Μετάφραση για το Νόστιμον Ήμαρ: Afterwords

Ο υποψήφιος για το πολιτικό αξίωμα βρισκόταν σε μια πλατεία, γυμνός, υποβαστάζοντας τον εαυτό του από τις γροθιές και τις κλωτσιές. Οι ιαχές του πλήθους πάλλονταν γύρω του σαν χτύποι καρδιάς. Οι άνθρωποι για τους οποίους είχε διακινδυνεύσει τη ζωή του σε πόλεμο μετά από πόλεμο εξαπέλυαν χτυπήματα και προσβολές από όλες τις κατευθύνσεις. Ο υποψήφιος αναστέναξε βαθιά. Χάρη στην εκπαίδευσή του ως πολεμιστής, ήξερε ότι έπρεπε να παραμείνει ήρεμος για να φτάσει στην επόμενη φάση της υποψηφιότητάς του.

Αυτό το βασανιστήριο, καταγεγραμμένο από έναν Ισπανό ιερέα περί τα 1500, ήταν απλώς η αρχή της μακράς διαδικασίας προσχώρησης στην κυβέρνηση της μεσοαμερικανικής πόλης της Τλαξκάλα, που χτίστηκε γύρω στα 1250 μ.Χ. στους λόφους που περιβάλλουν τη σημερινή πόλη της Τλαξκάλα του Μεξικού. Μετά την ολοκλήρωση της δοκιμασίας, ο υποψήφιος θα μπορούσε να εισέλθει στον ναό που βρισκόταν στην άκρη της πλατείας και να παραμείνει έως και για 2 χρόνια εκεί, ενώ οι ιερείς θα τον μυούσαν στον ηθικό και νομικό κώδικα της Τλαξκάλα. Θα λιμοκτονούσε και θα τον ξυλοκοπούσαν με μαστίγια μόλις έπεφτε να κοιμηθεί. Αυτός έπρεπε επίσης να προκαλέσει κοψίματα στον εαυτό του σε τελετουργίες αιματοχυσίας. Αλλά όταν θα έφευγε από τον ναό, θα ήταν κάτι περισσότερο από πολεμιστής: θα ήταν μέλος της Συγκλήτου της Τλαξκάλα, ένας από τους 100 περίπου άνδρες που λάμβαναν τις σημαντικότερες στρατιωτικές και οικονομικές αποφάσεις της πόλης.

«Θα ήθελα να δω τους σύγχρονους πολιτικούς να κάνουν όλα αυτά, μόνο και μόνο για να αποδείξουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν», λέει ο αρχαιολόγος Λέιν Φάργκερ, που στέκεται στη σκιά μιας από τις πρόσφατα αναστηλωμένες υπερυψωμένες πλατείες της Τλαξκάλα. Ο Φάργκερ διεξάγει έρευνες και ανασκαφές από το 2007, μελετώντας το πολεοδομικό σχέδιο και τον υλικό πολιτισμό ενός τύπου κοινωνίας που πολλοί αρχαιολόγοι πίστευαν κάποτε ότι δεν θα βρουν ποτέ στη Μεσοαμερική: μια δημοκρατία. «20 ή 25 χρόνια πριν, κανείς δεν θα δεχόταν ότι οργανωνόταν με τον συγκεκριμένο τρόπο», λέει ο Φάργκερ, ο οποίος εργάζεται στο ερευνητικό ίδρυμα Cinvestav στη Μερίδα του Μεξικού.

Χάρη εν μέρει στην εργασία του Ρίτσαρντ Μπλάντον, μέντορα του Φάργκερ και ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Πέρντιου του Δυτικού Λαφαγιέτ της Ιντιάνα, η Τλαξκάλα είναι μια από τις πολλές προσύγχρονες κοινωνίες σε όλο τον κόσμο που οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οργανώνονταν συλλογικά, όπου οι ηγεμόνες μοιράζονταν την εξουσία και οι απλοί πολίτες είχαν λόγο στην κυβέρνηση που εξουσίαζε τη ζωή τους.

Αυτές οι κοινωνίες δεν ήταν κατ’ ανάγκην πλήρεις δημοκρατίες, στις οποίες οι πολίτες ψήφιζαν, αλλά ήταν ριζικά διαφορετικές σε σχέση με τις αυταρχικές, κληρονομικώ δικαίω κυβερνήσεις που βρέθηκαν – ή εικάζεται ότι υπήρχαν – στις περισσότερες πρώιμες κοινωνίες. Βασιζόμενοι στις αρχικά θεωρητικές ιδέες του Μπλάντον, οι αρχαιολόγοι λένε τώρα ότι αυτές οι «συλλογικές κοινωνίες» άφησαν ενδεικτικά ίχνη στον υλικό τους πολιτισμό, όπως είναι η επαναλαμβανόμενη αρχιτεκτονική, η έμφαση στον δημόσιο χώρο έναντι των παλατιών, η εξάρτηση από την τοπική παραγωγή κι όχι από τα εξωτικά εμπορικά αγαθά και η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των ελίτ και των απλών πολιτών.

«Ο Μπλάντον και οι συνεργάτες του χάραξαν έναν νέο δρόμο στην εξέταση των δεδομένων μας», λέει η Ρίτα Ράιτ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στην πόλη της Νέας Υόρκης, που ερευνά τον πολιτισμό 5000 χρόνων της Κοιλάδας του Ινδού που βρίσκεται στη σημερινή Ινδία και το Πακιστάν, ο οποίος παρουσιάζει επίσης ενδείξεις συλλογικής άσκησης εξουσίας. «Ένα ολόκληρο νέο σύνολο ακαδημαϊκών γνώσεων προέκυψε σχετικά με τις πολύπλοκες κοινωνίες».

«Νομίζω ότι είναι μια σημαντική ανακάλυψη», συμφωνεί ο Μάικλ E. Σμιθ, αρχαιολόγος στο κρατικό πανεπιστήμιο της Αριζόνα (ASU) στο Τέμπε. «Θα το αποκαλούσα το σημαντικότερο έργο στην αρχαιολογία της πολιτικής οργάνωσης τα τελευταία 20 χρόνια». Αυτός μαζί με άλλους εργάζονται για να επεκτείνουν τις ιδέες του Μπλάντον σε μια δοκιμαστική μέθοδο, ελπίζοντας να εντοπίσουν τα συλλογικά κράτη αποκλειστικά μέσω των αντικειμένων που άφησαν πίσω τους.

Η δημοκρατία δεν είναι μια εφάπαξ υπόθεση. Έρχεται και φεύγει. Είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί.

Ρίτσαρντ Μπλάντον, Πανεπιστήμιο Πέρντιου

Τη δεκαετία του 1960, οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές του Μπλάντον δεν πίστευαν ότι υπήρχαν συλλογικές κοινωνίες στην προκολομβιανή Μεσοαμερική. Οι προσύγχρονες δημοκρατίες όπως η κλασσική Αθήνα και η μεσαιωνική Βενετία θεωρούνταν ένα αμιγώς ευρωπαϊκό φαινόμενο. Η συμβατική σοφία υποστήριζε ότι στις προσύγχρονες, μη δυτικές κοινωνίες, οι άρχοντες αποσπούσαν από τους υπόδουλούς τους εργασία και πλούτο.

Ορισμένοι μεσοαμερικανικοί πολιτισμοί μοιάζουν να ταιριάζουν με το δεσποτικό μοντέλο. Πάνω από 2000 χρόνια πριν, στις πρωτεύουσες των Ολμέκων, Σαν Λορέντζο και Λα Βέντα, κατά μήκος των ακτών του Μεξικού, οι βασιλιάδες είχαν τα πρόσωπά τους χαραγμένα σε κεφαλές από πελώριες πέτρες και ζούσαν σε παλάτια βουτηγμένοι σε εξωτικά είδη πολυτελείας, όπως πράσινη πέτρα και σιδερένιους καθρέφτες. Αιώνες αργότερα, οι βασιλιάδες των Μάγιας της κλασσικής περιόδου στο νότιο Μεξικό και στη Γουατεμάλα κατέγραφαν τις κατακτήσεις, τους γάμους και τις δυναστείες τους σε γλυφές λαξευμένες σε πέτρες. Εν τω μεταξύ, οι απλοί πολίτες ζούσαν ταπεινά σε οικισμούς διάσπαρτους γύρω από την καρδιά των πυραμίδων και των μνημείων της πόλης.

Όμως, καθώς ο Μπλάντον καταχωρούσε με την πάροδο του χρόνου τις έρευνες και τις ανασκαφές του στο Μεξικό, παρατήρησε έναν όλο και πιο μακρύ κατάλογο με τοποθεσίες που δεν συμμορφώνονταν με αυτές τις προσδοκίες. Για παράδειγμα, το Μόντε Αλμπάν, πρωτεύουσα του λαού των Ζαποτέκων στην Οαχάκα, μεταξύ 500 π.Χ. και 800 μ.Χ., δεν παρουσίαζε τις επιδεικτικές αναπαραστάσεις μεμονωμένων ηγεμόνων που ήταν τόσο συνηθισμένες στην τέχνη των Ολμέκων και της κλασσικής περιόδου των Μάγιας. Φάνηκε επίσης να στερείται ανακτόρων και βασιλικών τάφων γεμάτων με πολύτιμα αγαθά. Αντίθετα, οι ενδείξεις εξουσίας ήταν πιο ανώνυμες, συνδέονταν με κοσμολογικά σύμβολα και μακροχρόνιες θεότητες αντί με συγκεκριμένα άτομα.

