Συνεντεύξεις

Δημήτρης Καλτσώνης: Τι είναι το κράτος;

By Δημήτρης Κούλαλης

October 29, 2016

Στον Δημήτρη Κούλαλη

Το βιβλίο του Δ. Καλτσώνη είναι πολύτιμο βοήθημα γνώσης και αυτογνωσίας, κριτικού αναστοχασμού και δημιουργικής αναζήτησης. Δεν αναφέρεται με επάρκεια μόνο στη θεωρητική θεμελίωση της μαρξιστικής φιλολογίας για το κράτος αλλά προχωρεί με τόλμη και με τρόπο ευσύνοπτο και ουσιαστικό στην ανατομία της αποτυχίας του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος. Όπως εύλογα αναφέρει: « Μια επανάσταση, ένα σοσιαλιστικό κράτος και μια σοσιαλιστική οικονομία δεν μπορούν να οικοδομηθούν κατ’ εντολή του λαού, αλλά μόνο από τον ίδιο τον λαό» . Σήμερα, που κυριαρχεί ο βάρβαρος νεοφιλελευθερισμός και που το αστικό κράτος γίνεται όλο και πιο αυταρχικό με δραστικό περιορισμό των δημοκρατικών κατακτήσεων, είναι αναγκαία η συγκρότηση μιας ρεαλιστικής επαναστατικής πολιτικής προοπτικής που θα απαντά στις  σημερινές λαϊκές ανάγκες και θα διανοίγει τη δυνατότητα της κομμουνιστικής χειραφέτησης. Γιώργος Μανιάτης, ομότιμος καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας

Στην εισαγωγή του βιβλίου  θίγετε τρία ζητήματα: την όξυνση της παγκόσμιας ανισότητας, την υιοθέτηση ολοένα και πιο αυταρχικών θέσεων από τις κυβερνήσεις και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Μ’ αυτά τα δεδομένα, ποιος ο ρόλος που διαδραματίζει το σύγχρονο κράτος; Πώς διαμορφώνει και πώς διαχειρίζεται τις κρίσεις της εποχής μας;

Είναι, σχεδόν, κοινός τόπος ότι το υπάρχον κράτος οξύνει με τις παρεμβάσεις του όλα αυτά τα προβλήματα: οξύνει τις ανισότητες, συντελεί στην καταστροφή του περιβάλλοντος και σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί εκείνο το πλαίσιο που γεννά μια σειρά μεγάλους κινδύνους για την ανθρωπότητα.  Άρα, λοιπόν, το κράτος σήμερα ως,  κατά βάση τουλάχιστον, μηχανισμός επιβολής των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου παρεμβαίνει σε γενικές γραμμές για να εξυπηρετήσει αυτά τα συμφέροντα. Ειδικά σε συνθήκες κρίσεις η ταξική θέση του κράτους είναι και φαίνεται πιο έντονη. Ας σκεφτούμε την κρίση του ’29: ποιες ήταν οι παρεμβάσεις του αστικού κράτους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνή περίγυρο; Ήταν τέτοιες, ακριβώς, για να εξυπηρετήσουν αυτά τα συμφέροντα. Οδηγούσαν σε βαθειά  φτώχεια, σε πείνα, σε πολέμους κ. λπ. Το ίδιο φαινόμενο έχουμε, ίσως και πιο οξυμένο, στη σημερινή κρίση. Βέβαια, οι κρίσεις αυτές για το καπιταλιστικό σύστημα είναι «μαθηματικά» βέβαιες. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, το έχει αναλύσει και τεκμηριώσει προ πολλού ο Καρλ Μαρξ.

Στο παρελθόν έχετε δηλώσει ότι το σημερινό κράτος δεν είναι το ίδιο με εκείνο που αντιμετώπισαν οι θεμελιωτές του μαρξισμού. Παρόλα αυτά, η μαρξιστική ελεγεία για το ρόλο του κράτους παραμένει επίκαιρη . Ποια, λοιπόν, τα συστατικά στοιχεία του σύγχρονου κράτους και πώς αυτό συνδέεται με τα αντίστοιχα του 19ου αιώνα;

Κοιτάξτε, το βασικό στοιχείο νομίζω ότι είναι αυτό που αναφέραμε και προηγουμένως: το κράτος αποτελεί κατ’ ουσία ένα μηχανισμό εξυπηρέτησης συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων. Από ‘κει και πέρα, οι αλλαγές που οφείλει κάποιος να τις λάβει υπόψη του αφορούν περισσότερο τη μορφή κι όχι την ουσία, το ταξικό περιεχόμενο του κράτους. Βέβαια, πάντα πρέπει να διευκρινίζουμε για ποιο κράτος μιλάμε. Διότι, με άλλους όρους μιλάμε για το κράτος μιας πανίσχυρης ιμπεριαλιστικής δύναμης, όπως είναι οι ΗΠΑ, με άλλους όρους για μια οικονομία εξαρτημένης- δευτερεύουσας σημασίας, όπως η Ελλάδα· άρα μιλάμε και για ένα κράτος αντίστοιχο, και με άλλους όρους για ένα κράτος της Αφρικής όπου αυτά τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο έντονα. Ή για κράτη που είναι σε κατάσταση προτεκτοράτου ή ημιπροτεκτοράτου, καθώς έχουμε τέτοια φαινόμενα και στην εποχή μας, παρότι πίστευαν κάποιοι ότι είχαν εκλείψει. Άρα, λοιπόν, αυτές τις διαφορές που έχουν πολιτική, αλλά και επιστημονική σημασία, πρέπει να τις εντοπίζουμε. Ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα έχουμε το φαινόμενο της δήθεν εθελούσιας παραχώρησης της εθνικής κυριαρχίας, λόγω της συμμετοχής μας στην ΕΕ· πράγμα που επιβεβαιώνει αυτό που ειπώθηκε πρωτύτερα, περί του εξαρτημένου χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού που αντανακλάται και στη θέση του κράτους.

Καταλαβαίνω από την απάντησή σας ότι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα παλαιότερα και τα σύγχρονα κράτη είναι το ταξικό τους πρόσημο.

Ναι, ακριβώς.

Στον αντίποδα όμως, κάποιος μπορεί να σας αντιτείνει ότι, παρά την «ταξικότητα» του κράτους, παρέχεται η δυνατότητα και σε άλλες τάξεις να προωθήσουν τα αιτήματα τους, να δημιουργήσουν κομματικούς φορείς διεκδικώντας την εξουσία. Θα ήθελα το σχόλιό σας επ’ αυτού.

Σαν επιχείρημα ακούγεται αληθινό  γιατί έχει ένα ψήγμα αλήθειας μέσα του, παρότι είναι τελικά ψευδεπίγραφο. Για αυτό κι ακούγεται στα αυτιά όλων μας αληθινό. Παλιότερα, ίσως ήταν πιο δύσκολο να το αποδείξεις. Σήμερα, όμως, απ’ όλους τους πόρους της κρατικής πολιτικής ξεχειλίζει η ταξική της ουσία. Βεβαίως, ακόμη και στις συνθήκες της κρίσης, ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων σε ένα βαθμό αντανακλάται στο κράτος. Αυτό γίνεται  με διάφορους τρόπους, όπως είναι οι εκλογές. Αυτή η αντανάκλαση όμως έχει ένα όριο, πέραν του οποίου δεν μπορεί να πάει. Είναι κομβικής σημασίας αυτό το ζήτημα. Αν πούμε ότι αντανακλάται η ισχύς του εργατικού κινήματος τότε πράγματι, ως ποσοτικό μέγεθος, δεν μένει τίποτα άλλο παρά να αυξηθεί η ισχύς του και, άρα, να έχουμε μια διαφορετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ που φυσικά δεν είχε κανένα επαναστατικό πρόγραμμα, ωστόσο, ακόμα και αυτό το αδύναμο- λιλιπούτειο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» αναγκάστηκε να το πετάξει κακήν κακώς στα σκουπίδια, γιατί αυτό απαιτούσαν τα συμφέροντα έξω και μέσα. Το λέω αυτό γιατί δείχνει με πολύ γλαφυρό τρόπο, σε συνθήκες κρίσεις, αυτό ακριβώς που λέμε, τα όρια, πέρα απ’ τα οποία δεν μπορεί να πάει- να εκφραστεί η αντανάκλαση αυτού του συσχετισμού των δυνάμεων. Άρα, η ύπαρξη αυτού του ορίου, καθιστά υποχρεωτική και την υπέρβαση της σημερινής με ταξικό πρόσημο δημοκρατίας, με μια άλλη, βαθύτερη, που θα μπορεί να εκφράζει περισσότερο αυθεντικά τους εργαζόμενους.

Αν είναι έτσι, αν δηλαδή η δημοκρατία μας έχει «ταβάνι», τα αριστερά κόμματα γιατί συμμετέχουν σ’ αυτήν; Και κατ’ επέκταση, αφού γνωρίζουν ότι, εάν εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους, θα αντιμετωπίσουν «πόλεμο», γιατί δεν κάνουν κάτι για την υπέρβαση, όπως λέτε, παρά συνεχίζουν να συμμετέχουν σ’ αυτού του είδους τη δημοκρατία;

Ας υποθέσουμε ότι αύριο δημιουργούνταν μια κυβέρνηση που την αναδείκνυε κοινοβουλευτικά ο λαός, η οποία έχει στο πρόγραμμά της τη διαγραφή του χρέους, τη ρήξη με την ΕΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας. Μια τέτοια κυβέρνηση, αν επιχειρούσε να υλοποιήσει το πρόγραμμά της θα αντιμετώπιζε πόλεμο, πιθανότατα όχι μόνο μεταφορικό, απ’ όλες τις μεριές. Άρα, λοιπόν, μια  κυβέρνηση που θέλει σοβαρά να υλοποιήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, πρέπει να κάνει δύο πράγματα: αφενός να συμβάλλει στην καλύτερη οργάνωση του λαϊκού κινήματος έτσι ώστε, αυτό, να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους προκλήσεις- κινδύνους, να υπερασπίσει τη δημοκρατία και την εθνική κυριαρχία, κι αφετέρου, ως κυβέρνηση, να κάνει βαθιές τομές στον κρατικό μηχανισμό, είτε καταργώντας αντιδραστικούς τομείς, είτε εισάγοντας το λαϊκό στοιχείο, εκδημοκρατίζοντας εκ βάθρων όπου αυτό μπορεί να γίνει. Υπάρχουν εμπειρίες που μπορούν να αξιοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ένα παράδειγμα είναι η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας το διάστημα 1936-1939. Εκεί, μπορούμε να δούμε παραδείγματα τι σημαίνει ριζοσπαστικό πρόγραμμα για τον εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού, ώστε να εισαχθεί και να γίνει πρωταγωνιστικό το εργατικό στοιχείο. Αυτά τα οποία συζητάμε τώρα είναι η διαδικασία για να φτάσουμε στο εργατικό κράτος. Δεν μπορεί να πιστεύουμε ότι, με το πάτημα ενός κουμπιού, θα περάσουμε απ’ το αστικό στο εργατικό κράτος, αυτή η διαδικασία απαιτεί συγκεκριμένες, στρατηγικής σημασίας, κινήσεις.

Μπορείτε να δώσετε μερικά παραδείγματα;

Καταρχήν να διευκρινίσω ότι πρέπει να μιλά κανείς με άξονες, καθώς το τι ακριβώς μέτρα θα πάρει, εξαρτάται πάντα από τις συνθήκες. Εξηγούμαι: ένας τομέας που οφείλει μια φιλολαϊκή, έστω, κυβέρνηση να παρέμβει είναι τα ΜΜΕ. Είναι απαράδεκτο τέσσερεις- πέντε μεγαλοεπιχειρηματίες να κατέχουν τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες διαμορφώνοντας πολιτική και πολιτιστική άποψη· να διαμορφώνουν, δηλαδή δεκαπέντε άνθρωποι την κοινή γνώμη και εμείς να παραμένουμε μουγκοί. Άρα, λοιπόν, ένα από τα καίρια μέτρα που οφείλει να πάρει μια τέτοια κυβέρνηση είναι ο περιορισμός έως, τελικά, η εξάλειψη των ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων στα ΜΜΕ, ώστε αυτά να μετατραπούν σε «φωνή» του λαού.

Άλλο ένα παράδειγμα είναι τα σώματα ασφαλείας και οι ένοπλες δυνάμεις. Εδώ να σημειώσω πως, παρότι και αυτά έχουν ταξικό πρόσημο, δε σημαίνει πως όσοι υπηρετούν εκεί είναι όργανα της «αντίδρασης». Έχει αποδειχθεί αυτό στην Ιστορία. Στο ΕΑΜ συμμετείχαν χιλιάδες αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων αλλά και αστυνομικοί και χωροφύλακες. Άρα, μια ενδυνάμωση του λαϊκού κινήματος θα είχε αντανάκλαση στα σώματα ασφαλείας και στις ένοπλες δυνάμεις. Αυτό, όμως, δε φτάνει από μόνο του. Πρέπει να παρθούν μέτρα εκδημοκρατισμού, όπως: εκκαθάριση από τυχόν επίορκα στοιχεία, από ανθρώπους που έχουν δεδομένους δεσμούς με ιμπεριαλιστικά κέντρα. Αυτό είναι πολύ βασικό. Δεύτερον, πρέπει να αλλάξει η ίδια η δομή τους, έτσι ώστε πχ. ο φαντάρος να μην είναι απλώς ένα όργανο, αλλά ένας πολίτης με στολή που υπερασπίζεται την πατρίδα του και τη λαϊκή κυριαρχία.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι το αυτό που δεν πρέπει να κάνει μια τέτοια κυβέρνηση είναι να μην κάνει τίποτα. Το είδαμε με τον Αλιέντε με τα ολέθρια αποτελέσματα που αυτό είχε.

Άρα, πιστεύετε ότι μπορεί να επέλθει η «επαναστατική αλλαγή» μέσω του κοινοβουλευτισμού. Ποιες θεωρείτε ότι πρέπει να είναι οι πρώτες κινήσεις μιας τέτοιας, φιλολαϊκής, κυβέρνησης;

Καταρχήν, θεωρητικά, στο βιβλίο μάλιστα φέρνω και ιστορικά, αλλά και παραδείγματα από τους «κλασικούς», αυτό δεν είναι ανέφικτο· αλλά δεν είναι και αυτοσκοπός. Για έναν επαναστάτη, σκοπός είναι να αλλάξει την κοινωνία, να πραγματοποιήσει την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Σε συνθήκες, όμως, κοινοβουλευτισμού, που δεν έχει φθαρεί μάλιστα ο κοινοβουλευτισμός στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί κανείς παρά να επιδιώκει να πάρει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του. Οφείλει, άρα, να συνδέσει αυτή την προσπάθεια, η οποία γίνεται γιατί η ίδια η πραγματικότητα το επιβάλλει, με την επαναστατική αλλαγή. Τώρα, αναφορικά με το ποια μέτρα πρέπει να λάβει μια τέτοια κυβέρνηση, νομίζω ότι πρέπει να αναδείξουμε δύο ζητήματα: την παύση-άρνηση πληρωμής του χρέους, τη ρήξη με την Ε.Ε, και δεν μιλάω μόνο σε επίπεδο νομίσματος, αναφέρομαι γενικά. Γιατί, αν θέλουμε να μιλάμε για βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη πρέπει να μην εφαρμόζουμε πλέον τις κατευθύνσεις της Ε.Ε, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Τέλος, πρέπει να έχει κάποιος μερικά στοιχειώδη εργαλεία για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την οικονομική επίθεση και τις πιέσεις, αλλά και να διαχειριστεί τα προβλήματα που θα προκύψουν. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες και οι στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις πρέπει να περάσουν στον έλεγχο του Δημοσίου με εργατικό- λαϊκό έλεγχο. Μόνο έτσι. Όποιος πιστεύει ότι μια τέτοια πορεία θα είναι «ένας περίπατος στο Ζάππειο» κάνει λάθος. Πρέπει να έχεις τα εργαλεία αυτά που σου χρειάζονται ώστε να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις.

Στο βιβλίο εστιάζετε στη δημοκρατία εντός του εργασιακού χώρου. Πώς, κατά τη γνώμη σας, μπορεί να συνδυαστεί η δημοκρατική με την παραγωγική διαδικασία; Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και την εμφάνιση πληθώρας συνεταιριστικών εγχειρημάτων τα τελευταία χρόνια.

