Η χθεσινή ανακοίνωση (σημ. 31/3) του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ότι ανοίγει πάλι ο φάκελος Marfin ξαναφέρνει στην επικαιρότητα μια υπόθεση που εργαλειοποιήθηκε για να ταυτιστεί η δημόσια διαμαρτυρία με τη βία, αλλά της οποίας ο αστυνομικός χειρισμός δεν έχει γίνει ευρύτερα γνωστός, παρά τις μνημειώδεις ελλείψεις και τις αμφιλεγόμενες επιλογές του.

  • Της Μαρινίκης Αλεβιζοπούλου και του Αυγουστίνου Ζενάκου – ΚΟΣΜΟΔΡΟΜΙΟ

Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ανακοίνωσε πως “από την Εισαγγελία Αθηνών διετάχθη προκαταρκτική διερεύνηση αδικημάτων για την υπόθεση της Μαρφίν, κατόπιν νέων στοιχείων που προσκομίσθηκαν από την ΕΛ.ΑΣ.”. Πριν από έναν χρόνο περίπου, μετά την τελετή τοποθέτησης αναμνηστικής πλακέτας στην οδό Σταδίου, πληροφορίες για “νέα στοιχεία”, που οδηγούν μάλιστα σε κατηγορίες για “τρομοκρατική οργάνωση”, είχαν εμφανιστεί σε κάποια μέσα ενημέρωσης, αλλά, όπως συμβαίνει συχνά με τέτοιες διαρροές, δεν δόθηκε συνέχεια. Για την τρέχουσα ηγεσία του υπουργείου, ωστόσο, αυτή θα είναι η δεύτερη φορά που προΐσταται της απόπειρας της ΕΛ.ΑΣ. να εξιχνιάσει την υπόθεση: ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ήταν υπουργός και το 2010, όπως και τώρα, ενώ ο Λευτέρης Οικονόμου, σημερινός υφυπουργός, ήταν τότε αρχηγός της αστυνομίας.

Παρά τη βαρύτητα της υπόθεσης και της ογκωδέστατης αρθρογραφίας γύρω από αυτήν, ελάχιστες πτυχές της πρώτης απόπειρας της ΕΛ.ΑΣ. να την εξιχνιάσει έχουν γίνει ευρέως γνωστές. Και όσο επιμένει κανείς να εξετάζει ποιες αποφάσεις ελήφθησαν και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε από τις αρμόδιες αρχές, ενώ παράλληλα ο εμπρησμός αυτός γινόταν ένα από τα κυριότερα όπλα των δημοσιολόγων και των πολιτικών που ξιφουλκούσαν στη δημόσια σφαίρα, τόσο περισσότερο οι απορίες πληθαίνουν.

Προσαγωγές, προληπτικές και μη

Στις 5 Μαΐου 2010, το κέντρο της Αθήνας κατακλύστηκε από διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν για τα τότε επικείμενα μέτρα που θα λάμβανε η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου στο πλαίσιο της υπαγωγής της Ελλάδας σε “πρόγραμμα σταθερότητας”.

Μολονότι είχε κηρυχθεί γενική απεργία, στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin στην οδό Σταδίου, την ώρα της διαδήλωσης οι υπάλληλοι εργάζονταν. Εξαιτίας της διαδήλωσης, το υποκατάστημα ήταν κλειστό για το κοινό και, όπως έγινε γνωστό αργότερα, οι υπάλληλοι είχε συμβεί και άλλες φορές να εργάζονται σε μέρες απεργιών και διαδηλώσεων – ακόμη και διαδηλώσεων στις οποίες είχαν σημειωθεί ταραχές.

Εκείνη την ημέρα, δυστυχώς, τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Άγνωστοι πυρπόλησαν το υποκατάστημα της Marfin, το βιβλιοπωλείο “Ιανός”, καθώς και άλλα κτήρια στη Σταδίου. Οι περισσότεροι υπάλληλοι κατόρθωσαν να βγουν ζωντανοί από τη φωτιά στη τράπεζα, κάποιοι από τα μπαλκόνια, κάποιοι από το διπλανό κτήριο, ένας τουλάχιστον από την κύρια είσοδο. Τρεις, η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (η οποία, όπως δημοσιοποιήθηκε, ήταν έγκυος) έχασαν τη ζωή τους από τις αναθυμιάσεις.