Τέτοιες αποκλίσεις κίνησαν το ενδιαφέρον του Μπλάντον και τριών συνεργατών του, οι οποίοι συνέλαβαν μια νέα θεωρία, που δημοσιεύτηκε το 1996 στο Current Anthropology. Με βάση κυρίως τα μεσοαμερικανικά παραδείγματα, έθεσαν δύο μορφές, τις οποίες θα μπορούσαν να λάβουν οι κυβερνήσεις. Σύμφωνα με τον  Μπλάντον, οι μορφές αυτές είναι οι «αυταρχικές» και «συλλογικές» κυβερνήσεις. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις βασίζονταν στην εξουσία ενός μεμονωμένου άρχοντα και συχνά υποστηρίζονταν από τον πλούτο που συγκεντρωνόταν από τη μονοπώληση των φυσικών πόρων ή τον έλεγχο του εμπορίου. Σκεφτείτε τους Ολμέκους, οι οποίοι έλεγχαν τις βασικές εμπορικές οδούς του κόλπου ή ακόμα και τη σημερινή Σαουδική Αραβία, «όπου η βασιλική οικογένεια ελέγχει τη βιομηχανία πετρελαίου και την χρησιμοποιεί για να χρηματοδοτήσει τις κρατικές δραστηριότητες. Δεν χρειάζεται να λογοδοτούν στον λαό», λέει ο Μπλάντον.

Το Τεοτιουακάν προβληματίζει τους αρχαιολόγους: Εμφανίζει ενδείξεις τόσο αυταρχικής διακυβέρνησης (αυτή η μεγάλη οδός και οι πυραμίδες) όσο και συλλογικότητας (πλέγμα δρόμων και απουσία αναπαράστασης των βασιλιάδων). © MARCOS FERRO/AURORA PHOTOS

Τα συλλογικά συστήματα έδιναν έμφαση στο αξίωμα του άρχοντα, το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να καταλάβει οποιοσδήποτε στην κοινωνία: Ηγέτης γίνεσαι. Δεν γεννιέσαι. Οι φόροι ήταν αυτοί που χρηματοδοτούσαν το κράτος και τους ηγέτες του, και όχι ο εξωτερικός πλούτος. Η Τλαξκάλα, με την τελετουργία πολιτικής μύησης προκειμένου να εισέλθουν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις στο κυβερνόν συμβούλιο, είχε μια συλλογική διακυβέρνηση. Το ίδιο συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ινδία. Ο όρος «συλλογική κοινωνία» με αυτήν τη χρήση δεν σημαίνει απαραίτητα και «σοσιαλιστική κοινωνία», προσθέτει ο Μπλάντον. Οι περισσότερες από τις συλλογικές κοινωνίες που έχει μελετήσει, βασίζουν την οικονομία στην αγορά, μια οικονομία που δημιουργεί φορολογούμενους αρκετά πλούσιους, έτσι ώστε να συμβάλλουν στα δημόσια αγαθά.

Η προοπτική του Μπλάντον «ήταν πολύ ενδιαφέρουσα», λέει η Ράιτ. «Για πολύ καιρό στην αρχαιολογία, αναζητούσαμε τα σημάδια ενός βασιλιά». Τώρα οι ερευνητές έχουν μια θεωρία για να κατανοήσουν τις κοινωνίες φαινομενικά χωρίς βασιλιάδες. Αλλά για να μελετήσουν τις αρχαίες κοινωνίες χωρίς ιστορικά αρχεία, οι αρχαιολόγοι πρέπει να γνωρίζουν τι διακριτά υλικά ίχνη ενδέχεται να έχει αφήσει πίσω της μια τέτοια συλλογική κοινωνία. «Πώς θα φαινόταν πραγματικά επί τόπου; Αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα», λέει ο Μπλάντον. «Πώς θα αναγνωρίζαμε αυτά τα κράτη;»

«Εκεί είναι που βρήκαμε το σπίτι», λέει ο Φάργκερ. Πλαισιώνει την πλατφόρμα που κάποτε κρατούσε μία από τις μεγαλύτερες δημόσιες πλατείες της Τλαξκάλα και κατευθύνεται σε ένα κομμάτι γυμνού εδάφους που περιβάλλεται από πράσινο. Στο βάθος το Ποποκατέπετλ, το πιο διάσημο ηφαίστειο του Μεξικού, καπνίζει στον καθαρό χειμωνιάτικο ουρανό.

Ο Φάργκερ επισημαίνει τις αμυδρές βραχώδεις γραμμές στην αμμώδη γη, όπου στέκονταν τα τείχη πριν από 600 χρόνια. «Ήταν μια σειρά από μικρά δωμάτια που ξαναχτίστηκαν αρκετές φορές, με ένα πάτιο στο σημείο αυτό», λέει, κινούμενος μέσα στον μικρό χώρο. Από ό,τι φαίνεται, δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο. Ένα σύνηθες σπίτι για έναν απλό πολίτη.

«Αλλά κοιτάξτε πού είμαστε», λέει ο Φάργκερ. «Ακριβώς μπροστά από έναν δημόσιο χώρο. Σε οποιονδήποτε άλλο Μεσοαμερικανικό χώρο, δίπλα στην κύρια πλατεία, υπάρχει συνήθως ένα τεράστιο ανάκτορο. Εδώ όμως έχουμε ένα ταπεινό σπίτι».

Τέτοιες αντιθέσεις είναι συνήθεις για την πορεία της Τλαξκάλα, λέει ο Φάργκερ. «Αυτό είναι σαν το Bizarro World του Σούπερμαν. Όλα είναι διαφορετικά από αυτά που περιμένει να δει κανείς στην Μεσοαμερική».

Οι περισσότερες Μεσοαμερικανικές πόλεις συγκεντρώνονταν σε ένα μεγαλειώδες κέντρο με πυραμίδες και πλατείες. Στην Τλαξκάλα, οι πλατείες διασκορπίζονταν σε κάθε γειτονιά, χωρίς σαφές κέντρο ή ιεραρχία. Αντί να κυβερνά από την καρδιά της πόλης, όπως έκαναν οι βασιλιάδες, ο Φάργκερ πιστεύει ότι η σύγκλητος της Τλαξκάλα συναντιόνταν πιθανότατα σε ένα μεγάλο κτίριο που βρισκόταν μόνο 1 χιλιόμετρο έξω από τα σύνορα της πόλης. Αυτή η κατανεμημένη διάταξη είναι επίσης ένδειξη της κοινής πολιτικής εξουσίας, λέει.

Οι αρχαιολόγοι έχουν αποκαλύψει εκδοχές αυτής της ασυνήθιστης διάταξης σε αρκετές άλλες Μεσοαμερικανικές πόλεις. Η μία είναι η πόλη Τρες Ζαπότες που βρίσκεται κατά μήκος της ακτής του κόλπου, η οποία άκμασε από το 400 π.Χ. έως το 300 μ.Χ., τους αιώνες αμέσως μετά την πτώση της Λα Βέντα, της τελευταίας πρωτεύουσας των Ολμέκων. Αν και οι πολίτες της Τρες Ζαπότες διατήρησαν πολλές πολιτιστικές πρακτικές των Ολμέκων, η πόλη τους δεν έμοιαζε καθόλου με τις πρωτεύουσες που υπήρχαν προηγουμένως εκεί, λέει ο Κρίστοφερ Πουλ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κεντάκι στο Λέξινγκτον, ο οποίος έχει περάσει τα τελευταία 20 χρόνια κάνοντας ανασκαφές εκεί. Αντί να συγκεντρωνόταν σε ένα πολυτελές ανάκτορο, η Τρες Ζαπότες είχε τέσσερις πλατείες τοποθετημένες συστηματικά σε όλη την πόλη. Η καθεμία είχε την ίδια διάταξη με χωμάτινες πυραμίδες και δημόσιους χώρους. Οι ημερομηνίες με τη μέθοδο ραδιοάνθρακα αποκάλυψαν ότι καταλαμβάνονταν την ίδια στιγμή. Ο Πουλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν τέσσερις φατρίες που συνεργάζονταν για να κυβερνούν την Τρες Ζαπότες.

Οι συλλογικές κοινωνίες τείνουν να διατάσσουν τις πόλεις τους με συνήθεις τρόπους, με τις μεγαλύτερες να χρησιμοποιούν ακόμη και δίκτυα, λέει ο Μπλάντον, που διευκόλυναν την πλοήγηση τόσο των κατοίκων όσο και της κυβέρνησης που παρείχε υπηρεσίες. Στην πρωτεύουσα της κοιλάδας του Ινδού, Μοχέντζο-ντάρο, στο σημερινό Πακιστάν, για παράδειγμα, η τέχνη απεικονίζει μερικούς μεμονωμένους ανθρώπους, και τα σπίτια που χτίστηκαν με συνήθη μεγέθη τούβλων, σχηματίζουν οικοδομικά τετράγωνα κανονικού μεγέθους. Το αυστηρό πολεοδομικό σχέδιο ενσωμάτωνε πηγάδια και επέτρεπε σε χιλιάδες ανθρώπους να χρησιμοποιούν τουαλέτες που ήταν συνδεδεμένες με τους πρώτους αποχετευτικούς αγωγούς του κόσμου.

Ιστορία δύο πόλεων

Λίγο πριν την άφιξη των Ισπανών, δύο πολύ διαφορετικές δυνάμεις πολεμούσαν στην καρδιά του σύγχρονου Μεξικού. Η Τενοτστιτλάν, η αυταρχική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του Μεξικού, κατακτούσε σχεδόν κάθε κοινωνία που βρισκόταν στο πέρασμά της, αποσπώντας φόρους τιμής και ανθρώπινες θυσίες από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Η μόνη αντίπαλος της ήταν η Τλαξκάλα, μια συλλογική δημοκρατία που βρισκόταν πάνω στα βουνά και υπερασπιζόταν σθεναρά την ελευθερία της.

Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό των συλλογικών κοινωνιών είναι η οικονομική ισότητα, την οποία οι αρχαιολόγοι μπορούν να συμπεράνουν από τη σύγκριση των αγαθών πλούσιων και φτωχών ανθρώπων. Στις αυτοκρατορικές κοινωνίες, όπως στην κλασική κοινωνία των Μάγιας, τα πολυτελή προϊόντα, όπως τα περίπλοκά ζωγραφισμένα είδη κεραμικής και ο νεφρίτης, εντοπίζονται μόνο στα ανάκτορα και στους βασιλικούς τάφους. Αντίθετα, στην  Τλαξκάλα άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων φαίνεται να είχαν στην κατοχή τους και να χρησιμοποιούσαν κεραμικά είδη με περίτεχνα, πολύχρωμα σχέδια. «Δεν μπορείτε να διακρίνετε μεταξύ πλουσίων και φτωχών με βάση τα πράγματα τους», λέει ο Φάργκερ. Ο Πουλ παρατηρεί παρόμοιο χάσμα στον πλούτο στην Τρες Ζαπότες. Και στην κλασική Αθήνα, ίσως στην πιο διάσημη προσύγχρονη δημοκρατία, «οι πλούσιοι άνθρωποι ζούσαν σε σπίτια που ήταν παρόμοια με αυτά των απλών πολιτών», λέει ο Μπλάντον.

Αλλά ο Σμιθ του πανεπιστημίου ASU προειδοποιεί ότι η οικονομική ισότητα δεν εγγυάται ότι η πολιτική εξουσία μοιράζεται στην κορυφή. «Υπάρχει μια σχέση [μεταξύ τους], αλλά αυτό δεν καθιστά την ανισότητα μέτρο συλλογικότητας, ή το αντίστροφο», λέει. Και παρόλο που συμφωνεί ότι η διάταξη μιας πόλης προσφέρει ενδείξεις για τη διακυβέρνηση, σημειώνει ότι οι ανασκαφές επικεντρώνονται συχνά στον κεντρικό πυρήνα μιας τοποθεσίας και μπορεί να χάσουν τις πιο απόμακρες πλατείες. Για να οριστικοποιηθεί η σύνδεση, οι αρχαιολόγοι χρειάζονται περισσότερα δεδομένα από τα περίχωρα των πόλεων και πιο αυστηρές στατιστικές μεθόδους για να τα ερμηνεύσουν, λέει.

Μέχρι ο υποψήφιος να υποβληθεί στην τελετουργία πολιτικής μύησης της Τλαξκάλα, είχε ήδη αποδείξει την ανδρία του στον πόλεμο. Για αιώνες το κράτος μαχόταν ενάντια στην Αυτοκρατορία του Μεξικού, της οποίας η πρωτεύουσα, Τενοτστιτλάν, βρισκόταν ακριβώς πάνω από τα βουνά στα δυτικά. Εκεί, στην σημερινή πόλη του Μεξικού, μια ευγενής γενιά βασιλιάδων κυβερνούσε από μια μεγάλη κεντρική πλατεία. Η Τλαξκάλα ήταν το μοναδικό πολίτευμα στην περιοχή που εμπόδιζε τον έλεγχο των Mexica, μετατρέποντάς το σε ένα οικονομικό και πολιτικό νησί.

Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι οι Mexica (που ονομάζονται σήμερα Αζτέκοι) επέβαλλαν εμπορικό αποκλεισμό για να αποδυναμώνουν τους αντιπάλους τους. Παρόλα αυτά, ο Φάργκερ διαπίστωσε ότι ορισμένα αυτοκρατορικά αγαθά, όπως το αλάτι και ο πράσινος οψιανός, εξακολουθούσαν να εισρέουν στην Τλαξκάλα. Από τους 10 τόνους κεραμικών που έχει ανακαλύψει στην πόλη, μόνο τρία ή τέσσερα κομμάτια ανήκουν στους Mexica. Η αναλογία των ισότοπων άνθρακα στους σκελετούς που ανακτώνται κάτω από τις πλατείες υποδεικνύει ότι το καλαμπόκι – που μπορεί να παράγεται τοπικά και να αποθηκεύεται – κυριαρχεί στη διατροφή των ανθρώπων, ακόμη και στην πλούσια σε καλαμπόκι Μεσοαμερική. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι η Τλαξκάλα πρέπει να βασιζόταν στους πολίτες της, και όχι στις συναλλαγές ή στους φυσικούς πόρους, για να χρηματοδοτήσει τις δραστηριότητές της.

Δεν υπάρχουν γραπτές πηγές σχετικά με την οικονομία της Τρες Ζαπότες. Αλλά και εκεί, τα εισαγόμενα προϊόντα ήταν σπάνια, λέει ο Πουλ, πράγμα που σημαίνει ότι και οι τέσσερις κυβερνούσες φατρίες πρέπει να βασίζονταν σε εσωτερικούς πόρους. Αυτό το μοτίβο της είναι τελείως αντίθετο σε σχέση με τον πρόγονό της, την Λα Βέντα, όπου οι αυταρχικοί ηγέτες έλεγχαν το εμπόριο και απολάμβαναν τις εξωτικές πολυτέλειες.

Και οι δύο πόλεις υποστηρίζουν την πεποίθηση του Μπλάντον και του Φάργκερ ότι ο καλύτερος προγνωστικός παράγοντας της συλλογικής κυριαρχίας είναι μια ισχυρή εσωτερική πηγή εσόδων, δηλ. οι φόροι. Οι πηγές εσόδων είναι δύσκολο να εντοπιστούν από αντικείμενα και κτίρια. Ωστόσο, μετά από έρευνα 30 προσύγχρονων κοινωνιών τεκμηριωμένων εθνογραφικά και ιστορικά, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα κράτη με εσωτερικές πηγές εσόδων χαρακτηρίζονται από υψηλό επίπεδο δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, ισχυρή κυβερνητική γραφειοκρατία και πολίτες που έχουν την εξουσία να κρίνουν τις ενέργειες των αρχόντων. «Όταν οι φορολογούμενοι πληρώνουν για το κράτος, τότε οι υπεύθυνοι γνωρίζουν ότι πρέπει να κάνουν το σωστό», λέει ο Μπλάντον.

Τα συλλογικά κράτη μπορεί να έχουν μια άλλη τάση που μπορεί να εντοπιστεί αρχαιολογικά: προσελκύουν ανθρώπους πέρα από τα σύνορά τους, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους τέχνεργα που μπορούν να συνδεθούν με άλλους πολιτισμούς. «Όταν υπάρχει ένας συλλογικός σχηματισμός που χρηματοδοτείται από εσωτερικούς πόρους, είναι προς το συμφέρον αυτών που κυβερνούν να προσελκύουν περισσότερους ανθρώπους», λέει ο Γκάρι Φάινμαν, αρχαιολόγος στο Mουσείο Φυσικής Ιστορίας του Σικάγο, Ιλλινόι, και συνεργάτης στην εργασία του Μπλάντον (1996). Η οικονομική ισότητα και οι αγορές μπορούν επίσης να προσελκύσουν μετανάστες στις συλλογικές κοινωνίες. «Οι άνθρωποι κινούνται προς τα εκεί που πιστεύουν ότι υπάρχουν καλύτερες ευκαιρίες. Εκεί όπου μπορούν να ζήσουν. Εκεί όπου τα παιδιά τους θα τακαταφέρουν καλύτερα από εκείνους. Αυτό είναι πάντα ένα κίνητρο», λέει ο Φάινμαν.

Η Τλαξκάλα φιλοξενούσε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, πολλές από τις οποίες αποτελούνταν από πρόσφυγες που εγκατέλειπαν την κυριαρχία των Mexica, σύμφωνα με τα ισπανικά χρονικά. «Απορροφούνταν από την Τλαξκάλα με την προϋπόθεση ότι υπερασπίζονται το κράτος», λέει ο Αουρέλιο Λόπεζ Κοράλ, αρχαιολόγος που εργάζεται στον χώρο του Εθνικού Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Μεξικού. Οι καλύτεροι πολεμιστές, ανεξάρτητα από την εθνότητα τους, δικαιούνταν να ενταχθούν στη σύγκλητο, αν μπορούσαν να αντέξουν την αρχική δοκιμασία. «Είναι το αντίθετο του εθνοτικού εθνικισμού», λέει ο αρχαιολόγος Ντέιβιντ Κάρμπαλο του Πανεπιστημίου της Βοστώνης (BU).

Οι πολεμιστές Τλαξκαλτέκοι βοήθησαν την Ισπανία να κατακτήσει την κοντινή κεντρική πόλη, Τενοτστιτλάν, το 1521. Ο κονκισταδόρος Ερνάν Κορτές περιέλαβε αυτόν τον χάρτη της Τενοτστιτλάν στη δεύτερη επιστολή του προς το ισπανικό στέμμα.

Ωστόσο, τα στοιχεία δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολα κατανοητά. Περίπου 100 χιλιόμετρα από την Τλαξκάλα βρίσκεται ένας πολύ διαφορετικός μνημειακός χώρος: το Τεοτιουακάν, το οποίο κυριαρχούσε στο κεντρικό Μεξικό μεταξύ περίπου 100 μ.Χ. και 550 μ.Χ.. Ο μεγάλος Δρόμος των Νεκρών διχοτομεί την πόλη με επιβλητικές δομές, συμπεριλαμβανομένων των τεράστιων πυραμίδων του Ήλιου, της Σελήνης και του Φτερωτού Ερπετού. «Πρόκειται για μια μεγάλη πόλη», λέει ο αρχαιολόγος Σαμπούρο Σουγκιγιάμα στο πανεπιστήμιο του Αϊτσι στο Ναγκακούτε της Ιαπωνίας, ο οποίος έχει ανασκάψει μερικά από τα πιο εικονικά μέρη της πόλης, συμπεριλαμβανομένων των πυραμίδων. «Υπήρχε μια πολύ ισχυρή ηγεσία που σχεδίαζε και εκτελούσε αυτό το μνημειακό εγχείρημα». Ο Σουγκιγιάμα θεωρεί αυτόν τον ηγέτη ως συνήθη αυτοκράτορα – βασιλιά που διέθετε μεγάλη στρατιωτική δύναμη – βασιζόμενος εν μέρει στα όπλα και πολεμικές απεικονίσεις που βρέθηκαν μαζί με τα απομεινάρια μιας μαζικής ανθρώπινης θυσίας και ταφής στην Πυραμίδα του Φτερωτού Ερπετού.

Ωστόσο, η Λίντα Μανσανίγια , αρχαιολόγος στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού στην πόλη του Μεξικού, που κάνει ανασκαφές στο Τεοτιουακάν από τη δεκαετία του 1970, βλέπει την ίδια ακριβώς πόλη με διαφορετικό τρόπο. Σημειώνει ότι είναι διατεταγμένη σε ένα δίκτυο, όπου οι πολίτες ζουν σε συνήθη κτίρια που έχουν ταξινομηθεί τακτικά σε όλη την πόλη. Μεγάλοι δρόμοι χώριζαν την πόλη σε τέσσερα τεταρτημόρια, λέει. Κάθε τεταρτημόριο είχε τη δικιά του εικονογραφία –  ιπτάμενα ζώα, αιλουροειδή, φίδια ή κογιότ – που κυριαρχούσαν στην τέχνη και στην κεραμική του. Κάτω από την πυραμίδα της Σελήνης που βρίσκεται κεντρικά, θυσιάζονταν ζώα από κάθε ομάδα μαζί. Η τέχνη δεν απεικονίζει μεμονωμένους ηγέτες ή δυναστείες και η Μανσανίγια ισχυρίζεται ότι το Τεοτιουακάν κυβερνιόταν από ένα συμβούλιο τεσσάρων ηγετών. Ο καθένας αντιπροσώπευε ένα διαφορετικό τεταρτημόριο – ένα είδος συλλογικής κυβέρνησης. Στο Τεοτιουακάν, «Οι ομάδες είναι πιο σημαντικές από τα άτομα», λέει.

Οι διαφορετικές ερμηνείες τονίζουν τις προκλήσεις της εφαρμογής του μοντέλου του Μπλάντον. Ο Σμιθ σημειώνει ότι υπάρχει πάντα κάποια ασάφεια σχετικά με την πολιτική σημασία των φυσικών χαρακτηριστικών μιας τοποθεσίας. Για παράδειγμα, η συνήθης στέγαση του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού και τα εξελιγμένα συστήματα ελέγχου των υδάτων μπορούν να θεωρηθούν ενδείξεις κοινής εξουσίας, αλλά έχουν επίσης ερμηνευθεί ως ενδείξεις ολοκληρωτικού ελέγχου. «Μέχρι να δημιουργηθεί ένα μοντέλο αυστηρό και αποδεκτό από όλους, στο μυαλό μου όλα αυτά θα είναι αρκετά υποκειμενικά και υποθετικά», λέει ο Σμιθ.

Ο Κάρμπαλιο του πανεπιστημίου BU υποστηρίζει ότι η μορφή διακυβέρνησης μπορεί να μην είναι το πιο σημαντικό μέτρο αυτού που ορίζει ως συλλογικότητα ο Μπλάντον. Παρουσιάζει ένα τεράστιο εργαστήριο οψιανού που ανασκάφηκε σε μια απομακρυσμένη συνοικία του Τεοτιουακάν ως σημάδι ότι οι απλοί πολίτες οργανώνονταν από τα κάτω, ανεξάρτητα από ποιος κυβερνούσε από τον Δρόμο των Νεκρών. Αυτό κάνει το Τεοτιουακάν συλλογική κοινωνία, ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι είχε έναν μόνο βασιλιά.

Οι κοινωνίες, όπως το Τεοτιουακάν, πολύ απλά δεν υπάγονται σε τακτικές κατηγορίες, λέει ο Πουλ. Ή μπορεί να αλλάξουν οι στρατηγικές με την πάροδο του χρόνου. Στην Τρες Ζαπότες, για παράδειγμα, οι φατρίες της ελίτ μπορεί να έχουν κοινή εξουσία στην πόλη, αλλά οι πρωτεύουσες είχαν στην κατοχή τους κοντινές πόλεις, οι οποίες είχαν μια κεντρική πλατεία σύμφωνα με τη διάταξη της Τρες Ζαπότες. Στη συνέχεια, σιγά-σιγά, το αυταρχικό μοντέλο επέστρεψε στην Τρες Ζαπότες. Γύρω στο 1 μ.Χ., οι τέσσερις ομάδες της πλατείας έχασαν την αρχιτεκτονική τους συνοχή και οι μεμονωμένοι ηγεμόνες εμφανίστηκαν για άλλη μια φορά στην τέχνη της πόλης.

Οι συλλογικές κυβερνήσεις τείνουν να ακμάζουν και να παρακμάζουν. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, λέει ο Μπλάντον. Στην Οαχάκα, το πολιτικό εκκρεμές μετατοπιζόταν μεταξύ της συλλογικότητας και του αυταρχικού μοντέλου κάθε 200 έως 300 χρόνια. Αυτό φαίνεται κυρίως από τις αλλαγές στις διατάξεις των κυρίαρχων τοποθεσιών και ιστοριών που καταγράφηκαν σε αποικιακά χρονικά. «Η δημοκρατία δεν είναι μια εφάπαξ υπόθεση. Έρχεται και φεύγει. Είναι πολύ δύσκολο να διατηρηθεί», λέει.

Σύμφωνα με την ιστορία, υπήρξε μια ιδιαίτερη ειρωνεία για τη δημοκρατία της Τλαξκάλα, όταν έφτασαν οι Ισπανοί. Μετά από αιώνες αντίστασης στην Αυτοκρατορία του Μεξικού, οι Τλαξκαλτέκοι είχαν τελικά την ευκαιρία να καταστρέψουν τους εχθρούς τους. Συμμάχησαν με τον κονκισταδόρο Ερνάν Κορτές, βοηθώντας τον να σχεδιάσει επιθέσεις στην Τενοτστιτλάν και να προστατεύσει τον στρατό του μετά την αρχική ήττα του. Αυτό επέτρεψε στις ισπανικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν και να προσπαθήσουν ξανά – αυτή τη φορά με επιτυχία. «Δεν είμαι σίγουρος εάν η κατάκτηση θα ήταν δυνατή χωρίς τη βοήθεια της Τλαξκάλα», λέει ο Φάργκερ.

Αλλά μόλις οι Τλαξκαλτέκοι έγιναν υπόδουλοι του ισπανικού στέμματος, η δημοκρατία εξαφανίστηκε. Οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τις πλατείες τους στην κορυφή των λόφων και κατέβηκαν στην κοιλάδα, ιδρύοντας τη σύγχρονη πόλη της Τλαξκάλα. Όταν το Μεξικό κέρδισε την ανεξαρτησία του από την Ισπανία 3 αιώνες μετά την κατάκτηση, οι Τλαξκαλτέκοι χτυπήθηκαν ως προδότες και η κοινωνία τους σχεδόν αφανίστηκε. Χρειάστηκαν άλλα 100 χρόνια μέχρι η επανάσταση να επιστρέψει τη δημοκρατία στο σύνταγμα του Μεξικού. Τώρα, φιλόδοξοι υποψήφιοι μάχονται και πάλι για το πολιτικό τους μέλλον – όχι στην πλατεία, αλλά στην κάλπη.

Lizzie WadeMar για το Sciencemag

Μοιραστείτε.

4 Σχόλια

  1. Pingback: Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα: Αρχαιολόγοι βρίσκουν πρώιμες δημοκρατικές κοινωνίες και στην Αμερική « απέραντο γαλάζιο

  2. Pingback: Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα: Αρχαιολόγοι βρίσκουν πρώιμες δημοκρατικές κοινωνίες και στην Αμερική | Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση

  3. Θοδωρής στις

    Εκατό άνθρωποι έπαιρναν τις αποφάσεις στην Τλαξκάλα. Άρα, ολιγαρχικό πολίτευμα. Αξιοκρατικότερο και φιλελεύθερο σε σχέση με το σύγχρονο ελληνικό.

    • Γιωργος στις

      ακριβώς! Να συμπληρωσω οτι για τν ακριβεια ηταν μια θρησκευτικου τυπου ολιγαρχια με σαδιστικα στοιχεια (“τελετουργικες αιματοχυσιες”). Παρολαυτα, ισως αξιοκρατικοτερο απο οποιοδηποτε συγχρονο. Η αληθεια ειναι μια, η Δημοκρατια γεννηθηκε στην Ελλαδα, και πεθανε στην Ελλαδα.

Αφήστε ένα σχόλιο