Ξεκινώντας από το τελευταίο. Αυτά τα εγχειρήματα δείχνουν απ τη μια μεριά τις δυνατότητες που έχουν οι εργαζόμενοι, απ’ την άλλη όμως, επειδή είναι περιορισμένα στο καπιταλιστικό οικονομικό πλαίσιο, από ένα σημείο κι έπειτα δεν μπορούν να προχωρήσουν. Εγώ, λοιπόν, δεν αναφέρομαι σ’ αυτά τα εγχειρήματα. Αναφέρομαι σε μια σειρά βαθιές πολιτικές – κοινωνικές αλλαγές, βάσει των οποίων οι εργαζόμενοι σε κάθε χώρο δουλειάς θα συμμετέχουν στη συζήτηση για το τι είδους οικονομική ανάπτυξη θέλουν. Δε λέω ότι οι εργαζόμενοι κάθε εργοστασίου ή κάθε επιχείρησης θα αποφασίζουν μόνοι τους, θα γίνουν οι ίδιοι καπιταλιστές μέσα στα πλαίσια της αγοράς, όχι . Αυτό που λέω είναι ότι χρειάζεται ένα πανεθνικός οικονομικός σχεδιασμός για την ανάπτυξη που θα είναι δημοκρατικός και θα στηρίζεται στη συμμετοχή των εργαζομένων. Σε πρώτη φάση οι εργαζόμενοι μπορούν να παίξουν ένα ρόλο «γέφυρας» ελέγχοντας τους επιχειρηματίες, με τη βοήθεια και μιας προοδευτικής κυβέρνησης, πράγμα το οποίο είχε προτείνει, αλλά δεν έγινε στη Βενεζουέλα, ήδη από το 2007 το ΚΚΒ. Είχε καταθέσει ένα σχέδιο νόμου που προέβλεπε ότι οι εργαζόμενοι, σε όλες τις επιχειρήσεις, θα έχουν πρόσβαση στα λογιστικά βιβλία, θα ξέρουν τα πάντα. Και για να ελέγχουν τους επιχειρηματίες, στην πορεία της εθνικοποίησης των επιχειρήσεων, αλλά και για να μαθαίνουν να διοικούν την οικονομία τους.

Ο οικονομικός τομέας αποτελεί τη λυδία  λίθο της πραγματείας σας. Ωστόσο, η σύγχρονη ριζοσπαστική θεωρία αντιλέγει ότι για την αντιμετώπιση του νεοφιλελευθερισμού και το πέρασμα στο πεδίο του πολιτικοκοινωνικού μετασχηματισμού θα πρέπει να ξεφύγουμε απ’ την «παγίδα» του οικονομικού φορμαλισμού. Εσείς τι απαντάτε σ’ αυτό;

Νομίζω ότι πρέπει να συνδυάσουμε και τα δύο. Όπως προανέφερα, μια προοδευτική κυβέρνηση θα πάρει τα οικονομικά μέτρα που περιέγραψα, αλλά παράλληλα θα πρέπει να λάβει μέτρα στον τομέα της πολιτικής, της δημοκρατίας και του κρατικού μηχανισμού. Προσωπικά, τάσσομαι υπέρ της διαδικασίας συντακτικής συνέλευσης που θα οδηγήσει σε ένα καινούριο Σύνταγμα. Το οικονομικό και το πολιτικό είναι διαλεκτικά δεμένα. Δεν μπορείς να πεις πρώτα αλλάζω το οικονομικό σύστημα και μετά την πολιτική ή το αντίστροφο. Αυτά γίνονται σε μια διαδικασία διαλεκτικά δεμένη, σαν το πινκ πονκ. Ιστορικά, όπου έγινε μόνο το ένα από τα δύο, είχαμε αποτυχία. Επανέρχομαι στην κυβέρνηση Αλιέντε. Τι έγινε εκεί; Έκανε μεν σοβαρές παρεμβάσεις στην οικονομία, αλλά ήταν δειλές οι παρεμβάσεις της στο πολιτικό επίπεδο. Να, λοιπόν, ένα παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν αυτά τα δύο επίπεδα δεν συνδέονται διαλεκτικά.

