Ζακ Ρανσιέρ: Οι επιθέσεις στον «λαϊκισμό» προσπαθούν να «σφραγίσουν» την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική

1

Μετάφραση για τον Νόστιμον Ήμαρ: Afterwords

Το δοκίμιο του Ζακ Ρανσιέρ δημοσιεύτηκε στη Libération τον Ιανουάριο ου 2011 και στη συνέχεια αναθεωρήθηκε για την ισπανική έκδοσή του στο συλλογικό έργο. ¿Qué es el pueblo?. Το αγγλικό κείμενο από το οποίο και μεταφράζουμε είναι μετάφραση του ισπανικού από τον David Broder.

Δεν περνά ούτε μια μέρα χωρίς κάποιος στην Ευρώπη να καταγγείλει τους κινδύνους που εγκυμονεί ο λαϊκισμός. Αλλά δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτή η λέξη. Στη Λατινική Αμερική της δεκαετίας του ’30 και ‘40 εξυπηρέτησε τον προσδιορισμό ενός συγκεκριμένου τρόπου διακυβέρνησης, παρακάμπτοντας τις κοινοβουλευτικές μορφές αντιπροσώπευσης προς όφελος μιας σχέσης στην οποία ο λαός εκπροσωπούταν απευθείας από τον ηγέτη του. Αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης, αρχέτυπα του οποίου ήταν ο Βάργας στην Βραζιλία και ο Περόν στην Αργεντινή επαναβαπτίστηκε από τον Ούγκο Τσάβες ως «σοσιαλισμός του εικοστού πρώτου αιώνα».

Ωστόσο, στην Ευρώπη του σήμερα η ετικέτα «λαϊκισμός» χρησιμοποιείται για να ορίσει κάτι άλλο. Δεν αποτελεί τρόπο διακυβέρνησης. Αντιθέτως, πρόκειται για μια κάποια στάση άρνησης, αντιμέτωπη με τις κυρίαρχες πρακτικές της διακυβέρνησης. Τι είναι ο «λαϊκιστής», όπως ορίζεται σήμερα από τις κυβερνητικές ελίτ και τους ιδεολόγους τους; Πέρα από τις πλείστες παραλλαγές αυτής της λέξης, ο κυρίαρχος λόγος φαίνεται να τη χαρακτηρίζει βάσει τριών βασικών γνωρισμάτων: (1) ένας τρόπος διαλόγου που απευθύνεται απευθείας στον λαό, παρακάμπτοντας τους αντιπροσώπους του και τα υψηλά στελέχη, (2) ο ισχυρισμός ότι οι κυβερνήσεις και οι κυβερνούσες ελίτ νοιάζονται περισσότερο για τα συμφέροντά τους παρά για τη res publica, (3) μια ταυτοτική ρητορική που εκφράζει τον φόβο και την απόρριψη απέναντι στους ξένους.

Μολαταύτα είναι σαφές ότι δεν υπάρχει απαραίτητη σύνδεση μεταξύ των τριών αυτών χαρακτηριστικών. Τα ίδια τα συντάγματά μας αξιώνουν την ύπαρξη ενός σώματος που ονομάζεται λαός, ο οποίος αποτελεί την πηγή εξουσίας και τον προνομιούχο συνδιαλεγόμενο στον πολιτικό διάλογο. Πρόκειται για την ίδια πεποίθηση που ανέπτυξαν οι ρεπουμπλικάνοι και σοσιαλιστές ρήτορες του παρελθόντος, χωρίς κρυφή ατζέντα. Αυτό δε συνδέεται με καμία μορφή ρατσιστικού ή ξενοφοβικού αισθήματος. Δε χρειάζεται δημαγωγία για να διατυπώσει κανείς τον ισχυρισμό ότι οι πολιτικοί μας σκέφτονται περισσότερο την καριέρα τους παρά τις μελλοντικές προοπτικές των συμπολιτών τους και ότι οι άρχοντες ζουν σε σύμπλευση με τους εκπροσώπους μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Ο ίδιος ο τύπος που επιτίθεται στην τάση «λαϊκισμού» μέρα με τη μέρα μας προσφέρει την πιο στοιχειοθετημένη απόδειξη για αυτό. Από την πλευρά τους, αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων που έχουν ενίοτε κατηγορηθεί για λαϊκισμό, όπως ο Μπερλουσκόνι κι ο Σαρκοζί, αποφεύγουν να προπαγανδίσουν τη «λαϊκίστικη» ιδέα ότι οι ελίτ είναι διεφθαρμένες.

Ο όρος «λαϊκισμός» δεν εξυπηρετεί τον χαρακτηρισμό μιας ορισμένης πολιτικής δύναμης. Αντιθέτως, αντλεί την ισχύ του από τα αμαλγάματα που επιτρέπει να υπάρχουν μεταξύ πολιτικών δυνάμεων που εκτείνονται από την ακροδεξιά έως την άκρα αριστερά. Ούτε χαρακτηρίζει ο όρος αυτός μια ιδεολογία ή ακόμα ένα συνεκτικό πολιτικό ύφος. Απλώς σκιαγραφεί την εικόνα ενός ορισμένου λαού.

Γιατί ο «λαός» δεν υπάρχει. Αυτό που υπάρχει είναι διαφορετικά –ενίοτε και ανταγωνιστικά- πρόσωπα του λαού, κατασκευασμένα πρόσωπα που ευνοούν συγκεκριμένους τρόπους συνέλευσης, συγκεκριμένα διακριτικά χαρακτηριστικά, συγκεκριμένες ικανότητες ή αδυναμίες: ένας εθνοτικός λαός που ορίζεται βάσει μιας κοινότητας αίματος ή γης, ο λαός-κοπάδι που το φυλάνε οι καλοί βοσκοί, ο δημοκρατικός λαός που θέτει σε κίνηση την ικανότητα αυτών που δεν χαίρουν και ιδιαιτέρων ικανοτήτων, ο ανίδεος λαός που οι ολιγάρχες κρατούν σε μια απόσταση, κ.λπ. Η ίδια η ιδέα του «λαϊκισμού» κατασκευάζει έναν λαό που χαρακτηρίζεται από την τρομακτική συμμαχία μεταξύ μιας ικανότητας –της σκληρής εξουσίας της πλειοψηφίας- και μιας ανικανότητας –της άγνοιας που επιρρίπτεται στην ίδια αυτή πλειοψηφία.

Το τρίτο γνώρισμα –ο ρατσισμός- είναι βασικό για αυτό το κατασκεύασμα. Σκοπό έχει να δείξει στους δημοκράτες –πάντα υπό την υποψία του «ιδεαλισμού»- ποιο είναι το βάθος του λαού: μια αγέλη που διέπεται από μια πρωτόγονη παρόρμηση για άρνηση. Σε αυτή την απεικόνιση, αυτή η αγέλη βάζει ταυτόχρονα στο στόχαστρο τόσο τους δυνάστες που έχουν κηρυχθεί προδότες –γιατί η πλειοψηφία δεν κατανοεί την πολυπλοκότητα των πολιτικών μηχανισμών- όσο και τους ξένους, τους οποίους φοβάται λόγω της αταβιστικής της προσήλωσης σε έναν καθιερωμένο τρόπο ζωής που επαπειλείται από τις κοινωνικές, δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις.

Η ιδέα του λαϊκισμού δε δυσκολεύεται ιδιαίτερα να διαχειριστεί αυτή τη σύνθεση μεταξύ ενός λαού εχθρικού απέναντι στους κυβερνώντες και ενός λαού εχθρικού απέναντι στους «άλλους» γενικά. Για αυτόν τον σκοπό, αναπαριστά και πάλι την εικόνα ενός λαού που έχει αναπτυχθεί ήδη στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα από διανοητές όπως οι Hippolyte Taine και Gustave Le Bon, που είχαν τρομοκρατηθεί από την Παρισινή Κομμούνα και την άνοδο του εργατικού κινήματος. Αυτή είναι η εικόνα της αδαούς μάζας που εντυπωσιάζεται από τις βαρύγδουπες λέξεις των «αρχισυμμοριτών» και οδήγησε σε ακραία βία καθώς διαδίδονταν άγριες φήμες και μεταδοτικοί φόβοι.

Αυτή η απεικόνιση των επιδημικών εκρήξεων από τα άβουλα πλήθη που παραπλανήθηκαν από χαρισματικούς ηγέτες ήταν προφανώς πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα του εργατικού κινήματος που επιδίωκε να στιγματίσει. Και ούτε είναι κατάλληλη για την περιγραφή της πραγματικότητας του ρατσισμού στις δικές μας κοινωνίες. Όποιες και αν είναι οι καθημερινές διαμαρτυρίες που εκφράζονται αναφορικά με όσους ονομάζουμε μετανάστες και ειδικά με τη νεολαία των προαστίων (banlieue), το γεγονός είναι ότι αυτά τα παράπονα δεν μεταφράζονται σε μαζικές, λαϊκές διαδηλώσεις.

Αυτό που αξίζει να ονομάζεται σήμερα ρατσισμός στη Γαλλία είναι ουσιαστικά ο συνδυασμός δύο πραγμάτων. Πρώτον, οι μορφές διακρίσεων κατά την υπογραφή μιας σύμβασης εργασίας ή ενός μισθωτηρίου που μπορεί να πραγματοποιηθεί τέλεια στο αποστειρωμένο περιβάλλον ενός γραφείου χωρίς την ύπαρξη μαζικής πίεσης. Ταυτόχρονα, πρόκειται για μια ολόκληρη σειρά  κρατικών μέτρων: περιορισμοί για τους ανθρώπους που εισέρχονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή,  μη χορήγηση εγγράφων σε άτομα που εργάστηκαν και κατέβαλαν εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και φόρους στις χώρες μας για χρόνια, περιορισμοί στα δικαιώματα υπηκοότητας, διπλές ποινές [ποινή φυλάκισης συν αποκλεισμός από τη γαλλική επικράτεια], νόμοι κατά της μαντίλας και της μπούργκας,  χρέωση των ανθρώπων για να επιστρέψουν στα σύνορα ή καταστροφή των καταυλισμών των ταξιδιωτών.

Ορισμένοι πιστοί της Αριστεράς θέλουν να πιστεύουν ότι αυτά τα μέτρα είναι μια επαίσχυντη παραχώρηση που κάνουν οι κυβερνήσεις μας στην “λαϊκιστική” ακροδεξιά για “εκλογικούς” σκοπούς. Αλλά κανένα από αυτά τα μέτρα δεν υιοθετήθηκε υπό την πίεση των μαζικών κινημάτων. Αντίθετα, αποτελούν μέρος μιας στρατηγικής κατάλληλης για το ίδιο το κράτος, κατάλληλης για την ισορροπία που τα κράτη μας επιχειρούν να διατηρήσουν μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας του κεφαλαίου και των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των πληθυσμών. Πράγματι, πρόκειται για μέτρα των οποίων ο βασικός σκοπός είναι να καταστήσουν επισφαλές ένα μέρος των δικαιωμάτων του πληθυσμού ως εργάτες ή πολίτες δημιουργώντας έναν πληθυσμό εργατών οι οποίοι θα μπορούν να απελαθούν στην πατρίδα τους οποιαδήποτε στιγμή. Και – στην περίπτωση της Γαλλίας – Γάλλοι που δεν έχουν καμία εγγύηση ότι θα συνεχίσουν να είναι Γάλλοι.

Αυτά τα μέτρα στηρίζονται από μια ιδεολογική εκστρατεία που δικαιολογεί τη συρρίκνωση δικαιωμάτων λόγω του  ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εθνικής ταυτότητας. Αλλά δεν ήταν οι “λαϊκιστές” του Εθνικού Μετώπου που ξεκίνησαν αυτή την εκστρατεία. Αντίθετα, ήταν οι αποκαλούμενοι «αριστεροί» διανοούμενοι που ανακάλυψαν το αναπόφευκτο επιχείρημα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι πραγματικά Γάλλοι, επειδή δεν είναι κοσμικοί. Ο κοσμικισμός που κάποτε έθετε τους κανόνες της συμπεριφοράς του κράτους μεταφράστηκε έτσι σε ένα χαρακτηριστικό που τα άτομα διαθέτουν ή όχι σε σχέση με την κοινότητα στην οποία ανήκουν.

Το πρόσφατο «παράταιρο» σχόλιο  [τον Ιανουάριο του 2011] της Μαρίν Λεπέν, που συγκρίνει τους μουσουλμάνους που προσεύχονται στους δρόμους με τους Γερμανούς κατακτητές του 1940 -1944, είναι πολύ ενδεικτικό. Αυτή η δήλωση συμπεριλαμβάνει σε μια εικόνα μια ολόκληρη συλλογιστική (Μουσουλμάνος = Ισλαμιστής = Ναζί) που εμφανίζεται παντού στη λεγόμενη ρεπουμπλικανικό λόγο. Η λεγόμενη “λαϊκιστική” Ακροδεξιά δεν εκφράζει ένα συγκεκριμένο ξενοφοβικό πάθος που αναδύεται από τα βάθη του σώματος του λαού. Αντίθετα, είναι ένας δορυφόρος που ασχολείται με τις κρατικές στρατηγικές και τις εκστρατείες διακεκριμένων διανοουμένων, προς όφελός της.

Τα σημερινά κράτη εδραίωσαν την αξιοπιστία τους ως προς την ικανότητά τους να εγγυώνται την ασφάλεια. Αυτή η αξιοπιστία, όμως, σχετίζεται με την υποχρέωση να εκθέτουν συνεχώς το τέρας που μας απειλεί, να διατηρούν ένα μόνιμο αίσθημα ανασφάλειας που αναμειγνύει τους κινδύνους της κρίσης και της ανεργίας με τους κινδύνους του πάγου ή του φορμαμιδίου, μόνο και μόνο για να τα επισκιάσουν όλα αυτά με την ανώτατη απειλή του Ισλαμιστή τρομοκράτη. Η Ακροδεξιά προσθέτει τα χρώματα της σάρκας και του αίματος στο έτοιμο πορτρέτο που ζωγραφίζουν τα υπουργικά μέτρα και η αφήγηση των ιδεολόγων.

Έτσι, ούτε οι “λαϊκιστές” ούτε ο λαός που απεικονίζεται από τις τελετουργικές καταγγελίες του λαϊκισμού ανταποκρίνονται πραγματικά στον τρόπο με τον οποίο ορίζονται. Ωστόσο, αυτό είναι ελάχιστα σημαντικό για εκείνους που δημιουργούν αυτή την απειλή. Πέρα από όλες τις πολεμικές διαμάχες γύρω από τους μετανάστες, τον κοινοτισμό ή το Ισλάμ, γι ‘αυτούς η ουσία είναι η συγχώνευση της ιδέας του δημοκρατικού λαού με την εικόνα της επικίνδυνης μάζας.

Περιλαμβάνει επίσης το συμπέρασμα ότι πρέπει να τοποθετηθούμε στα χέρια εκείνων που μας κυβερνούν και ότι κάθε αμφισβήτηση της αξιοπιστίας και της ακεραιότητάς τους ανοίγει την πόρτα των ολοκληρωτισμών. Ως ένα από τα πιο δυσοίωνα συνθήματα κατά του Le-Pen, τον Απρίλιο του 2002,  [όταν ο  Ζαν-Μαρί Λε Πεν έφτασε στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών εκείνη τη χρονιά, μαζί με τον Ζακ Σιράκ], ήταν: «Καλύτερα μια μπανανία παρά μια φασιστική Γαλλία.» Η τρέχουσα πολεμική σχετικά με τους θανάσιμους κινδύνους του λαϊκισμού επιδιώκει να εδραιώσει θεωρητικά την ιδέα ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή.

via Wikimedia Commons

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο ένθετο του Νόστιμον Ήμαρ το Σάββατο 10.6.2017

dromos-n

Σχετικά Με Το Συντάκτη

Afterwords

Meet the girls behind the words! Τον Οκτώβρη του 2015 οι τρεις φίλες και μεταφράστριες Αγγελική Γκίκα, Χρυσάνθη Παρτσανάκη και Άννα Μαρία Στυλιανού δημιουργούν την AFTERWORDS. Μεταφράζουν, υποτιτλίζουν και απομαγνητοφωνούν. Αγγλικά, Γερμανικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Γαλλικά. Ένα μήνα μετά, το Νοέμβρη δηλαδή της ίδιας χρονιάς, σ΄ένα πολύ ωραίο πάρτυ γνωρίζονται με το νόστιμον ήμαρ και τους ανθρώπους του. Η γνωριμία έγινε συνεργασία και τα κορίτσια αυτά μεταφράζουν κείμενα πολιτικού, κοινωνικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Όταν δεν μεταφράζουν [σπάνιο πλέον γιατί δουλεύουν πολύ] διαβάζουν λογοτεχνία, πηγαίνουν θέατρο και σινεμά, ψυχαναλύουν τους φίλους τους και ενημερώνονται για τα τεκταινόμενα αυτού του κόσμου. Που και που σκέφτονται να ξεκινήσουν καινούρια γλώσσα.

Simple Share Buttons