Ένα ζευγάρι προσφύγων έφτασε με ακόμα 30 άτομα στις ακτές της Σάμου, στις 21 Απριλίου. Όπως υποστηρίζει σε μήνυσή του, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες βρέθηκε ξανά στο Αιγαίο, μετά από μία βίαιη «επιχείρηση» των ελληνικών αρχών, η οποία περιλάμβανε επίσης τη ληστεία αλλά και σεξουαλική παρενόχληση της γυναίκας. Η εξευτελιστική και βίαιη πραγματικότητα των παράνομων επαναπροωθήσεων, που έχουν γίνει «κανονικότητα» σύμφωνα με σωρεία ερευνών μαρτυριών και στοιχείων, κατατίθεται ίσως για πρώτη φορά με τέτοιον τρόπο ενώπιον της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Η μήνυση, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύει το ΤPP, κατατέθηκε στις αρχές Σεπτεμβρίου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σάμου, από δύο πρόσφυγες από το Κονγκό, έναν άνδρα και μία γυναίκα, που βρίσκονται στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Σάμου από τις 6 Ιουλίου, ζητώντας άσυλο στην Ελλάδα. Αφορά βαριά αδικήματα, όπως βασανιστήρια, απαγωγή, έκθεση σε κίνδυνο, αλλά και αυτό της εγκληματικής οργάνωσης. Πρόκειται για μία υπόθεση που έρχεται να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των στοιχείων για τις παράνομες και βίαιες επαναπροωθήσεις, λίγες μόνο μέρες μάλιστα μετά τις καταγγελίες μία άλλη υπόθεση, πριν μία εβδομάδα, πάλι στην Σάμο, με ένστολους να απαγάγουν και να ληστεύουν πρόσφυγες μπροστά στα μάτια ντόπιων, πριν τους επαναπροωθήσουν.

Όπως αναφέρει το ζευγάρι προσφύγων στη μήνυσή του, η 6η Ιουλίου ήταν η δεύτερη φορά που έφτασαν στο νησί.

«Η πρώτη φορά που εισήλθαμε στον ελλαδικό χώρο και συγκεκριμένα στην Ψιλή Άμμο, περιοχή Μαραθοκάμπου στη Σάμο, ήταν η 21η Απριλίου. Συγκεκριμένα, περί τις 6 π.μ. καταφθάσαμε στη Σάμο ένα σύνολο 32 ατόμων Αφρικανικής και Παλαιστινιακής καταγωγής, αιτούντες άσυλο, επιβαίνοντες σε μία μικρή βάρκα που εκκίνησε από τα τουρκικά παράλια. Άμα την αποβίβασή μας στο ελληνικό έδαφος εγκαταλείψαμε τον αιγιαλό, διασχίσαμε τον δρόμο και ξεκινήσαμε την ανάβαση του βουνού άνωθεν της παραλίας της Ψιλής Άμμου. Ο λόγος για τον οποίον δεν ενημερώσαμε τις ελληνικές αρχές για την άφιξή μας και τη βούλησή μας να αιτηθούμε άσυλο στη χώρα ήταν διότι μας ήταν γνωστό πως οι ελληνικές αρχές επαναπροωθούν συστηματικά και οργανωμένα ανθρώπους που εισέρχονται στη χώρα χωρίς ατομική ταυτοποίηση και καταγραφή τους και, ως εκ τούτου, εμποδίζοντάς τους να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα

Επιλέξαμε να κρυφτούμε στη δασική περιοχή του βουνού μέχρι να βρούμε έναν τρόπο να φθάσουμε στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης Σάμου και να υποβάλλουμε την αίτησή μας για χορήγηση διεθνούς προστασίας. Περί τις 8π.μ., μαζί με άλλα 7 άτομα (2 αδέρφια από την Παλαιστίνη, μία έγκυο γυναίκα και μία Παλαιστίνια μητέρα με τα τρία ανήλικα τέκνα της) κάναμε στάση για ανάπαυλα, καθώς η δεύτερη εξ ημών των εγκαλούντων ήταν 6 μηνών έγκυος. Έτσι, αποκοπήκαμε από το υπόλοιπο σύνολο, οι οποίοι συνέχισαν την πορεία τους.

Η υπόθεση με την «εξαφάνιση» προσφύγων που έφτασαν στις 21 Απριλίου στη Σάμο αναφέρθηκε λίγες μέρες μετά σε τοπικό ΜΜΕ, ενώ αργότερα βρήκε τον δρόμο της και στον διεθνή Τύπο. Στα τέλη Ιουνίου, ένα δημοσίευμα του βρετανικού Guardian αποκάλυψε την ιστορία της Αΐσα, μίας 31χρονης Παλαιστίνιας, που βρισκόταν μαζί με τα τρία της παιδιά στη βάρκα των 32 ατόμων, αλλά κατάφεραν να αποφύγουν την επαναπροώθηση. Το δημοσίευμα φιλοξενεί επίσης δηλώσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η οποία δηλώνει πως έλαβαν μήνυμα για μία ομάδα προσφύγων που έφτασε στο νησί. Όπως προσθέτει, οι ελληνικές αρχές δεν επιβεβαίωσαν κάτι τέτοιο. Από την πλευρά του, το ελληνικό Λιμενικό δήλωσε στον Guardian ότι δεν υπάρχει αναφορά για οποιοδήποτε περιστατικό την 21η Απριλίου.

«Από τα τέλη Απριλίου, όταν ήρθε αυτή η γυναίκα, είχαμε καταθέσει αναφορά στο Εσωτερικών Υποθέσεων ζητώντας να διαλευκανθεί το τι έχει γίνει. Από τότε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Στις αρχές Ιουλίου ήρθε το ζευγάρι από το Κονγκό και συνενώσαμε τα δύο περιστατικά. Εκτός από τις μαρτυρίες τους, που μας έλεγαν ότι είχαν ξαναέρθει στην Ελλάδα, υπάρχουν οι φωτογραφίες όπου φαίνεται η Παλαιστίνια μαζί με το ζευγάρι» τονίζει στο ΤPP ο Δημήτρης Χούλης, δικηγόρων των δύο προσφύγων στην υπόθεση.

«Νομίζω ότι με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή να έχουν ξαναέρθει τα άτομα στην Ελλάδα, είναι η πρώτη φορά που κατατίθεται μία τέτοια μήνυση σε ελληνικό δικαστήριο» σημειώνει επίσης και αναφέρεται στις περιορισμένες αντιδράσεις για μία ωμή και συστηματική παραβίαση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Ελλάδα:

«Υπάρχει μία μεγάλη μερίδα κόσμου, που μέσα στα χιλιάδες προβλήματά της, δεν ασχολείται με το ζήτημα των επαναπροωθήσεων. Αυτό που έχουμε καταλάβει είναι πως πιστεύουν ότι δεν τους αφορούν, ότι είναι σαν τις απελάσεις, ή τις θεωρούν ακόμα και φυσιολογικές ή επωφελείς για το εθνικό συμφέρον. Αυτό το πιστεύουν ακόμα και μετριοπαθείς άνθρωποι. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι, όχι ότι τις κάνουμε, που το ξέρουν πλέον όλοι, αλλά πόσο βίαιες κι επικίνδυνες είναι. Περιλαμβάνουν αστυνόμους να κλέβουν λεφτά σαν κοινοί εγκληματίες, κακοποίηση γυναικών, να πετάς ανθρώπους σε μία λέμβο χωρίς σωσίβια. Δεν πρόκειται δηλαδή για “προστασία των συνόρων”, σε καμία περίπτωση».

Όπως αναφέρει στη μήνυσή του το ζευγάρι των προσφύγων, παρέμεινε κρυμμένο μαζί με την υπόλοιπη ομάδα για μερικές ώρες. Στη συνέχεια ωστόσο, προσπαθώντας να βρει νερό και τροφή, ενώ στην περιοχή βρίσκεται πλήθος περιπολικών, αποκόπτεται από τους υπόλοιπους και τελικά συλλαμβάνεται, με έναν αστυνομικό να τους «σημαδεύει με το όπλο καθώς μας φωνάζει να πλησιάσουμε».

Όπως καταγγέλλουν, στη συνέχεια έγιναν θύματα ακραίας βίας, η γυναίκα παρενοχλήθηκε σεξουαλικά με το πρόσχημα του «σωματικού ελέγχου», ενώ αστυνομικοί φέρονται να ληστεύουν τους πρόσφυγες, αφαιρώντας τους εκατοντάδες ευρώ:

«Περί τις 7μ.μ. μας μεταφέρουν σε σημείο του Μαραθοκάμπου όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι 23 της βάρκας μας. Στο σημείο ακόμα βρισκόταν ένα φορτηγό περιέχον τα προσωπικά ήδη των συλληφθέντων καθώς και 4 ένστολοι αστυνομικοί (δύο εκ των οποίων έφεραν πλήρη κάλυψη του προσώπου τους – fullface) και ένας με πολιτική ενδυμασία και γάντια μίας χρήσης.

Στη συνέχεια ένας άνδρας αστυνομικός προέβη σε σωματικό έλεγχο της δεύτερης εξ ημών, πλησίον του φορτηγού ενώπιον του συνόλου των συλληφθέντων, αποσπώντας την τσάντα της. Κατά τον έλεγχο ο άντρας αστυνομικός άγγιζε τη δεύτερη ημών στα στήθη και στα γεννητικά όργανα ενόσω με έψαχνε για να δει αν έχω κάτι κρυμμένο με τρόπο εξευτελιστικό αλλά και βίαια επεμβατικό στην προσωπικότητα και τη γενετήσια ελευθερία μου. Έπειτα, κάλεσαν σε έλεγχο τον πρώτο εξ ημών και ενώ πλησίασα το αστυνομικό όργανο χωρίς να φέρω καμία αντίσταση, αυτός με γρονθοκόπησε με δύναμη στο στήθος και με πρόσταξε να μην μιλάω και να κοιτάζω το έδαφος, αφαιρώντας τον σάκο μου και ένα χρηματικό ποσό 300 ευρώ και 200 λιρών Τουρκίας. Ήδη είχαν κόψει τα ράστα μαλλιά μιας κοπέλας εντός των οποίων είχε κρύψει 800 ευρώ αλλά και διάφορα ποσά από τους λοιπούς.

Περί τις 8 και 30 μ.μ. μας μετέφεραν με ένα λευκό minibus προς έναν άγνωστο σε εμάς λιμένα, διανύοντας μία απόσταση περίπου τριάντα λεπτών από τον Μαραθόκαμπο. Από εκεί μας επιβίβασαν σε πλοίο του λιμενικού, στο οποίο βρίσκονταν μέσα 2 αστυνομικά όργανα με ενδυμασία παραλλαγής, και διανύσαμε μία απόσταση περίπου 1 ώρας ώσπου να φτάσουμε σε έτερο λιμένα, πιθανότατα αυτόν της μαρίνας Πυθαγορείου, καθώς υπήρχε μία πινακίδα όπου αναγραφόταν «SAMOSMARINA». Στον δεύτερο λιμένα παραμείναμε εντός του πλοίου για περίπου 2 ώρες, υπό την φύλαξη δύο αστυνομικών οργάνων οι οποίοι μας πρόσταξαν να έχουμε σκυμμένο το κεφάλι και να κοιτάμε μόνο στο έδαφος. Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο πως από την ώρα της συλλήψεως και καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής μας τα αστυνομικά όργανα δεν προέβησαν σε ατομική αξιολόγηση κανενός ατόμου, δεν προέβησαν σε καμία ενημέρωση, καταγραφή ή ιατρικό έλεγχο, δεν προέβησαν σε καμία ερώτηση σχετική με τη βούλησή μας για αίτηση διεθνούς προστασίας ούτε σχετική με την παράνομη είσοδό μας στη χώρα. Τέλος, δεν μας παρείχαν ούτε νερό ούτε τροφή».

Ο τρόπος δράσης των αρχών που περιγράφεται, συμπίπτει με δεκάδες ακόμα υποθέσεις και καταγγελίες για τις παράνομες επαναπροωθήσεις στα ελληνικά νησιά. Στα τέλη Ιουνίου, η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε μία αναλυτική έκθεση με στοιχεία για 21 επιχειρήσεις παράνομων επαναπροωθήσεων και θύματα περίπου 1.000 πρόσφυγες, κατά την περίοδο Απριλίου – Δεκεμβρίου 2020

Πριν συμπληρωθεί ένα 24ωρο από την άφιξη τους στην Ελλάδα, 27 πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων δύο έγκυες γυναίκες, βρέθηκαν ξανά στο Αιγαίο, σε μία βάρκα που πλημμύριζε νερά, χωρίς οι αρχές να τους έχουν δώσει σωσίβια, όπως αναφέρουν. Νωρίτερα είχαν προσπαθήσει να κατασχέσουν τα κινητά τηλέφωνα όλων των ατόμων που θα έμπαιναν στη βάρκα, στερώντας τους ακόμα και τη δυνατότητα να καλέσουν σε βοήθεια. Η «επιχείρηση» είχε ολοκληρωθεί:

«Περί τις 2 π.μ. της 22ης Απριλίου και ενώ βρισκόμαστε στον δεύτερο λιμένα, αποπλεύσαμε με μεγάλη ταχύτητα κατευθυνόμενοι στα τουρκικά παράλια. Όταν πλέον είχαμε φθάσει πλησίον των χωρικών υδάτων της Τουρκίας μας έριψαν με βίαιο τρόπο σε μία σωσίβια λέμβο χρώματος πορτοκαλί, χωρίς παροχή σωσίβιων γιλέκων, ένα σύνολο 27 ατόμων, ανάμεσά τους και δύο έγκυες γυναίκες. Συγκεκριμένα έριψαν απωθώντας με δύναμη τη δεύτερη εξ’ ημών μέσα στη σωσίβια λέμβο, με αποτέλεσμα αυτή να προσγειωθεί με ανώμαλο τρόπο πάνω στον άνδρα που έριψαν πριν από αυτήν και να τραυματιστεί. Στη συνέχεια, έριψαν με τον ίδιο βίαιο τρόπο τον πρώτο εξ ημών πάνω στη δεύτερη εξ ημών με αποτέλεσμα αυτή να τραυματιστεί περαιτέρω.

Αφού και οι 28 ήμασταν πλέον εντός της σωσίβιας λέμβου, το πλοίο του λιμενικού μας εγκατέλειψε στην ανοιχτή θάλασσα, χωρίς καμία εγγύηση διάσωσης και απομακρύνθηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργηθούν απόνερα και κυματισμός τα οποία μας ώθησαν προς τα τουρκικά ύδατα. Στο σημείο αυτό αντιλαμβανόμαστε πως η σωσίβια λέμβος πλημμύριζε με νερό και επέκειτο σοβαρός κίνδυνος βύθισης και πνιγμού μας. Ένας άνδρας εντοπίζει το σημείο-οπή από το οποίο νερά εισχωρούσαν στη λέμβο και σταματάει σε έναν βαθμό την εισροή με το χέρι του. Τότε ένας άλλος άνδρας, ο οποίος είχε καταφέρει να αποκρύψει το κινητό του τηλέφωνο ώστε να μην κατασχεθεί από τις αρχές, κατάφερε να καλέσει την τουρκική Ακτοφυλακή σε βοήθεια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να σημειωθεί πως οι άνδρες της αστυνομίας, με την πρωτύτερη πράξη της κατάσχεσης των κινητών τηλεφώνων μας, ουσιαστικά μας στέρησαν και τα μοναδικά μέσα που είχαμε για κλήση σε διάσωση. Περί τις 3 και μισή π.μ. το τουρκικό λιμενικό μας διέσωσε και μας οδήγησε ασφαλείς στα παράλια της χώρας, όπως προκύπτει και από το δελτίο τύπου της Τουρκικής ακτοφυλακής για διάσωση 28 ατόμων στα χωρικά τους ύδατα περί της 3:55 π.μ.»

Τους τελευταίους μήνες, όλο και περισσότερες καταγγελίες για επαναπροωθήσεις φτάνουν από τη Σάμο. «Στη Σάμο εξαφανίζονται άνθρωποι» έλεγε στο ραδιόφωνο του ΤPP στα τέλη Ιουνίου η Μαρία Κολόζη, κάτοικος του νησιού και μέλος της Πρωτοβουλίας #StopPushbacks. «Τη Σάμο την έχουν κηρύξει πρώτη προτεραιότητα, γιατί ανοίγει το καινούριο ΚΥΤ. Όλα τα μεγάλα σκάφη του Λιμενικού που ήταν στη Λέσβο τα έχουν φέρει εδώ. Τον Αύγουστο, καταγράφηκαν περίπου 100 άτομα. Σε όλα ήμασταν εκεί. Ήρθαν και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μετά από λίγο και δεν ήμασταν μόνοι μας» εξηγεί ο Δημήτρης Χούλης.

Φαίνεται ότι γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να εξασφαλίζεται δηλαδή «μυστικότητα» γύρω από τις επαναπροωθήσεις, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ψήφισε πριν λίγες μέρες ακόμα ένα αντιπροσφυγικό νομοσχέδιο, το οποίο μεταξύ άλλων, στο άρθρο 40, προβλέπει περιορισμούς και τιμωρεί με κυρώσεις και πρόστιμα όσους βρίσκονται σε χώρους δραστηριότητας του Λιμενικού. Το συγκεκριμένο άρθρο προκάλεσε την αντίδραση ακόμα και της Επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ντούνια Μιγιάτοβιτς, που ζήτησε την αναθεώρησή του. «Αυτό το σημείο δείχνει ότι τους ενοχλεί πάρα πολύ η παρουσία ανθρώπων εκεί που κάνουν ό,τι κάνουν. Είναι ξεκάθαρο πως θέλουν να δημιουργούν έναν χώρο τον οποίον όποιος τον πλησιάζει θα συλλαμβάνεται» σχολιάζει ο δικηγόρος.

«Πρέπει ο κόσμος να καταλάβει τι ακριβώς είναι οι επαναπροωθήσεις», επαναλαμβάνει.

ΠΗΓΗ

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο