνο που πρέπει να είναι “πάντα εκεί” (να ταΐσει, να νταντέψει, να συμβουλέψει, να ακούσει, να παρηγορήσει), αλλά, την ίδια στιγμή εκείνη που θα αντέξει να την «εγκαταλείψουν». Η διεργασία του «να είσαι εκεί για να εγκαταλειφθείς» ίσως είναι η πιο δύσκολη πλευρά της μητρότητας. (Furman 1996).

*Ψυχαναλυτικός Ψυχοθεραπευτής

Βιβλιογραφία