Οι περισσότεροι θεωρητικοί, μεταξύ αυτών και εσείς, ισχυρίζονται ότι η επανεκκίνηση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας μπορούν να αποτελέσουν το ανάχωμα απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό. Μπορείτε να μας δώσετε έναν «οδικό χάρτη» του πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Στις παρούσες συνθήκες, θα ήταν χρήσιμο να αξιοποιήσουμε τα στοιχεία που εμφανίστηκαν στη Λατινική Αμερική τα τελευταία χρόνια, μελετώντας τα όσα διαδραματίστηκαν. Τη διεκδίκηση ενός άλλου πολιτικού, κρατικού, οικονομικού συστήματος από το λαό μέσα απ’ τη διαδικασία μιας συντακτικής συνέλευσης. Τι έγινε στη Βενεζουέλα; Όταν βγήκε ο Τσάβες είπε εμείς θέλουμε να τα αλλάξουμε όλα. Για να το κάνουμε αυτό, το υπάρχον συνταγματικό πλαίσιο είναι ασφυκτικό. Άρα, θέλουμε ένα καινούριο Σύνταγμα. Και για να φτιάξουμε ένα καινούριο Σύνταγμα πρέπει να μιλήσει ο λαός. Τους ρώτησε, θέλετε συντακτική συνέλευση για καινούριο Σύνταγμα; Η συντριπτική πλειοψηφία απάντηση ναι. Επόμενο βήμα, εκλογές για ανάδειξη συντακτικής συνέλευσης, η οποία πρωτογενώς χωρίς δέσμευση από το προηγούμενο Σύνταγμα μπορούσε να υιοθετήσει οτιδήποτε ήθελε. Τρίτο βήμα, μεγάλη παλλαϊκή συζήτηση για το περιεχόμενο του Συντάγματος. Έτσι, μέσα από μια τέτοια διαδικασία μπορεί να προκύψει ένα πολύ ριζοσπαστικό συνταγματικό και πολιτικό σύστημα που θα περιλαμβάνει  από την εθνικοποίηση των στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων  μέχρι την ανάταξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Και πάλι, όμως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το από πού θα ξεκινήσει κάποιος είναι ζήτημα πολιτικής συγκυρίας.

Κλείνοντας, βλέπετε φως στο βάθος του τούνελ; Μπορούμε, όπως θα έλεγε κι ο Ζορζέ Αρμάντο, να σπείρουμε το σπόρο που θα ανάψει την ελπίδα;

Ο Αζίζ Νεσίν έγραφε: « Έτσι ήρθαν τα πράγματα, μα έτσι δεν θα πάνε». Η αλλαγή πιο πολύ και από εφικτή είναι αναγκαία. Και θα έρθει η στιγμή που το οικοδόμημα της καπιταλιστικής κρίσης κάπου θα ραγίσει. Αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται κάτι, είναι αλήθεια. Ας σκεφτούμε όμως λίγο και την Ιστορία. Πώς ήταν ο μέσος άνθρωπος το 1815 στην «Ιερή Συμμαχία»; Μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, ταπεινωμένος. Έξι χρόνια μετά ξέσπασε η εθνικοαπελευθερωτική μας επανάσταση που πυροδότησε γενικότερες αλλαγές. Πώς ήταν ο κόσμος το 1933 μετά την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία; Πώς ήταν ο κόσμος το 1939 με τη ήττα των δημοκρατικών στην Ισπανία; Λίγα χρόνια μετά είχαμε την ήττα του φασισμού και την ανάταση του εργατικού κινήματος. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και τώρα. Ελπίζω, και πολύ άνθρωποι εργάζονται σ’ αυτή την κατεύθυνση, ότι η ανάγκη θα κάνει τους ανθρώπους να σηκώσουν το μέτωπό τους ψηλά.

Info: Το βιβλίο του Δημήτρη Καλτσώνη, «Τι είναι το κράτος», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ στον Δρόμο της Αριστεράς, το Σάββατο 22.10.2016

Κάθε Σάββατο κυκλοφορεί στα περίπτερα το έντυπο Νόστιμον Ήμαρ ένθετο στον Δρόμο της Αριστεράς.