Λίγες ώρες μετά τον εμπρησμό, η αστυνομία πραγματοποιεί εφόδους σε καταλήψεις και στέκια του αντιεξουσιαστικού χώρου και προσάγει δεκάδες άτομα. Μετά από μια αναμονή περίπου επτά ωρών σε έναν διάδρομο της ΓΑΔΑ (Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής), όλοι οι προσαχθέντες αφήνονται ελεύθεροι. Δεν συλλαμβάνεται κανένας και κανένας δεν παραπέμπεται στον ανακριτή.

Ύστερα, η αστυνομία μοιάζει να μην κάνει τίποτε άλλο για την υπόθεση, για έναν ολόκληρο χρόνο. Ωστόσο, με αφορμή τον εμπρησμό της Marfin, ενεργοποιείται εκ νέου το περίφημο δόγμα της “προληπτικής προσαγωγής”. Βάσει αυτού, όλα τα επόμενα χρόνια, η αστυνομία θα εγκαταστήσει ομάδες της κυρίως έξω από σταθμούς του μετρό και θα προσάγει όποιον δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται καθ’ οδόν προς μια διαδήλωση. Οι προσαχθέντες κατά κανόνα θα κρατούνται για μερικές ώρες, ως το πέρας της διαδήλωσης, και στη συνέχεια θα αφήνονται ελεύθεροι.

Ένα ανώνυμο σημείωμα

Τον Απρίλιο του 2011, λίγο πριν την πρώτη επέτειο του εμπρησμού της Marfin, αστυνομικοί με πολιτικά εμφανίζονται μπροστά στο σπίτι του Θ. και του ζητούν να τους ακολουθήσει. “Μια απλή προσαγωγή” του λένε, δίχως άλλες διευκρινίσεις. Αναγκαστικά, επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό τους και τον οδηγούν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής. Δεν του λένε ποτέ γιατί βρίσκεται εκεί, παρά μόνο του ζητούν να φορέσει διάφορα πράγματα: ένα τζόκεϊ, ένα ζευγάρι γυαλιά. Ο Θ. αντιλαμβάνεται ότι συμμετέχει σε μια διαδικασία αναγνώρισης, όμως ποτέ δεν του αναφέρουν για ποιο θέμα. Δεν του επιτρέπουν να ειδοποιήσει κανέναν ούτε έχει πρόσβαση σε δικηγόρο. Τον κρατούν συνολικά οκτώ ώρες.

Παράλληλα, η εισαγγελία έχει ήδη ζητήσει προκαταρκτική εξέταση. Προτού φύγει από τη ΓΑΔΑ, ο Θ. παραλαμβάνει κλήση να παράσχει, πλέον, “έγγραφες εξηγήσεις”. Για ποιο πράγμα τις οφείλει αυτές τις εξηγήσεις το μαθαίνει τις αμέσως επόμενες μέρες, όταν ο δικηγόρος του, Δημήτρης Κατσαρής, παραλαμβάνει τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί.

Ο Θ., μαζί με δύο ακόμη άτομα, τον Λ. και τον Τ., θεωρείται ύποπτος για τον εμπρησμό της Marfin. Ο λόγος για τον οποίον η Ελληνική Αστυνομία έχει καταλήξει σε αυτούς τους υπόπτους είναι ένα ανώνυμο σημείωμα που ισχυρίζεται ότι έχει λάβει λίγες μέρες νωρίτερα, από άγνωστο αποστολέα. Το σημείωμα γράφει επί λέξει τα εξής (παραλείπουμε ονόματα, διευθύνσεις και τηλέφωνα και διατηρούμε ορθογραφία και στίξη):

