Σκαλίζοντας το οικογενειακό αρχείο, τους χαρτοφύλακες του παππού, ανακαλύπτεις πράγματα που φανταζόσουν μεν πως υπάρχουν αλλά όταν αρχίζεις να ξεφυλλίζεις τις πρώτες σελίδες νιώθεις πως γνωρίζεις σε βάθος ανθρώπους που στην δική σου, τότε, ηλικία μοιραζόντουσαν τις ίδιες πάνω κάτω ανησυχίες. Νιώθεις πιο πλήρης, ίσως το υλικό του αρχείου να γίνεται κάτι ανάμεσα σε επιβράβευση και παρότρυνση.

Η Άλκη Ζέη, η αγαπημένη και πρώτη συγγραφέας της εφηβείας μας, έφυγε στις 27 Φεβρουαρίου 2020 σε ηλικία 97 ετών. Πλήρης ημερών, όπως για κάποιους συνηθίζουμε να λέμε από συνήθεια, η Άλκη Ζέη μας άφησε παρακαταθήκη το σπουδαίο της συγγραφικό έργο που υπογράφουν οι δεκάδες διακρίσεις της.


Στην έκδοση του Νοεμβρίου 1975, το περιοδικό “Τετράδιο” είχε κύριο θέμα την Μακρόνησο, αφιέρωμα που θα παρουσιάσουμε μια από τις επόμενες Κυριακές.

Αρκούσε βέβαια ως θέμα για να αρχίσουμε το ξεφύλλισμα και να “πέσουμε πάνω” σε μια συνέντευξη της Άλκης Ζέη στην Μαρίνα Ζερβονικολάκη, με τίτλο “Δέκα χρόνια πρόσφυγας είναι πολλά”.

Μιας Άλκης Ζέη που τότε μετρούσε μόλις 4 βιβλία αλλά και ισάριθμες διεθνείς διακρίσεις για τα “Το καπλάνι της βιτρίνας” και “Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου”.

Σας την παρουσιάζουμε με μεγάλη χαρά και συγκίνηση.


Στην εισαγωγή του βιβλίου της “Αρβυλάκια και γόβες” η Άλκη Ζέη γράφει: Θυμάμαι το καλοκαίρι του ’54, που έφτασα στην Τασκένδη, τις γυναίκες από διάφορα χωριά της Ελλάδας να ξυπνούν από τα χαράματα και κάθονται με τα μωρά τους στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, κάτω από το παράθυρο μου και να διηγούνται τα όνειρα της περασμένης νύχτας. Όλα γύρω στο ίδιο θέμα: ο γυρισμός. – Είδα πως γύριζα στο χωριό  και περνούσα μέσα από μια λαγκαδιά, που σε όλα τα κλαριά ήταν μπηγμένα κεφάλια. Είμαι σίγουρη πως οι ίδιες εκείνες γυναίκες θα βλέπουνε ακόμα, ως σήμερα, τα ίδια όνειρα.

Η Άλκη Ζέη έζησε εξόριστη στο γυναικείο στρατόπεδο της Χίου, αυτοεξόριστη στη Γαλλία και δέκα χρόνια πρόσφυγας. Αλλά έχει εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και μια ιδιαίτερη αγάπη στο παιδί. Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του βιβλίου της “Αρβυλάκια και γόβες”, το “Τετράδιο” είχε μια συνάντηση μαζί της.

Θα ήθελα να μου πεις πότε πήγες στη Μόσχα και πως είναι η ζωή των πολιτικών εξόριστων εκεί;

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο έφυγα από την Ελλάδα. ήθελα να πάω στην Τασκένδη που βρισκόταν ο άνδρας μου αλά δυσκολεύτηκα πάρα πολύ. Δύο χρόνια έμεινα στην Ιταλία περιμένοντας να μου επιτρέψουν την είσοδο στην Σοβ. Ένωση. Γράμματα απαγορεύονταν, επαφή δεν είχαμε κι έτσι αναγκάστηκα να κάνω αίτηση διαζυγίου για να επωφεληθώ από τις διαδικασίες. Μετά πήγα Γαλλία, Βέλγιο, Πράγα και τελικά κατάφερα να φτάσω στην Τασκένδη το καλοκαίρι του ’54. Αργότερα στη Μόσχα και το ’64 στην Ελλάδα. Φυσικά ξανάφυγα το ’64, Τώρα, πάλι, θα φύγω σε 10 μέρες, αλλά ελπίζω πως του χρόνου θα’ μαι για πάντα στην Ελλάδα. Είναι, όμως, χιλιάδες που δεν γύρισαν ακόμη. Η ζωή των προσφύγων δεν είναι καθόλου εύκολη. Οι περισσότεροι κατάγονται από πολύ μακρινά ελληνικά χωριά. Απ’ αφορμή τις συνθήκες ζωής αυτών των ανθρώπων έγραψα τα δύο διηγήματα “Σταμνί στο παράθυρο” και “Στο Μαρούσι”.

Ποια ήταν η αφορμή που από πολύ νωρίς ασχολήθηκες με το παιδί;

Από πολύ μικρή ασχολήθηκα με το κουκλοθέατρο. Στο σχολείο της Αηδονοπούλου με την Ελένη Περράκη έφτιαξα τον Κλούβιο. Μετά το μάθημα πηγαίναμε στο νοσοκομείο και παίζαμε κουκλοθέατρο στους στρατιώτες. Παίζαμε και στα παιδικά συσσίτια.

Πώς κατασκευάσατε για πρώτη φορά τον Κλούβιο; Με τι ύλη ήταν όπως τον ξέρουμε τώρα;

Ο Κλούβιος ήταν μόνος του χωρίς την Σουβλίτσα και ήτανε ναυτάκι του Οδυσσέα. η κατασκευή του είχε γίνει με χαρτοπολτό από βρεγμένες εφημερίδες και στη μέση ένα ξύλο με χώμα που το βγάζαμε μετά και βάζαμε το χέρι μας για να τον κρατάμε. Είναι μια ωραία ιστορία που κάποια μέρα με την Ελένη Περράκη θα την πούμε πιο πλατιά.

Το πρώτο έργο του Κλούβιου ήταν οι περιπέτειες του Οδυσσέα.

Τι θέλεις να δώσεις με τα τωρινά σου βιβλία στα παιδιά;

Σκοπός μου είναι να τους μιλήσω για ορισμένα πράγματα – ταμπού, που δεν τα βλέπουν σε άλλα βιβλία, να τους τα πω, μη διστάζοντας να γράψω ακόμα και για τον εμφύλιο πόλεμο. “Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου” που βραβεύτηκε στην Αμερική σαν το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο – είναι η κατοχή και η αντίσταση. Τα σημερινά παιδιά έχουν ξυπνήσει. Μπορείς να τους πεις για τη δικτατορία αν τους δώσεις ήρωες που να τους πλησιάσουν και να τους αγαπήσουν, και τότε θα καταλάβουν. Θυμάμαι το’64 που γυρίσαμε στην Ελλάδα, ήρθε μια μέρα η κόρη μου, 9 χρονών τότε, από το σχολείο και μου λέει ότι είδαν τα παιδιά, στο άλμπουμ, τη φωτογραφία του Λένιν και δεν ήξεραν ποιος είναι, της είχε κάνει εντύπωση. Σήμερα, στην Ελλάδα νομίζω πως ελάχιστα παιδιά στα εννιά τους χρόνια δεν ξέρουν τον Λένιν.

Τι πιστεύεις πως πρέπει να ξέρουν τα παιδιά γύρω από την πολιτική;

Δεν υπάρχει τέχνη μη στρατευμένη γιατί κι αυτός που είναι απολιτικός πάλι πολιτικός είναι. Η λεγόμενη “μη στρατευμένη τέχνη” είναι η πιο στρατευμένη απ’ όλες. Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν πως σε κάθε κόμμα υπάρχει κάποιος που δίνει εντολές. Θα γράψεις αυτό, δεν θα γράψεις το άλλο. Εάν σε συγκίνησε η εκτέλεση των Βάσκων και το γράψεις ποίημα, αυτό σου έρχεται αυθόρμητα όχι γιατί σου αρέσει η κομμουνιστική θεωρία, αλλά γιατί εσύ το βλέπεις έτσι.

Πες μου, ποιες ήταν οι επαφές σου με την Ελλάδα και με το Ελληνικό κοινό;

Όλα τα χρόνια που ήμουν έξω διάβαζα τις ελληνικές εφημερίδες και πολλές φορές έπαιρνα απ’ αυτές αφορμή για να γράψω ένα βιβλίο. Με την αντίσταση κατάφερα από το ’64 να δημοσιεύσω στην “Επιθεώρηση Τέχνης” ένα – ένα τα διηγήματα μου και είχα μεγάλη αγωνία να τα δω κάθε φορά δημοσιευμένα. Ύστερα, πολλοί έρχονταν κι έφερναν νέα αλλά στην Ελλάδα δεν μπορούσες να πεις πως ήσουν κομμουνιστής, έπρεπε να κρύβεσαι, ενώ στην Γαλλία το να’ σαι αγωνιστής της αντίστασης είναι τιμητικό.

Τα Χριστούγεννα πρόκειται να κυκλοφορήσει για παιδιά “ο Θείος Πλάτων”.

• Δηλαδή το βιβλίο γνωρίζει στα παιδιά τον αντικειμενικό ιδεαλισμό του Πλάτωνα;

Αρχίζει ακριβώς έτσι: “η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν έχει καμία σχέση με τον τίτλο, αλλά δεν μ’ αρέσουν οι ιστορίες που απ’ τον τίτλο τους τα καταλαβαίνεις όλα.

Ο θείος Πλάτων είναι ένα γαϊδουράκι – παιγνίδι που το’ χουν μαζί τους πάντα τα παιδιά όταν οι γονείς τους με τους εμφύλιους και τις δικτατορίες αναγκάζονται να εκπατριστούν και τα σέρνουν μαζί τους.


Μοιραστείτε.

Αφήστε ένα σχόλιο