Επικαιρότητα

«Εκεί δεν ήμασταν άνθρωποι πια. Ήμασταν κτήνη…»

By N.

January 27, 2016

Το κολαστήριο του Άουσβιτς

 

«Μια νύχτα που μόνος επισκέφθηκα το απελευθερωμένο πια στρατόπεδο του Άουσβιτς, κυκλοφορούσα στους έρημους δρόμους του μαρτυρίου, ένα μήνυμα έφθασε ως την καρδιά μου. Καθώς σήκωσα το βλέμμα, αντίκρισα το άπειρο πλήθος των άστρων που τώρα λαμποκοπούσαν, γιατί δεν τα σκέπαζε πια ο καπνός της καύσης των πτωμάτων με τη φρικιαστική του οσμή.

Κάθε άστρο, έγινε τότε, στα μάτια μου, η χαμένη ψυχούλα ενός αθώου βρέφους, παιδιού, ενήλικου, ηλικιωμένου, μητέρας ή αναπήρου!

Κάποια δροσοσταλίδα έπεσε στο πυρακτωμένο μέτωπό μου: ένα δάκρυ του Θεού για τούτες όλες τις αδικοχαμένες υπάρξεις. Κι ήταν σαν να μου μηνούσε τούτο το θεϊκό δάκρυ μια προσταγή: δεν πρέπει να ξεχαστούν!».

Μ’ αυτά τα λόγια στην εισαγωγή του βιβλίου του «Έζησα τον Θάνατο», ο Χάιντς Σαλβατόρ Κούνιο, ο …«αριθμός 109565», που σε ηλικία 15 ετών βρέθηκε κρατούμενος στα στρατόπεδα θανάτου Άουσβιτς-Μπίρκεναου, διατρανώνει με τον πλέον γλαφυρό και πειστικό τρόπο γιατί επτά δεκαετίες μετά το Ολοκαύτωμα, τα φρικιαστικά εγκλήματα της ναζιστικής μηχανής θανάτου δεν πρέπει να ξεχαστούν.

Θέλοντας να κρατήσουν τη μνήμη αυτή ζωντανή, για να μην επαναληφθούν αυτά τα ειδεχθή εγκλήματα «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ», το 2005, τα Ηνωμένα Έθνη καθιέρωσαν την 27η Ιανουαρίου ως Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος, τα θύματα της Σοά (Shoa), της καταστροφής όπως υποδηλώνει ο όρος στην εβραϊκή γλώσσα.

Έντεκα εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ αυτών και έξι εκατομμύρια Εβραίοι, δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος από τους ναζί, από το 1941 έως και το 1945, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Εβραϊκό Συνέδριο (World Jewish Congress) και περίπου 500.000 επιζήσαντες εξακολουθούν να βρίσκονται εν ζωή.

Στο μήνυμά του με αφορμή τη σημερινή ημέρα μνήμης, ο πρόεδρος Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου (World Jewish Congress) Ρόναλντ Λόντερ τονίζει –μεταξύ άλλων- την ανάγκη να μην επαναληφθούν τα ειδεχθή εγκλήματα του Ολοκαυτώματος, αλλά και να διασφαλιστούν οι συνθήκες εκείνες που θα επιτρέψουν ένα αξιοπρεπές υπόλοιπο ζωής για τους ηλικιωμένους επιζώντες της θηριωδίας, που ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

«Επτά δεκαετίες μετά το Ολοκαύτωμα, επικίνδυνες μορφές αντισημιτισμού σηκώνουν απειλητικά και πάλι το κεφάλι τους σε όλο τον κόσμο. Σε συνδυασμό με την απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, ζούμε σε δύσκολους καιρούς. Είναι καθήκον μας, ως πολίτες του κόσμου και υπέρμαχοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των πολιτών, να διασφαλίσουμε ότι οι λέξεις “ποτέ ξανά” είναι κάτι περισσότερο από ένα επαναλαμβανόμενο σλόγκαν και μας καθοδηγούν στις δράσεις μας. Κι αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να νικήσουμε τον ISIS και άλλες παρόμοιες ομάδες που διαπράττουν βάρβαρες ενέργειες μαζικής σφαγής ανθρώπων» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Λόντερ.

Ο πρόεδρος του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου τονίζει, επίσης, την ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο δράμα πολλών ηλικιωμένων επιζώντων του Ολοκαυτώματος, που πολλές φορές δίνουν μάχη να διασφαλίσουν τα προς το ζην.

«Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να τιμούμε τη Σοά και τους έξι εκατομμύρια εβραίους που δολοφονήθηκαν. Αλλά είναι εξίσου σημαντικό να καταδείξουμε την τρομερή κατάσταση με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι πολλοί επιζώντες σήμερα. Έχουν δικαίωμα να ζουν με αξιοπρέπεια», αναφέρει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με στοιχεία μελέτης που δόθηκε πέρυσι στη δημοσιότητα, περίπου οι μισοί από τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος ζουν σε συνθήκες φτώχειας…

Ο φόρος αίματος των εβραϊκών κοινοτήτων στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα ζούσαν περισσότεροι από 79.000 Εβραίοι πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε κοινότητες. Μετά τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, σε ποσοστό 87% εξολοθρεύτηκαν και η εβραϊκή παρουσία συρρικνώθηκε δραματικά.

Το μεγαλύτερο τίμημα πλήρωσε η Θεσσαλονίκη, όπου υπήρχε η μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα. Σύμφωνα με στοιχεία από την επίσημη ιστοσελίδα της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, από τους 46.091 Θεσσαλονικείς εβραίους, που μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επέστρεψαν μόνο 1.950, δηλαδή ποσοστό περίπου 4%…

Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τον θάνατο και παρ’ όλα αυτά κατάφεραν να επιζήσουν για να γίνουν οι ίδιοι μάρτυρες της πιο σκοτεινής σελίδας της παγκόσμιας ιστορίας.

Άνθρωποι που βίωσαν την πλήρη απαξίωση και τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ζωής στα στρατόπεδα του μαρτυρίου του Γ’ Ράιχ, επειδή γεννήθηκαν με… «λάθος» θρήσκευμα κατά τη ναζιστική μηχανή θανάτου…

«Εκεί δεν ήμασταν άνθρωποι πια. Ήμασταν κτήνη…»

Ένας απ’ αυτούς, ο Βενιαμίν Καπόν, σε μια συνέντευξη-ποταμό το 2011, μόλις δύο χρόνια πριν από τον θάνατό του, είχε αφηγηθεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ στιγμές του μαρτυρίου που λάβωσαν το κορμί και την ψυχή του, μεταφέροντας εικόνες από τις σκοτεινές εκείνες ημέρες, όταν η μυρωδιά του θανάτου σκέπαζε τα πάντα…

«Εκεί» -είχε πει- «…δεν ήμασταν άνθρωποι πια. Ήμασταν κτήνη» και με το βλέμμα κολλημένο πάνω στο νούμερο που είχε χαραγμένο στο χέρι –αυτό που τού χάραξαν οι ναζί και αυτό που με τη σειρά του χάραξε την πορεία της δικής του ζωής- συνέχισε:

«…Μας έβαλαν στα τρένα (από την Αθήνα, όπου είχε καταφύγει)- εκατό άνθρωποι μέσα, χωρίς νερό, χωρίς τίποτα. Όλη η οικογένεια. Οι θείοι μου, τα ξαδέλφια μου… Κάναμε οχτώ ημέρες: Αθήνα- Άουσβιτς Μπίρκεναου. Φύγαμε από εδώ, Γιουγκοσλαβία, Αυστρία, Πολωνία και φτάσαμε.

»Φτάνοντας εκεί, υπήρχε, κατεβαίνοντας από τα βαγόνια, διαλογή. Ήταν ένας Γερμανός από εδώ, ένας από εκεί. Γυναίκες χωριστά, άνδρες χωριστά. Νέοι χωριστά, γέροι χωριστά. Τη μάνα μου την πήραν με τα φορτηγά αυτοκίνητα. Όποιοι οι Γερμανοί θεωρούσαν πως δεν μπορούσαν να προσφέρουν- ανήμποροι, όσοι είχαν παιδιά στο χέρι- ήταν για τους φούρνους. Έχω τη λίστα από τη δική μου αποστολή, πόσοι συνολικά έφτασαν εκείνη την ημέρα, γι αυτό και ξέρω πότε ακριβώς σκοτώθηκε η μάνα μου. Ήταν μόλις 40 χρονών.

»Με βάζουν εμένα δεξιά, τον πατέρα μου αριστερά. Ο ξάδελφός μου είχε πλατυποδία. Βλέποντας πως αυτούς στην αριστερή πτέρυγα τους πήγαιναν με τα φορτηγά, λέει στον πατέρα μου: Θείε, δεν έρχεσαι εσύ εδώ; Εγώ δεν μπορώ να περπατήσω. Ο πατέρας μου ήρθε σ’ εμένα κι ο ξάδελφός μου, που η μοίρα τού έπαιξε άσχημο παιχνίδι, πήγε κατευθείαν στον φούρνο.