Δεν θέλω να πω όνομα ειμαι ενας πολιτης και θέλω να πω μόνο ότι οι αναρχικοι απ τα εξαρχεια πάνε στην κερατατέα μολότοφ για να πετάνε στους αστυνομικους στις φασαρίες που γινονται για το χυτα

Τρεις από αυτούς που κάνουν κουμαντό είναι ο […] μένει στην […] και εχει τηλεφωνο […], ο […] ΕΧΕΙ ΈΝΑ […] και […] το τηλεφωνο αυτού είναι […] […] Αυτος μένει […] Αυτοί και άλλοι είναι μπλεγμένοι στα επισοδια στην αθήνα, πάνττα πάνε ήταν και στο κάψιμο στην ΜΑΡΦΙΝ ΤΗΝ 5 ΜΑΗ 2010 μπροσταρηδες.

Από τη δικογραφία, ο Θ. και η υπεράσπισή του μαθαίνουν ότι, σύμφωνα με την αστυνομία, ο ίδιος μαζί με άλλα άτομα έκαψαν την τράπεζα προκαλώντας τον θάνατο των τριών θυμάτων, ενώ ο ίδιος ο Θ. φέρεται να πέταξε τη μοιραία μολότοφ.

Ωστόσο, από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, για τους δύο άλλους “υπόπτους” που αναφέρονται στο ανώνυμο σημείωμα της αστυνομίας, προκύπτουν στοιχεία πως δεν εμπλέκονται στον εμπρησμό. Για τον μεν Λ. προκύπτει 100% αναγνώριση από αυτόπτη μάρτυρα πως όχι μόνο δεν συμμετείχε στην επίθεση στην τράπεζα, αλλά ότι προσπαθούσε να αποτρέψει την επίθεση στον “Ιανό”. Για τον δε Τ., προκύπτει ότι ακριβώς τη στιγμή του εμπρησμού, μολονότι βρισκόταν κοντά στην τράπεζα, είχε μια άσχετη τηλεφωνική συνομιλία, συνεπώς ήταν αδύνατον ταυτόχρονα να συμμετέχει στην επίθεση.

Από τους τρεις αναφερόμενους στο σημείωμα, μόνο ο Θ. παραμένει υπό ανάκριση. Όμως, από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι υπάρχει και άλλο ένα άτομο, ο Π., που δεν αναφέρεται στο ανώνυμο σημείωμα, και κατηγορείται για τον εμπρησμό του “Ιανού”, με βάση αναγνώριση μιας φωτογραφίας κατά 70% από αυτόπτη μάρτυρα.

Η εμφάνιση του Θ. στον ανακριτή ορίζεται για τις 5 Μαΐου 2011, ανήμερα της επετείου του εμπρησμού. Ήδη ορισμένα μέσα ενημέρωσης δημοσιεύουν διαρροές ότι υπήρξαν “συλλήψεις” για τη Marfin και τον “Ιανό”, φωτογραφίζοντας τους προσαχθέντες.

Στο υπόμνημα που καταθέτει ο δικηγόρος του Θ. επισημαίνονται με σαφήνεια τα προβλήματα της δικογραφίας. Λόγου χάρη, στη δικογραφία περιλαμβάνεται σειρά φωτογραφιών, τις οποίες είχε τραβήξει φωτογράφος πίσω από τη τζαμαρία του “Ιανού”, όπου φαίνεται η ομάδα ατόμων για την οποία αυτόπτες μάρτυρες έχουν υποστηρίξει πως την είδαν να βάζει φωτιά στη Marfin. Σε αυτήν πρωτοστατεί ένας νεαρός με καλυμμένο πρόσωπο, γυαλιά και τζόκεϊ, μαύρη μπλούζα, τζιν παντελόνι και αθλητικά παπούτσια. Οι φωτογραφίες είναι πράγματι τραβηγμένες ακριβώς λίγο πριν και λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, όταν ξέσπασε η φωτιά. Το ίδιο άτομο με την ίδια αμφίεση εμφανίζεται και σε άλλη σειρά φωτογραφιών, από κάμερα κοντά στη Συγγρού, λίγο μετά τον εμπρησμό.

Ωστόσο, στην ίδια τη δικογραφία, περιλαμβάνονται και φωτογραφίες από κάμερα της τράπεζας Eurobank, στη γωνία Αιόλου και Σταδίου, στην οποία φαίνεται ξεκάθαρα ο Θ., δεκαπέντε λεπτά περίπου πριν τον εμπρησμό, να ακολουθεί την πορεία. Από τις φωτογραφίες της κάμερας της τράπεζας προκύπτει ότι φορούσε διαφορετικού χρώματος τζόκεϊ και διαφορετικά ρούχα από το άτομο που αυτόπτες αναγνώρισαν ως εμπρηστή της Marfin.

Συγχαρητήρια για τον πελάτη σας!

Θα περάσει σχεδόν ενάμισης χρόνος από την προκαταρκτική εξέταση και την υποβολή του υπομνήματος, ωσότου να διεξαχθεί η ανάκριση. Μόνοι ύποπτοι πια απομένουν ο Θ. για τον εμπρησμό της Marfin και ο Π. για τον εμπρησμό του Ιανού.

Όταν ο Θ. καλείται να απολογηθεί στον ανακριτή, η υπεράσπισή του, που πια εκτός από τον Δημήτρη Κατσαρή περιλαμβάνει και την Βούλα Γιαννακοπούλου, ξαναθέτει το ζήτημα ότι από τις ίδιες τις φωτογραφίες της δικογραφίας προκύπτει πως ο Θ. δεν είναι το άτομο στο οποίο οι αυτόπτες αποδίδουν τον εμπρησμό. Ο ανακριτής γνωμοδοτεί ότι ο Θ. δεν πρέπει να προφυλακιστεί. Η εισαγγελέας, όμως, στην οποία ο Θ. και οι δικηγόροι του εμφανίζονται ακολούθως, έχει διαφορετική άποψη. Στην πραγματικότητα, απορρίπτει όλο τον ισχυρισμό του Θ. πως δεν πρόκειται για τον ίδιο, αφού φορούσε διαφορετικά ρούχα, με επιχείρημα την κατάθεση ενός αστυνομικού πως “συχνά όσοι προκαλούν επεισόδια αλλάζουν ρούχα για να μην αναγνωρίζονται”.

Ο Θ. οδηγείται στο κρατητήριο της Ευελπίδων, ώσπου το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών να συνεδριάσει σχετικά με τη διαφωνία μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα. Όσο οι δικηγόροι του περιμένουν, δέχονται τηλεφωνήματα από δημοσιογράφους μεγάλων μέσων ενημέρωσης: “Συγχαρητήρια για τον πελάτη σας!” “Μα, πού ξέρετε το αποτέλεσμα; Το Συμβούλιο συνεδριάζει ακόμη” αναρωτιούνται οι δικηγόροι. Πράγματι, λίγο αργότερα τους ανακοινώνεται πως το Συμβούλιο αποφασίζει να άρει τη διαφωνία υπέρ του ανακριτή και ο Θ. αφήνεται ελεύθερος, με όρους την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και την εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα μία φορά τον μήνα. Παράλληλα, δεν προφυλακίζεται ούτε ο κατηγορούμενος για τον εμπρησμό του “Ιανού”.

Λίγους μήνες αργότερα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών εκδίδει το βούλευμά του και παραπέμπει και τους δύο σε δίκη. Μοιάζει σαν οι μείζονες κινήσεις των διωκτικών και δικαστικών αρχών σε αυτή την υπόθεση να γίνονται, κατά περίεργη σύμπτωση, πάντοτε γύρω από την επέτειο του εμπρησμού.

Αυτοί έκαψαν τη Marfin

Μολονότι, ως εκείνη τη στιγμή, είχαν υπάρξει πάμπολλες διαρροές στα μέσα ενημέρωσης που κάνουν λόγο για ακλόνητα στοιχεία της αστυνομίας, αδιαμφισβήτητες αναγνωρίσεις των κατηγορουμένων από αυτόπτες κ.ο.κ., όλα απολύτως αναληθή, η ταυτότητα των υπόπτων είχε τουλάχιστον παραμείνει εκτός δημοσιότητας. Η εφημερίδα που το αλλάζει αυτό είναι η Real News, στην οποία διαρρέει το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Το δημοσιεύει στο πρωτοσέλιδό της με τίτλο “Αυτοί έκαψαν τη Marfin”. Μέσω της αναπαραγωγής του δημοσιεύματος, οι δύο κατηγορούμενοι διαπομπεύονται στο πανελλήνιο. Αλλά το δημοσίευμα κάνει και κάτι άλλο: αναφέρει δίχως καμία επιφύλαξη, και μάλιστα σε τονισμένο χωριστό πλαίσιο υπό τον τίτλο “’Σκληροί’ αντιεξουσιαστές με δεκάδες προσαγωγές”, ότι “μέλη του πλέον σκληρού πυρήνα των αντιεξουσιαστών είναι και οι δύο κατηγορούμενοι. Έχουν προσαχθεί δεκάδες φορές στην Κρατική Ασφάλεια κατά τη διάρκεια επεισοδίων μεταξύ ‘μπαχαλάκηδων‘ και δυνάμεων των ΜΑΤ στο κέντρο της Αθήνας, ως ύποπτοι για εκτόξευση βομβών μολότωφ και άλλων αντικειμένων εναντίον αστυνομικών. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύκλου ερευνών σχετικά με τη δράση της οργάνωσης Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, τα ονόματά τους κατεγράφησαν σε πληροφοριακό σημείωμα της Αντιτρομοκρατικής, γιατί είχαν στενές σχέσεις με τρεις από τους μετέπειτα προφυλακισμένους για συμμετοχή στην οργάνωση αυτή, όμως ποτέ δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ότι οι κατηγορούμενοι για τον εμπρησμό της Marfin είχαν σχέση με τους Πυρήνες της Φωτιάς”.

Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού που σήμερα πια είναι της μόδας να ονομάζουμε fake news, είναι προφανές ότι το απόσπασμα αυτό στοχεύει απλώς να παραθέσει τα ονόματα των κατηγορουμένων δίπλα στη φράση “Πυρήνες της Φωτιάς”. Καμία τέτοια σύνδεση δεν σημειώνεται στην πραγματικότητα.

Οι κατηγορούμενοι παραπέμπονται σε δίκη με κατηγορίες για ανθρωποκτονία και απόπειρα ανθρωποκτονίας, κατασκευή εκρηκτικών μηχανισμών και φθορά ξένης περιουσίας.

Η δίκη του Θ. και του Π. αναβάλλεται πολλές φορές και καταλήγει να ξεκινήσει στις 19 Σεπτεμβρίου του 2016. Η μόνη πολιτική αγωγή που παραστάθηκε ήταν της οικογένειας της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Οι άλλες οικογένειες θυμάτων, οι υπάλληλοι της τράπεζας αλλά και η ίδια η τράπεζα, μολονότι κατά την ανάκριση είχαν δηλώσει ότι θα παρασταθούν, δεν παραστάθηκαν.

Στη δίκη δεν υπάρχει καμία αναγνώριση από κανέναν μάρτυρα για κανέναν από τους δύο κατηγορουμένους. Επιπλέον, η υπεράσπιση του Θ. επαναλαμβάνει το επιχείρημά της ότι ο Θ. εμφανίζεται με διαφορετικά ρούχα σε φωτογραφία σε άλλο σημείο, δεκαπέντε λεπτά πριν τον εμπρησμό. Και φέρνει στο δικαστήριο έναν εμπειρογνώμονα, ο οποίος συγκρίνοντας τις δύο ομάδες φωτογραφιών και εστιάζοντας στα αυτιά του φερόμενου ως δράστη και του κατηγορουμένου, αποδεικνύει πως πρόκειται για αυτιά με τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά και συνεπώς για δύο διαφορετικούς ανθρώπους.

