Default Category

Τομά Πικετί (οικονομολόγος): “Πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στη Δημοκρατία”

By N.

December 28, 2014

Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έχει συμβάλει αποφασιστικά στην αύξηση της ανισότητας.

 Συνέντευξη στον Μόδεστο Σιώτο

 

“Για μένα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα διεθνιστικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι να καταθέσει ο ΣΥΡΙΖΑ εμπεριστατωμένες προτάσεις για ένα διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης της Ευρωζώνης… Αν θέλουμε να αντικαταστήσουμε τον κανόνα της ομοφωνίας στη λήψη δημοσιονομικών αποφάσεων με ένα μοντέλο απλής ή ενισχυμένης πλειοψηφίας, τότε χρειαζόμαστε ένα δημοκρατικό σώμα για να λάβει όλες αυτές τις αποφάσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο και είναι απαραίτητο να εμπλέξουμε σε μια τέτοια ιστορία τα εθνικά κοινοβούλια”.

Με αυτό τον τρόπο ο οικονομολόγος Τομά Πικετί, συγγραφέας του διεθνούς μπεστ σέλλερ «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, δίνει το στίγμα για το μεγάλο στοίχημα του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Ο Γάλλος οικονομολόγος, βλέπει στους αναδιανεμητικούς φόρους τη μοναδική ευκαιρία για να δημιουργηθεί νέος πλούτος, ενώ οι θέσεις που διατυπώνει δεν απέχουν πολύ από τη μαρξιστική θεωρία περί πρωτογενούς συσσώρευσης κεφαλαίου.

* Είναι πολύ πιθανόν μέσα στον επόμενο χρόνο η Ελλάδα να έχει μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, της οποίας οι δύο βασικοί στόχοι είναι μία αναδιαπραγμάτευση του χρέους και η εφαρμογή ενός οικονομικού προγράμματος που δεν θα κινείται στη λογική της λιτότητας και των υποδείξεων των δανειστών της χώρας. Τι συμβουλή θα δίνατε σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;

Η ανάδειξη νέων κομμάτων είναι πολλές φορές απαραίτητη για να αντικαταστήσουν τα καθεστωτικά κόμματα και για να επιλύσουν σοβαρές κρίσεις ανισότητας. Για μένα ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα διεθνιστικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι να καταθέσει ο ΣΥΡΙΖΑ εμπεριστατωμένες προτάσεις για ένα διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης της Ευρωζώνης.

Η Ελλάδα χρειάζεται μια πιο δημοκρατική Ευρώπη και το ίδιο ισχύει και για την υπόλοιπη Ευρώπη. Για παράδειγμα, αν θέλουμε να αντικαταστήσουμε τον κανόνα της ομοφωνίας στη λήψη δημοσιονομικών αποφάσεων με ένα μοντέλο απλής ή ενισχυμένης πλειοψηφίας, που είναι ο μόνος τρόπος για να αποφύγουμε ένα νέο σκάνδαλο φοροδιαφυγής όπως εκείνο του Λουξεμβούργου, αλλά και για να κινηθούμε προς μια κατεύθυνση δημοσιονομικής δικαιοσύνης, τότε χρειαζόμαστε ένα δημοκρατικό σώμα για να λάβει όλες αυτές τις αποφάσεις.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο γιατί αποτελείται από 28 χώρες, πολλές εκ των οποίων δεν θέλουν περισσότερη πολιτική και δημοσιονομική ένωση. Αντιθέτως είναι απαραίτητο να εμπλέξουμε σε τέτοια ιστορία τα εθνικά κοινοβούλια. Γι’ αυτό στο «Μανιφέστο για μια ευρωπαϊκή πολιτική ένωση» προτείνουμε τη δημιουργία ενός νέου κοινοβουλευτικού σώματος της Ευρωζώνης, όπου κάθε χώρα θα εκπροσωπείται από μέλη του εθνικού της κοινοβουλίου αναλογικά με τον πληθυσμό της.

Πιστεύω πως, αν η Ελλάδα, η Γαλλία και η Ιταλία προχωρούσαν σε μια τέτοια πρόταση, η Γερμανία πιθανότατα θα φοβόταν ότι θα ήταν μειοψηφία. Από την άλλη, θα της ήταν δύσκολο να απορρίπτει εις το διηνεκές μια τέτοια ιδέα. Πιστεύω επίσης ότι μια δημοκρατική διακυβέρνηση της Ευρώπης θα οδηγούσε σε λιγότερη λιτότητα, περισσότερη ανάπτυξη και χαμηλότερη ανεργία. Υπάρχει ακόμη χρόνος για να κινηθούμε προς μια τέτοια κατεύθυνση. Πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στη δημοκρατία, δεν έχουμε καμία άλλη επιλογή.

* Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα είναι η ανεργία. Πιστεύετε ότι υπάρχουν μέτρα που μια κυβέρνηση της Ευρωζώνης μπορεί να λάβει μονομερώς για να μειώσει την ανεργία στο σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο;

Νομίζω ότι ένα νόμισμα με 18 διαφορετικά δημόσια χρέη, 18 διαφορετικά επιτόκια δανεισμού στα οποία οι χρηματοπιστωτικές αγορές μπορούν να κερδοσκοπούν, 18 διαφορετικά φορολογικά συστήματα που ανταγωνίζονται το ένα το άλλο είναι ένα σύστημα που δεν μπορεί να λειτουργήσει και δεν θα μπορέσει ποτέ να λειτουργήσει. Όσο οι χώρες της Ευρωζώνης δεν επιδεικνύουν τη θέλησή τους να παραμείνουν ενωμένες έχοντας ένα κοινό δημόσιο χρέος, κοινά επιτόκια δανεισμού και κοινή φορολογική πολιτική (τουλάχιστον για τον φόρο των επιχειρήσεων και ιδανικά και για τη φορολόγηση των ανώτερων εισοδημάτων και του μεγάλου πλούτου), η κρίση εμπιστοσύνης θα επανέρχεται διαρκώς στο τραπέζι.

Το πρόβλημα είναι απλό: Η Γερμανία και η Γαλλία αποφάσισαν το 2011-2012 ότι δεν θέλουν να μοιραστούν τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού τους με τη Νότια Ευρώπη. Αυτή ήταν μια εγωιστική και χαζή απόφαση, για την οποία καλούμαστε όλοι να πληρώσουμε το τίμημα, ιδιαίτερα η Ελλάδα. Η Ευρώπη ζητά από την Ελλάδα να αναγκάσει τους Έλληνες φορολογούμενους να πληρώσουν περισσότερους φόρους, ενώ την ίδια στιγμή οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες με ικανοποίηση δέχονται να αποπληρώνονται κανονικά. Παράλληλα η Γαλλία και η Γερμανία δεν παρέχουν στην ελληνική φορολογική υπηρεσία τα στοιχεία των διακρατικών μεταφορών κεφαλαίου και χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι ξεκάθαρο πλέον ότι χρειαζόμαστε ένα διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης στην Ευρώπη.

* Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο διαθέτει την ισχύ να αποφασίζει για την οικονομική ευρωστία ολόκληρων πληθυσμών. Μπορεί να περιοριστεί ο δομικός ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα στη σημερινή παγκόσμια οικονομία;

Η χρηματοπιστωτική απορρύθμιση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και έχει συμβάλει αποφασιστικά στην αύξηση της ανισότητας. Φυσικά υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που έχουν συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι πασιφανές πλέον ότι χρειαζόμαστε ισχυρό δημόσιο έλεγχο του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά και ισχυρούς θεσμούς προκειμένου να θέσουμε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τις δυνάμεις της αγοράς υπό εξονυχιστικό δημόσιο έλεγχο.

* Ένα από τα βασικά συμπεράσματα του βιβλίου σας είναι ότι το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών στο καπιταλισμό κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών αιώνων τείνει να αυξάνεται. Πώς μπορεί να καταπολεμηθεί η ανισότητα στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομίας;

Το βιβλίο μου κάνει μια ιστορική καταγραφή της κατανομής του πλούτου και του εισοδήματος σε περισσότερες από είκοσι χώρες κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες. Χρησιμοποιώντας ιστορικά στοιχεία προσπαθεί να εξηγήσει τις διάφορες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες βάσει των οποίων μπορούμε να κατανοήσουμε τον μετασχηματισμό των κοινωνιών που έχουμε επιλέξει να παρατηρήσουμε. Πιστεύω ότι η επιτυχία του βιβλίου οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κουραστεί να ακούν ότι η οικονομία είναι υπερβολικά πολύπλοκη για να τη κατανοήσουν.

Ωστόσο, ζητήματα όπως το εισόδημα και ο πλούτος, το κεφάλαιο και το δημόσιο χρέος, οι μισθοί και τα περιουσιακά στοιχεία, παραείναι σημαντικά για να απασχολούν απλώς και μόνο μια μικρή ομάδα ειδικών. Το βασικό συμπέρασμα του βιβλίου μου είναι ότι η ανισότητα οφείλεται κυρίως σε πολιτικούς και πολιτιστικούς παράγοντες: υπάρχουν πολλές ισχυρές οικονομικές δυνάμεις που δρουν σε διάφορα επίπεδα και το ποια από αυτές θα επικρατήσει εξαρτάται από τις πολιτικές που επιλέγουμε και τους θεσμούς που τις εφαρμόζουν και τις διαμορφώνουν.

Μία από τις πιο σημαντικές οικονομικές τέτοιες δυνάμεις είναι οι ρυθμοί απόδοσης κεφαλαίου, οι οποίοι ξεπερνούν τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας. Υπάρχουν, όμως, και άλλες δυνάμεις που παίζουν ρόλο. Πιστεύω ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις μπορούν να αποκτήσουν πιο σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία. Και γι’ αυτό η δημοκρατικοποίηση της οικονομικής γνώσης είναι εξαιρετικά σημαντική.

* Υποστηρίζετε ότι ένας τρόπος για να καταπολεμηθεί η οικονομική ανισότητα είναι περισσότερες επενδύσεις στον χώρο της Παιδείας και της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Πώς μπορεί η Παιδεία να αποτελέσει την απάντηση στη διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα;

Η διάδοση των δεξιοτήτων, της γνώσης και της εκπαίδευσης αποτελούν μακροπρόθεσμα τις πρωταρχικές κινητήριες δυνάμεις για την καταπολέμηση της ανισότητας μαζί με τη προοδευτική φορολόγηση του εισοδήματος και του πλούτου. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των δημόσιων πόρων στην αποπληρωμή δανεισμού αντί σε επενδύσεις στην ανώτατη εκπαίδευση. Αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος για να σχεδιάσουμε το μέλλον μας.

Πηγή