»Τη μάνα μου την πήραν. Εμάς μας πήραν για να δουλέψουμε στο στρατόπεδο. Μας έκαναν πάλι διαλογή εκεί. Περνάει ο πατέρας μου δεξιά, περνάει ένας ξάδελφος αριστερά, περνάω εγώ και με βάζουν με τον πατέρα μου, χωρίς να ξέρουν ότι έχουμε συγγένεια. Ο πατέρας μου λέει στον ξάδελφό μου: δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας; Κι αυτός είπε, ας αφήσουμε την τύχη καθενός, όπως έρχεται. Και τον πήραν να δουλέψει στα κρεματόρια. Όσοι δούλευαν στα κρεματόρια ήταν καταδικασμένοι, καθώς κάθε λίγο τους σκότωναν για να μην δίνουν μαρτυρίες. Εγώ ήμουν 17 χρονών τότε. Εκεί δεν ήμασταν άνθρωποι πια. Ήμασταν κτήνη.

»Όσοι έφυγαν από εδώ, έφυγαν το 1943. Εμείς πήγαμε έναν χρόνο μετά. Έτσι, βρήκαμε ανθρώπους που ήταν ήδη εκεί έναν χρόνο και μας έδειξαν τα κατατόπια. Μπήκαμε σ’ ένα εργοστάσιο για δουλειά και οι αδελφές μου επίσης. Αυτές έκαναν κοτσίδες κι εμείς κάναμε κάτι βαλίτσες που έχουν μπροστά τα πλοία για να μην χτυπήσουν, όταν μπαίνουν στο λιμάνι. Ήταν από τα μαλλιά γυναικών. Τις κούρευαν τα μαλλιά και κάναμε εμείς μετά τις πλεξούδες. Στο κρεματόριο, έβγαζαν τα χρυσά, τα δόντια, τα ρούχα και τα έστελναν στη Γερμανία. Όταν κατέβαινες από το τρένο, τα άφηνες όλα εκεί.

»Το στρατόπεδο ήταν με συρματοπλέγματα ηλεκτροφόρα. Το πρωί βλέπαμε πολλούς που δεν άντεχαν και πήγαιναν εκεί κι αυτοκτονούσαν.

»Όλα αυτά ήταν στο Μπίρκεναου. Το Άουσβιτς ήταν άλλο στρατόπεδο, θα λέγαμε λίγο πιο … εξευγενισμένο. Εγώ έμεινα στο Μπίρκεναου από τον Απρίλιο του 1944 μέχρι το Νοέμβριο του ίδιου έτους, που κόντευαν να μπουν οι Ρώσοι μέσα. Ακούγαμε τα κανόνια. Τότε μας πήγαν σε άλλο στρατόπεδο.

»Έχω γυρίσει πέντε στρατόπεδα. Σ’ ένα απ’ αυτά τα στρατόπεδα με χωρίζουν από τον πατέρα μου. Αυτός δούλευε σ’ ένα πολύ σκληρό στρατόπεδο. Ήταν τέτοια η σκληρότητα, που σ’ ένα βιβλίο που έχω περιγράφει πως όταν πήγε ο Άιζενχαουερ κι ο Πάτον εκεί, πήγαν σε μια γωνία για να κάνουν εμετό.

»Το τελευταίο στρατόπεδο, απ’ όπου ελευθερώθηκα ήταν το Μπέργκεν – Μπέλσεν. Ελευθερώθηκα στις 15 Απριλίου του 1945. Μπήκαν τα στρατεύματα των Άγγλων μέσα και μας ελευθέρωσαν. Εκεί, στο Μπέργκεν – Μπέλσεν ήταν όλο νεκροί. Είχαν εξανθηματικό τύφο. Όσοι ήμασταν … κάπως ζωντανοί, κοιμόμασταν με τους νεκρούς. Βάζαμε το χέρι για μαξιλάρι. Δηλαδή, δεν ήμασταν άνθρωποι, ήμασταν κτήνη.

»Εκεί, συμπτωματικώς, βρήκα και τη μια μου αδελφή, τη μικρή μου αδελφή, χωρίς να ξέρουμε. Η άλλη μου η αδελφή, η μεγάλη, ελευθερώθηκε στο Μπίρκεναου, από τους Ρώσους, τον Ιανουάριο του 1945. Νωρίτερα από εμάς. Είμαστε από τις σπάνιες οικογένειες που γυρίσαμε από τους πέντε οι τέσσερις.

»Έγινε η απελευθέρωση. Μπήκαν οι Άγγλοι μέσα. Εμείς δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε. Όλοι ήταν νεκροί ή σχεδόν νεκροί. Μας πήραν με σκάφανδρα από εκεί. Τόσο μολυσμένο ήταν το στρατόπεδο, αφού όλοι είχαμε περάσει εξανθηματικό τύφο. Μας πήγαν σε μια κωμόπολη που λεγόταν Τσέλιο. Μείναμε εκεί από τον Απρίλιο του 1945, που ελευθερωθήκαμε έως 15 Αυγούστου περίπου. Μείναμε στην κωμόπολη αυτή, ώσπου να συνέλθουμε. Μείναμε σε στρατώνες. Από εκεί, αφού συνήλθαμε κάπως, μας πήγαν στις Βρυξέλλες, με τρένο. Εκεί, καθίσαμε 15 ημέρες. Μας βοήθησε πολύ η πρεσβεία η ελληνική κ.λπ.

»Στο μεταξύ, ο πατέρας μου ελευθερώθηκε σε άλλο στρατόπεδο από τους Αμερικανούς. Και δηλώθηκε ως Γάλλος και πήγε στο Παρίσι. Από τους πρώτους που τους μάζεψαν. Εν τω μεταξύ, στο Παρίσι ήταν ένα ξενοδοχείο, που λειτουργούσε ως κέντρο πληροφοριών, γι αυτούς που είχαν σωθεί από όλα τα στρατόπεδα.

»Ο πατέρας μου, όντας στο Παρίσι, πήγαινε κάθε ημέρα εκεί προκειμένου να δει μήπως μπορεί να βρει το σόι. Και διαβάζει ότι η Αλίκη Καπόν και ο Βενιαμίν Καπόν είναι επιζώντες του Μπέργκεν Μπέλσε. Από την Ελλάδα ήταν κάποιος ταξίαρχος και ήρθε να συγκεντρώσει και να συντονίσει, να πάρει όλους τους Έλληνες και όλους όσοι ήταν ελληνικής καταγωγής. Ο πατέρας μου τον βρήκε στο Παρίσι. ‘Ό,τι θέλεις να σου δώσω, να μου φέρεις τα δύο αυτά παιδιά εδώ, στο Παρίσι’, του είπε. Και επέστρεψε στη Γερμανία ο σύνδεσμος, μας έφερε ένα γράμμα και φωτογραφίες, αλλά δεν μπόρεσε να μας πάει στο Παρίσι.

»Εμείς, πήγαμε πρώτα στις Βρυξέλλες και μας πήγαν στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου του 1945. Είχαμε συγγενείς που ζούσαν στη Γλυφάδα και μας πήγαν εκεί. Ήρθε και ο πατέρας μου από το Παρίσι. Για τη μεγάλη αδελφή μου δεν είχαμε κανένα νέο. Μάλιστα, της κάναμε και μνημόσυνο. Αλλά τους είχαν πάει τελικά στο Μινσκ της Λευκορωσίας και κάποτε, κάποιος μας ειδοποίησε πως γυρίζουν- και γύρισε η αδελφή μου τελικά, μέσω Σιδηροκάστρου, στη Θεσσαλονίκη. Τελικά, συναντηθήκαμε όλοι εδώ. Το σπίτι που είχαμε εδώ όταν φύγαμε, το είχαμε δώσει σ’ έναν πελάτη, με τον όρο να μας το δώσει πίσω, όταν γυρίσουμε. Τα έπιπλα τα είχε δώσει προίκα στην κόρη του και το διαμέρισμα το πήραμε πίσω με δικαστήριο.

»Πριν από εμάς, οι θείοι μας και συνέταιροί μας κρύφτηκαν εδώ, στην Αθήνα, και γύρισαν πιο μπροστά. Άρχισαν και δούλευαν το μαγαζί και όταν γυρίσαμε βρήκαμε ένα μαγαζί.

»Όλοι όσοι γυρίσαμε, κάθε βράδυ ήμασταν έξω και μεθούσαμε. Όσοι σωθήκαμε… Μετά παντρευτήκαμε, κάναμε οικογένεια- η ζωή κυλούσε. Και σιγά-σιγά ήρθε η νέα γενιά. Οι μνήμες δεν σβήνουν ποτέ.

»Εγώ, πήρα και τα παιδιά μου στο Μπίρκεναου, αλλά δεν μπορούν να αισθανθούν αυτά που έζησα. Δεν γίνεται. Συγκινούνται, κλαίνε, αλλά δεν γίνεται να ζήσουν αυτό που έζησα εγώ»…

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