Η εισαγγελέας προτείνει στο δικαστήριο να κριθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι. Το δικαστήριο κρίνει τα στοιχεία ανεπαρκή και, αποφεύγοντας στην απόφασή του οποιαδήποτε κρίση για την αστυνομική ή την ανακριτική διαδικασία, αθωώνει ομόφωνα τους κατηγορούμενους. Η απόφαση εκφωνείται στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Αναρχικοί, διαδηλώσεις και τέτοια

Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί την υπόθεση χειρίζεται εξαρχής και καθόλη τη διάρκειά της η Κρατική Ασφάλεια, της οποίας το αντικείμενο είναι, σύμφωνα με κατάθεση αστυνομικού στο δικαστήριο, “οι αναρχικοί, οι διαδηλώσεις και τέτοια” και όχι οι ανθρωποκτονίες; Γιατί δεν εμπλέκεται ποτέ το Τμήμα Εγκλημάτων Κατά Ζωής, το οποίο στο κάτω κάτω είναι το αρμόδιο για την εξιχνίαση ανθρωποκτονιών;

Δεύτερον, τι ήταν αυτό το περίφημο ανώνυμο σημείωμα, που τόσο βολικά ανέφερε τρία άτομα με το ονοματεπώνυμό τους; Πώς περιήλθε στην κατοχή της αστυνομίας; Ήρθε με το ταχυδρομείο; Αν ναι, πού ήταν ο φάκελος; Γιατί δεν εξετάστηκε ποτέ για αποτυπώματα; Γιατί δεν έγινε καμία απόπειρα να βρεθεί ο αποστολέας του; Αυτά και άλλα ερωτήματα που τέθηκαν επιμόνως και επί μακρόν, ουδέποτε απαντήθηκαν από την αστυνομία στο δικαστήριο. Εντούτοις, παρά το άλυτο μυστήριο της προέλευσής του και παρότι δύο στα τρία ονόματα που ανέφερε αποδείχτηκαν αμέσως άστοχα, γεγονός που προδιέθετε μάλλον αρνητικά για την εγκυρότητά του, αυτό το ουρανοκατέβατο, επιτηδευμένα ανορθόγραφο, παράξενα δακτυλογραφημένο σημείωμα από κάποιον άγνωστο στην “Κερατατέα” συνέχισε να χρησιμοποιείται από την αστυνομία ως ακράδαντο πειστήριο για την ενοχή του Θ. Η αστυνομία δεν αναφέρει την εξέταση κανενός άλλου ενδεχομένου.

Τρίτον, παρά τις αιτιάσεις της υπεράσπισης του Θ. ότι φαίνεται σε φωτογραφίες να φορά ρούχα διαφορετικά από αυτά που φορά ο φερόμενος ως δράστης, οι ανακριτικές και εισαγγελικές αρχές δίνουν βάση στην κατάθεση αστυνομικού που υποστηρίζει ότι “συχνά όσοι προκαλούν επεισόδια αλλάζουν ρούχα για να μην αναγνωρίζονται”. Η αστυνομία λοιπόν επιχειρηματολογεί ότι ο Θ. είναι ο πρώτος μπαχαλάκιας της Ιστορίας ο οποίος άλλαξε ρούχα προτού προκαλέσει τα επεισόδια αλλά δεν τα άλλαξε μετά. Πώς γίνεται οι εισαγγελικές αρχές να δέχονται αυτό το επιχείρημα ως επαρκές για να παραπεμφθεί σε δίκη;

Τέταρτον, ο μάρτυρας που είχε αναγνωρίσει από φωτογραφίες κατά 70% τον Π. ως τον δράστη της επίθεσης στον “Ιανό”, στη συνέχεια διαβεβαιώνει ότι κατά 100% δεν τον αναγνωρίζει. Στην περίπτωση αυτή, μάλιστα, δεν υπάρχει ούτε καν ένα παράξενο, αγνώστου προέλευσης, ανώνυμο σημείωμα. Παρόλα αυτά, ο Π. παραπέμπεται σε δίκη. Πώς είναι δυνατόν μια τέτοια ισχνή αστυνομική επιχειρηματολογία να περνάει τόσο εύκολα όλα τα στάδια ανακριτικών και εισαγγελικών ελέγχων;

Πέμπτον, κατά την εξέταση της δικογραφίας προέκυψε, όπως αναφέρθηκε στην ακροαματική διαδικασία, ότι η ΕΛ.ΑΣ. είχε κατάσχει από τον Θ. ένα κινητό τηλέφωνο. Ο αριθμός, ωστόσο, που ανέφερε η ΕΛ.ΑΣ. στην έκθεσή της, όπως και πάλι προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ότι αντιστοιχούσε στην κάρτα sim που βρέθηκε στο εν λόγω κινητό, δεν αντιστοιχούσε σε αυτή αλλά επρόκειτο για αριθμό που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος δύο χρόνια πριν τα συμβάντα στη Marfin και είχε έκτοτε καταργήσει. Μολονότι ερωτήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, οι μάρτυρες αστυνομικοί ουδέποτε απάντησαν στο εξής προφανές ερώτημα: δεδομένου ότι ο Θ. δεν είχε στο παρελθόν απασχολήσει την ΕΛ.ΑΣ. με τρόπο ώστε να κατασχεθεί το τηλέφωνό του, γιατί ήταν γνωστός ο προγενέστερος και καταργημένος αριθμός του στην ΕΛ.ΑΣ., έτσι ώστε εκ παραδρομής, όπως φαίνεται, να εμφανιστεί αντί για για τον τρέχοντα και ενεργό αριθμό;

Έκτον, γιατί επί έναν χρόνο μετά τον εμπρησμό δεν έκανε η αστυνομία καμία ενέργεια για τον εντοπισμό των δραστών; Και γιατί επί άλλα έξι χρόνια, παρά την προφανή αδυναμία των στοιχείων που συγκεντρώνονταν κατά του Θ. και του Π., δεν εξέτασε ποτέ κανένα άλλο ενδεχόμενο;

Προσαγωγές, ξανά

Από τον χειρισμό της υπόθεσης του εμπρησμού της Marfin δεν προκύπτει η παραμικρή γνώση για την ταυτότητα των πραγματικών δραστών. Προκύπτουν όμως ισχυρές ενδείξεις ότι η αστυνομία κατέφυγε στην, γνωστή σε όσους μελετούν ανάλογες υποθέσεις, τακτική της αναζήτησης βολικών υποψηφίων ανάμεσα σε παλαιότερους προσαχθέντες.

Αν και η “προσαγωγή” είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως, σπάνια γίνεται λόγος για το πόσο ανορθόδοξη πρακτική αποτελεί. Νομικό έρεισμα βρίσκει κατά κύριο λόγο στο άρθρο 74 του Προεδρικού Διατάγματος 141 του 1991. Εκεί περιγράφεται η υποχρέωση του αστυνομικού να “οδηγεί στο αστυνομικό κατάστημα για εξέταση άτομα τα οποία στερούνται στοιχείων αποδεικτικών της ταυτότητάς τους ή τα οποία, εξαιτίας του τόπου, του χρόνου, των περιστάσεων και της συμπεριφοράς τους δημιουργούν υπόνοιες διάπραξης εγκληματικής ενέργειας”.

Η προσαγωγή διαφέρει από τη σύλληψη, βάσει μιας λογικής ακροβασίας που περιγράφεται στις αστυνομικές εγκυκλίους: σύλληψη νοείται η αστυνομική πράξη που έχει ως αποτέλεσμα τη στέρηση, έστω και προσωρινή, της προσωπικής ελευθερίας, ενώ η προσαγωγή είναι η μετάβαση στο αστυνομικό τμήμα στο πλαίσιο ενός “ελέγχου” και συνεπώς δεν περιορίζει, σύμφωνα με την αστυνομία, την “προσωπική ελευθερία”, αλλά μόνο την “ελευθερία κίνησης”. Την ίδια στιγμή, βέβαια, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την προσαγωγή του, διότι τότε απλώς θα τον συλλάβουν για “αντίσταση”. Ουσιαστικά, η προσαγωγή είναι μια σύλληψη δίχως τα δικαιώματα του συλληφθέντα, όπως το να έχει δικηγόρο.

Σε αντίθεση με τη σύλληψη, ωστόσο, η προσαγωγή υποτίθεται ότι δεν αφήνει “ίχνος”: αν κάποιος προσαχθεί και στη συνέχεια αφεθεί ελεύθερος, δεν πρέπει να υπάρχει καμία καταγραφή του γεγονότος της προσαγωγής του. Μολοντούτο, η αστυνομία τηρεί “αρχεία προσαγωγών”. Το παραδέχτηκε άλλωστε, κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης Μαρφίν, ανθυπαστυνόμος της υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, ο οποίος, δίχως να αντιλαμβάνεται κάποιο πρόβλημα, είπε στο ακροατήριο: “…συμβαίνει η υπηρεσία να κάνει μαζικές προσαγωγές, κρατάμε αρχείο προσαχθέντων για να αποδεικνύεται ότι κάποιος ήταν εκεί και όχι αλλού”.

Το αρχείο αυτό στην πράξη συνιστά μια δεξαμενή υπόπτων. Στην πρώτη της μορφή, η δεξαμενή αυτή χρονολογείται από το 1995, όταν περιέλαβε τα στοιχεία όσων προσήχθησαν μετά την κατάληψη του Πολυτεχνείου. Έκτοτε, επεκτείνεται με τα στοιχεία όσων προσάγονται μαζικά σε επιχειρήσεις της αστυνομίας.

Υπάρχουν λόγοι να πιστέψει κανείς ότι τόσο ο Θ. όσο και ο Π. είχαν βρεθεί σε τέτοια δεξαμενή. Ο Θ. επειδή είναι αναρχικός και είχε συνδικαλιστική δράση. Ο Π. επειδή πριν από χρόνια είχε προσαχθεί μετά από ένα συλλαλητήριο όπου είχε συμμετάσχει.

Το ότι αντλήθηκαν από δεξαμενή υπόπτων θα μπορούσε να εξηγήσει την εμπλοκή της Κρατικής Ασφάλειας αντί του Τμήματος Εγκλημάτων Κατά Ζωής. Θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει τόσο το γιατί η αστυνομία γνώριζε τον προ διετίας καταργημένο αριθμό τηλεφώνου του Θ., και τον μπέρδεψε με τον τρέχοντα, όσο και γιατί η κλήση να απολογηθεί ο Π. στον ανακριτή ανέφερε τη διεύθυνση που είχε καταγραφεί στην προ ετών προσαγωγή του και όχι την τρέχουσα.

Όσο για το ανώνυμο σημείωμα, δεν φαίνεται ότι θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια. Μοιάζει, ωστόσο, εξόχως πρόσφορο μέσο για να παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη κάποιος που ήταν οιονεί σεσημασμένος από την αστυνομία, αλλά δεν πρέπει να γίνει δημοσίως γνωστή η διαδικασία με την οποία σημάνθηκε.

Ας πούμε λοιπόν ότι όσο κι αν τα μέσα ενημέρωσης, από χθες, γεμίζουν διαρροές για “τρία”, “τέσσερα” ή “πέντε άτομα” των οποίων η εμπλοκή στην υπόθεση Marfin διερευνάται, είναι προφανώς νωρίς ακόμη να μιλήσει κανείς γι’ αυτή τη δεύτερη απόπειρα της αστυνομίας να διαλευκάνει το έγκλημα που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο εργαλειοποιήθηκε για να στιγματίσει ως βίαιη κάθε αντίδραση εναντίον των μέτρων λιτότητας και να απονομιμοποιήσει το ίδιο το δικαίωμα της δημόσιας διαμαρτυρίας. Μελετώντας την πρώτη της απόπειρα, ωστόσο, κάθε δημοκρατικός πολίτης δικαιούται να είναι καχύποπτος.

Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο