Επικαιρότητα

Και τώρα η σειρά μας! -του Νίκου Αραπάκη

By Νίκος Αραπάκης

December 29, 2014

Αξιοπρέπεια, χρήματα, δουλειές, όλα εξαφανίστηκαν. Όμως, δεν τα υπολογίσατε καλά…

Πέντε χρόνια τρομοκρατία, εξευτελισμούς, απειλές, φτώχεια, εξαθλίωση. Πέντε χρόνια τώρα μας γεμίζετε με ενοχές: είσαι τεμπέλης, ανεπρόκοπος, εσύ φταις που είσαι άνεργος, που έκλεισες την επιχείρησή σου, που θα σου πάρουν το σπίτι, που δεν μπορείς να πας ούτε ένα κουτί γάλα στα παιδιά σου. Εσύ που δεν πήρες απόδειξη από την τυρόπιτα, που πέρασες το φανάρι με κόκκινο, που ήθελες να πηγαίνεις διακοπές με δανεικά λεφτά. Κι ας μην είχες ποτέ τη δυνατότητα για σπατάλες, κι ας πήγαινες διακοπές μόνο στο χωριό σου. Φταις. Γιατί; Διότι στο λένε αυτοί.

Κι αν έκανες το λάθος να πεις ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι αυτά που μας επιβάλλουν μας οδηγούν στο χάος, η απάντηση έτοιμη: είσαι ψεκασμένος, γραφικός, αγράμματος και χίλια δυο άλλα. Εν τω μεταξύ, η κατάσταση γινόταν ολοένα και χειρότερη. Εσείς τα ίδια και τα ίδια: οι μεταρρυθμίσεις δεν εφαρμόστηκαν, θυσιάζεστε, κι ας μην το καταλαβαίνετε τώρα, για το καλό σας, σε λίγο βγαίνουμε από το τούνελ. Πέρασε ένα τέρμινο, δυο, τρία… σαράντα, και φως δεν είδαμε. Σκοτάδι απόλυτο.

Κι ενώ εμείς ήμασταν ζαλισμένοι από τα απανωτά χαστούκια, εσείς συνεχίσατε να δίνετε εκατομμύρια στους απατεώνες, που μας έφθασαν εδώ που είμαστε σήμερα. Τόσα ο ΔΟΛ, τόσα το MEGA, τόσα ο ΑΝΤ1. Κι άλλα τόσα στα κόμματα της σήψης και της παρακμής.  Και πάνω απ’ όλα, δισεκατομμύρια στις τράπεζες. Στους Σάλλες, στους Λάτσηδες, στους Κωστόπουλους. Δεν σας περίσσεψε ούτε ένα ψίχουλο για τους φτωχούς, γι’ αυτούς που δεν έχουν ρεύμα, σπίτι, δουλειά. Όλα για τις τράπεζες…

Φοβηθήκαμε, είναι η αλήθεια. Όλοι κάτι είχαμε να χάσουμε. Άλλος μια κακοπληρωμένη δουλειά, άλλος λίγες οικονομίες, άλλος μια επιχείρηση που έφτυσε αίμα για να τη στήσει. Και κάναμε υπομονή. Κι αν έχουν δίκιο αυτοί; Κι αν όσα μας λένε είναι αλήθεια; Κι αν, όταν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ, χάσουμε κι αυτά τα λίγα;

Πέρασε ο καιρός. Πέντε χρόνια για την ακρίβεια. Οι δουλειές, κακοπληρωμένες ή καλοπληρωμένες, εξαφανίστηκαν. Το ίδιο και οι ελάχιστες οικονομίες μας. Τις επιχειρήσεις τις κλείσαμε. Τα σπίτια μας τα δώσατε βορά στα όρνεα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Και τώρα;

Και τώρα δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Αξιοπρέπεια, χρήματα, δουλειές, όλα εξαφανίστηκαν. Όμως, δεν τα υπολογίσατε καλά. Ή, ίσως, να μην μπορούσατε να κάνετε αλλιώς. Σε κάθε περίπτωση, οφείλω να σας ενημερώσω ότι μαζί με όλα τα υπόλοιπα εξαφανίστηκε κι ο φόβος. Όχι καθ’ ολοκληρία, όχι από όλους, αλλά όσος έχει απομείνει δεν δύναται να τρομάξει παρά ελάχιστους, αυτούς που είναι γεννημένοι για να φοβούνται. Αλλά αυτοί είναι λίγοι, δεν σας φτάνουν.  Οι πολλοί αγανάκτησαν, τους τελείωσε και η υπομονή και ο φόβος. Τι να φοβηθεί ο άνεργος, ο άστεγος, ο πεινασμένος, αυτός που κοιμάται σε ένα σπίτι χωρίς ρεύμα, αυτός που περιμένει από ώρα σε ώρα τον κλητήρα για να του πάρει το σπίτι;

Μετάλλαξε ο φόβος σε οργή. Ξέρω, δεν το πιστεύετε, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Κατά βάθος το ξέρετε κι εσείς ότι έχω δίκιο, αλλά δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς. Υπηρετήσατε, με τον πιο χυδαίο τρόπο, αυτούς που μας οδήγησαν στην εξαθλίωση. Πώς να αλλάξετε τώρα στο τέλος; Αδύνατον. Κι όλα αυτά για λίγες ημέρες εξουσίας ακόμη, για μερικούς παχυλούς μισθούς και, το κυριότερο, επειδή φοβηθήκατε, όχι άδικα, ότι πολλοί από εσάς μπορεί να οδηγηθούν σε… οίκημα με κάγκελα.

Ήρθε η ώρα να εισπράξετε αυτό που σας αξίζει. Το ποιο ακριβώς είναι αυτό, θα το αποφασίσει ο λαός. Σε λίγες μέρες θα ξέρουμε. Πάντως, όσον με αφορά, την απόφασή μου την έχω βγάλει: Άντε γαμηθείτε. Σιχαμένοι.