Σταύρος Αντύπας*

Δόθηκε πριν λίγες ώρες στην δημοσιότητα η ετήσια έκθεση για το 2017 του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, έκθεση η οποία περιλαμβάνει τα κρίσιμα εκείνα χαρακτηριστικά των περιστατικών ρατσιστικής βίας και εγκληματικού μίσους, όπως αυτά  καταγράφηκαν από τις 42 οργανώσεις που μετέχουν στο συγκεκριμένο δίκτυο. Προφανώς, τα αποτελέσματα αυτά είναι ενδεικτικά, ακριβώς γιατί αφορούν μόνο τα κρούσματα εκείνα που έφτασαν να αναφερθούν στις αρμόδιες Αρχές, τα επίσημα δηλαδή και όχι δεκάδες άλλα περιστατικά που μένουν «σκεπασμένα» από τον φόβο, τις απειλές και τους εκβιασμούς για την οικογενειακή, κοινωνική και προσωπική ζωή των θυμάτων, αλλά και εκείνων που «έτυχε» να είναι αυτόπτες μάρτυρες ή έτοιμοι να τα καταγγείλουν.

Την ίδια στιγμή,  δεν έχει περάσει και μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που δράσεις, ενέργειες, θεωρίες με ακραία φασιστικά στοιχεία νεοναζιστικών και ακροδεξιών ομάδων οδήγησαν σε συλλήψεις και προφυλακίσεις, με ενδείξεις που σύμφωνα με τις αρμόδιες Αρχές είναι ακλόνητες και που οδηγούν σε διασυνδέσεις με την ίδια την Χρυσή Αυγή, μέλη, στελέχη και βουλευτές της οποίας αντιμετωπίζουν εδώ και καιρό βαρύτατες κατηγορίες, εγκληματικής ποινικής απαξίας. Και δεν είναι μάλλον τυχαίος ο τίτλος της σημερινής (29.3.2018) ΕΦ.ΣΥΝ, σύμφωνα με τον οποίο αλλά και σύμφωνα με τις επικαλούμενες δηλώσεις ανώτατου αξιωματικού της Αστυνομίας, οι φασιστικές ομάδες είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

Υπό τα δεδομένα αυτά κι ενόψει της ολοκλήρωσης της δικαστικής έρευνας, είναι περίπου αυτονόητο ότι η κοινοβουλευτική εκδοχή μιας εγκληματικής ακροδεξιάς θα επιχειρήσει εκ νέου την κοινωνικής της νομιμοποίηση υπό τον φόβο της απώλειας των συστημικών ωφελειών της, θα επιχειρήσει δηλαδή να «εξωραΐσει» ένα σκληρό και άτεγκτο προφίλ   μίσους και φανατισμού, ξεπλένοντας της επικίνδυνες και εγκληματικές πρακτικές της, εννοείται με απατηλά και δόλια μέσα, σε «αθώες» δράσεις και ανύποπτες συναθροίσεις ανθρώπων, με πρόσχημα, πχ την τέχνη, τον πολιτισμό, κάποια κοινωνικά θέματα ή και καθημερινά προβλήματα.  Βασική επιδίωξη στελεχών της σε ολόκληρη την επικράτεια δεν είναι άλλη από το να «λησμονηθεί» η μισαλλόδοξη ρητορεία και κυρίως εγκληματική δράση, αντικαθιστώντας τον πολιτικό της απομονωτισμό και την στρατιωτικού τύπου εσωστρέφεια με ψευδεπίγραφες αυταπάτες τύπου «είμαστε σαν εσάς».

Θα ναι πραγματικά «εγκληματικό», ανιστόρητο και καταστροφικό τα ρατσιστικά και βίαια εκείνα περιστατικά που σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση που δόθηκε στην δημοσιότητα αλλά και τόσα άλλα που αποτελούν  τον «επιχειρησιακό» κορμό της  ακροδεξιάς, να ξεπλένονται εύκολα σε πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά και καλλιτεχνικά «πλυντήρια», κάτω από τα βλέμματα και υπό την ανοχή, την σιωπή, ή την αποδοχή ανθρώπων που δεν έχουν καμία σχέση, το αντίθετο μάλιστα κάποιες φορές, με τα φασιστικά αυτά μορφώματα. Και είναι ήδη αποτρόπαιο, να καλούνται επίσημα μέλη και στελέχη που εκπροσωπούν την «σκληρή» γραμμή αυτής, ακριβώς, της ακροδεξιάς  σε «ανύποπτες» εκδηλώσεις και  ομιλίες, να χρήζονται ομιλητές ή συνδαιτυμόνες, να τους δίνεται δηλαδή η δυνατότητα να «ξεπλύνουν» τις ιδέες τους και να «ξεπλυθούν» και οι ίδιοι.  Και μπορεί όσα  «ξεπλύματα» κι αν γίνουν ο «λύκος μήτε γνώμη μήτε την κεφαλή του την ίδια» να μπορεί να αλλάξει, αυτό από μόνο του, όμως, δεν αρκεί.  Γιατί ποτέ ιστορικά ο φασισμός δεν νικήθηκε μόνος του, ποτέ δεν υποχώρησε υπακούοντας σε «φυσικές» νομοτέλειες, το αντίθετο, απαιτήθηκαν αγώνες, θυσίες, θύματα με πολύ συγκεκριμένο ανθρώπινο, κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο.

Σε τέτοιες περιπτώσεις  «ξεβγάλματος» του φασιστικού «μελανώματος» οποιαδήποτε δικαιολογία ή καθυστέρηση αντίδρασης είναι  -κατά την γνώμη μου- ακατανόητη. Γιατί πίσω από τις ανοχές και τις «ευκαιρίες», πίσω από τις ομιλίες και ανάμεσα σε προτομές, μέσα σε χώρους τέχνης και πολιτισμού και ανάμεσα σε δημοκρατικούς πολίτες, το φίδι βρίσκει αρκετές κρυψώνες  για να κρύψει το αυγό του και μάλιστα υπό την «ασφαλή» για το ίδιο παρουσία, ακόμη και αντίπαλων πολιτικών «γητευτών». Κι όταν το «μπαγιάτικο» αυτό «αυγό» σπάσει, τότε καμιά απολύτως  «χρυσόσκονη» δεν θα ναι αρκετή για να ξεπλύνει τις συνέπειες μιας ξεκάθαρης, στους σκοπούς της,  ακροδεξιάς που διψά για εκδίκηση, για αίμα και για –δήθεν– «τιμή».

*το κείμενο αυτή γράφτηκε για συγκεκριμένο περιστατικό, για εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε σε πολιτιστικό κέντρο στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς με πρωτοβουλία  μέλους (αριστερού) ριζοσπαστικού κινήματος (ΡΚΚ) και με αφορμή μια διάλεξη στο Αργοστόλι με θέμα τον Σωκράτη, όπου δόθηκε ο λόγος και έγινε ανεκτή τοποθέτηση βασικού γνωστού στελέχους της Χ.Α Κεφαλονιάς, υπό την ανοχή συντρόφων μου με τους οποίους μέχρι και σήμερα μοιραστήκαμε κοινές αγωνίες και δράσεις, με σαφές και αδιαπραγμάτευτο, κοινά συνομολογημένο, αντιφασιστικό πλαίσιο. Με την θερμή παράκληση να εκληφθεί ως η αυτονόητη παραίτησή μου από μέλος  του Ριζοσπαστικού Κινήματος Κεφαλλονιάς.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο