Ο μπάρμπας μου ο Κώστας, μετανάστης στην Γερμανία το ’60, στα χαρτιά, κρέας εμπορεύσιμο στ’ αλήθεια, μου έλεγε πως όταν δεν δούλευε, πήγαινε σε μια γέφυρα στο Μόναχο. Ήταν 184 βήματα.


Την μέτραγε συνέχεια. Ποια γέφυρα δεν μου έλεγε. Μια γέφυρα στο Μόναχο.184 βήματα. Συνέχεια 184 βήματα.

Γιατί το έκανε, δεν ήξερε. Λες και μέτραγε τα πρόβατα, πίσω σε μια απόμερη γωνιά της Πίνδου. Ένα γεια στον πατέρα και στην μάνα. Μια αγκαλιά στην γυναίκα, νια ζωντοχήρα από ανάγκη. “Μαθαίνουν, μωρέ, τα παιδιά γράμματα;”

“Ανάθεμα τα σύνορα”, έλεγε. Όπως το λένε, όλοι οι κυνηγημένοι. Ύστερα στο κρασοπότηρο με τον καφέ, έριχνε ένα ποτηράκι τσίπουρο. Το ανακάτευε κι εγώ τον καμάρωνα. Σαν δρόμος παρατημένος ήταν, όμως το δάκρυ του ήταν διαμάντι. Το θυμάμαι το δάκρυ του. Σαν μελαγχολική γνώση. Και το γέλιο του; Το γέλιο του, ρε φίλε. Τρανταζόταν ο κόσμος όλος, έτσι όπως τρανταζόταν οι πλάτες του, κάθε που πήγαινε να πνιγεί από το γέλιο.


Μετά, ανεβαίνω ψηλά. Ταράτσες. Πόσο τις λατρεύω τις ταράτσες!!!

Ανάμεσα σε τόσους άλλους, ανεβαίνω ψηλά. Λέω, τώρα σε κάποια χώρα μπορεί να βρέχει. Ίδια είναι η βροχή παντού.

Ψάχνω την κληματαριά του σπιτιού. Την πρασινάδα και την αγριάδα του τόπου που μεγάλωσα. Ότι κουβαλάω.

Ύστερα φαντάζομαι την γέφυρα του Κάρολου. Τα πολύχρωμα κτίρια της Βαρσοβίας. Τους τέσσερις μιναρέδες του Ισλαμαμπάντ. Ότι πήρα από όσους γνώρισα.

Οι δικές μου ψευδαισθήσεις. Οι δικοί μου ισορροπιστές. Μόνο τότε δεν τον ακούω. Τραντάζονται οι δικές μου πλάτες.

Το παρελθόν δεν έχει ποτέ ήχο. Το πρώτο πράγμα που σε αφήνει σε μια ανάμνηση, είναι ο ήχος. Σιωπές που είναι ερωτήσεις.

Να ήταν άραγε αλλιώτικο το δάκρυ, όλων εκείνων που έριξαν ζάρια την ζωή του;

Για εκείνους, που η ζωή του ήταν αριθμός, σελίδες, τρόπαια; Δουλειά; Κρέας εμπορεύσιμο. Να είναι άραγε αλλιώτικο της κάθε ξεφτιλισμένης πληρωμένης πένας; Των ανεξέλεγκτων θηρίων; ΤΗΣ ΕΛΙΤ;

Για εκείνους που πιστεύουν πως δεν θα πεθάνουν ποτέ;

Η κακιά η ώρα;

Το δάκρυ το βίαιο. Το πρόωρο. Να είναι αλλιώτικα;

Ο,τι συσπειρώνει το σινάφι τους;

Πως να είναι, όταν με αγωνία μπαίνουν για λίγο, στον δικό μας κόσμο και γίνονται μισογεμάτα ποτήρια;

Όταν μας ζητούν, να πέσουμε μαζί τους από τα σύννεφα;

Σκατά στα μούτρα τους. Όχι, δεν είναι αλλιώτικο το δάκρυ τους. Δεν έχουν δάκρυα.

Τίποτε δεν βλέπεις, στο μάτια τους, όπως… στου νεκρού το μάτι.

Μόνο η ζωή είναι μαζί τους.

Στην καλύτερη να τους φτιάξει ανδριάντα σε κάνα κουτσοχώρι ή σε καμιά πλατεία για να τα κανονίζουν τα πουλιά.


  • Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας
Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο